Ο καρδιογνώστης.

(Καλάβρυτα)

Κάποια φορά ζούσε ένας χωριάτης. Δούλευε στο χτήμα του μιαν ημέρα και στο δρόμο που πήγαινε συνάντησε ένα θάμνο που καιγόταν. Γλίτωσε λοιπόν ένα φίδι που κινδύνευε να καεί και κείνο για πλερωμή του 'δωκε το χάρισμα να καταλαβαίνει όλων των ζώων τις γλώσσες. Δεν έπρεπε όμως να πει σε κανέναν το μυστικό, γιατί θα πέθαινε.
Μια μέρα ταξίδευε για το χωριό του πεθερού του. Καβάλα στη φοράδα του ήταν η γυναίκα του, γκαστρωμένη, που 'χε κι άλλο μωρό στην αγκαλιά της. Μα κι η φοράδα ήταν γκαστρωμένη και πίσω της ακολουθούσε το πουλαράκι της. Το πουλαράκι όμως απόστασε και λέει στη μάνα του:
«Μάνα, απόστασα». Κι η φοράδα τ' απάντησε: «Πορπάτα, μωρέ παιδί μου. Τι να πω κι εγώ η δόλια, που σέρνω τέσσερους απάνω μου...» Ο χωριάτης τ' άκουσε τούτα κι είπε στη γυναίκα του να κατεβεί. Εκείνη ζήτησε να μάθει το γιατί, μα ο χωριάτης δεν της απάντησε άλλο.
Άμα φτάσανε στο χωριό, ο πεθερός του πήρε να σφάξει έν' αρνί, για να τους καλωσορίσει. Η μάνα τ' αρνιού παραπονεύτηκε κι είπε: «Λαμπρή να 'ρθει, δικό μου αρνί θα σφάξουν. Απόκριες να 'ρθουν, το ίδιο. Δε σφάζουν και καμιάς άλλης;» Τ' άκουσ' ο χωριάτης και είπε στον πεθερό του να σφάξει άλλο αρνί.
Τη νύχτα ήρθανε λύκοι στο χωριό. Είπαν στα σκυλιά να τους κάμουν πλάτες και το μερίδιο θα το 'χαν μισακό. Όλα τα σκυλιά δέχτηκαν. Μονάχα ένα γέρικο σηκώθηκε και φόβισε τ' άλλα σκυλιά πως θα μαρτυρήσει στ' αφεντικά τη μπαμπεσά τους. Αν διώχναν τους λύκους, τους υποσχέθηκε το πρωί να χύσει το γάλα απ' την καρδάρα, για να κάνουν οι σκύλοι ένα ωραίο φαΐ. Έτσι κι έγινε. Το πρωί το γέρικο σκυλί το 'χυσε το γάλ' από την καρδάρα. Θύμωσε ο πεθερός και χύμηξε με τη μαγκούρα του να σκοτώσει το σκυλί. Τον αμπόδικε όμως ο χωριάτης. Του 'πε πως τούτο το παλιόσκυλο γλίτωσε τη νύχτα ούλο το κοπάδι.
Η γυναίκα του χωριάτη ζητούσε σώνει και καλά να μάθει το μυστικό. Ο χωριάτης της είπε πως θα πέθαινε άμα της το 'λεγε. Η γυναίκα επέμενε. Ο χωριάτης στο τέλος δέχτηκε. Μόνο την παρακάλεσε, μια και θα 'ταν τα τελευταία του, να του 'τοιμάσει τα σπερνά του. Έτσι κι έγινε.
Στα σπερνά όμως πήγε και σγάρλιξ'ένας κόκορας. Μια κότα του 'πε: «Άσ' τα, και τον αφέντη μας θα τον πεθάνει η σκύλα η γυναίκα του. Θέλει να μάθει το μυστικό του». Κι ο κόκορας απάντησε: «Μωρέ, μπράβο! Εγώ κάνω καλά ενός χωριού κότες κι είμαι άρχοντας και κείνος μια γυναίκα δεν μπορεί να κάνει καλά; Ας πάρει μια σανίδα να της μετρήσει τα παίδια, να δεις, του ματαζητάει να μάθει το μυστικό;» Τ' άκουσ' ο χωριάτης κι έκανε κατά πώς είπε ο κόκορας. Και ζήσαν όλοι καλά και ποτέ δεν ματαζήτησε η χωριάτισσα να μάθει το μυστικό τ' αντρού της.
Παραλλαγή που κατέγραψε ο I. Παπαδόπουλος το 1957 στην επαρχία Καλαβρύτων.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.