Πού είναι ο ήλιος;

(Αφρική)

Ο φύλαρχος Ουάι ζούσε κοντά στη λίμνη Τούμπα με τις γυναίκες του και τους πολλούς υπηρέτες του. Είχε ένα γιο ψηλό και όμορφο, τον Μόκελε. Εκείνα τα χρόνια δεν έβγαινε ήλιος στη χώρα του Ουάι κι ο ουρανός ήταν όλη τη μέρα μουντός και συννεφιασμένος, ενώ τη νύχτα έλαμπε η Σελήνη. Μια μέρα ο Μόκελε ρώτησε τον πατέρα του: "Γιατί εδώ δεν φωτίζει ο ήλιος;" 
Ο Ουάι απάντησε λυπημένος:
"Γιατί τον έχουν κλέψει εδώ και καιρό" 
"Θα πάω να φέρω πίσω τον ήλιο" είπε ο Μόκελε. Έκοψε ένα μεγάλο δέντρο κι έφτιαξε από τον κορμό του μια πιρόγα. Όταν ήταν έτοιμος να φύγει, ήρθαν από το δάσος τ' άγρια ζώα και τον παρακάλεσαν να τα πάρει μαζί του, για να ταξιδέψουν σε μέρη που δεν είχαν ξαναπάει.
"Θα σε βοηθήσουμε να φέρεις πίσω τον ήλιο. Αν δεν θέλει να μας τον πουλήσει εκείνος που τον έχει, θα τον δαγκώσουμε" βούηξαν οι σφήκες. "Μπορώ να βρω τον ήλιο όπου και αν τον έχουν κρύψει" είπε η χελώνα. "Εγώ πάλι, βλέπω καλύτερα από όλους και θα μπορούσα να πετάξω μακρυά όσο χρειαστεί για να τον βρούμε" σφύριξε ο αετός.
"Καλώς ήρθατε στην πιρόγα" είπε ο Μόκελε κι αμέσως όρμησαν μέσα τόσα πολλά ζώα που μόλις και μετά βίας έμεινε μια μικρή θέση για τον ίδιο.
Ο Μόκελε τράβηξε κουπί πολλές μέρες πάνω σε ποτάμια που κυλούσαν μέσα σε δάση, δίπλα σε θεόρατα βουνά και ανάμεσα από απέραντες πεδιάδες και κάποτε έφτασε στη μακρινή χώρα του φύλαρχου Μοκουλάκα, που είχε κρυμμένο τον ήλιο.
"Παρακαλώ μου πουλάτε τον ήλιο?" ρώτησε πολύ ευγενικά το φύλαρχο, όταν τον συνάντησε. Εκείνος δεν ήθελε να τον πουλήσει, όταν όμως είδε την άγρια λεοπάρδαλη, τον πελώριο μπαμπουίνο και όλα τα άγρια ζώα που ήταν μέσα στην πιρόγα, κατάλαβε πως θα ήταν δύσκολο να τον κρατήσει. "Πολύ καλά" είπε. "Πρέπει όμως να συνεννοηθώ πρώτα με τη φυλή μου για την τιμή. Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε λίγο". Ο Μόκελε συμφώνησε και πήγε και κάθησε κάτω από ένα δέντρο.
Ο Μοκουλάκα έτρεξε στην κόρη του τη Μολούμπα, μια πολύ όμορφη κοπέλα. "Μολούμπα" ψιθύρισε, "θέλω να σκοτώσω αυτό τον άνθρωπο και να μην του δώσω τον ήλιο. Ετοίμασε κάποιο δηλητήριο". Ο φύλαρχος δεν είχε προσέξει τη σφήκα που πετούσε εκεί γύρω. Η σφήκα, πέταξε στον Μόκελε και του είπε τι σχεδίαζε ο φύλαρχος.
Ο Μόκελε, όταν ο φύλαρχος τον κάλεσε στην καλύβα της Μολούμπα, έκανε πως δεν ήξερε τίποτα για το δηλητήριο. Κουβέντιασε με την κόρη του φύλαρχου κι εκείνη, τόσο ενθουσιάστηκε με τον Μόκελε, που πέταξε κρυφά το δηλητήριο. Όσο αυτοί μιλούσαν, η χελώνα βρήκε τον ήλιο, κρυμένο σε μια σπηλιά, τον τράβηξε έξω και τον κράτησε προσεκτικά. Ο αετός, άρπαξε τη χελώνα στα νύχια του, τη σήκωσε ψηλά και σε λίγο ο ήλιος ταξίδευε στον ουρανό. Όταν ο Μόκελε και τα ζώα είδαν τον ήλιο να λάμπει πάνω από το δάσος, τρέξαν στην πιρόγα. Μαζί τους πήγε και η Μολούμπα. Ο Μόκελε τράβηξε κουπί, όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να φύγει μακρυά από εκείνη τη χώρα. Ο φύλαρχος Μοκουλάκα, ξεφωνίζοντας έξαλλα και οι στρατιώτες του μαζί, τους κυνήγησαν. Όμως ένα μεγάλο σμήνος από σφήκες τους κέντρισε και τους ανάγκασε να φύγουν μακρυά. Ο Μόκελε γύρισε με την πιρόγα του πίσω στο χωριό του. "Πατέρα" φώναξε, "Έφερα τον ήλιο". Ο πατέρας του και όλοι οι χωριανοί ενθουσιάστηκαν που ο ήλιος θα έβγαινε πάλι κάθε πρωί, κάνοντας τις μέρες φωτεινές και το δάσος να λάμπει. Ο Μόκελε παντρεύτηκε τη Μολούμπα και ζήσανε πολύ ευτυχισμένοι. Ο Μόκελε διηγούνταν την περιπέτειά του ξανά και ξανά. Τη διηγήθηκε στα παιδιά του και στα εγγόνια του και οι άνθρωποι που ζούνε στο δάσος διηγούνται ακόμα και σήμερα, πώς ο Μόκελε έφερε πίσω τον ήλιο.

(Παραμύθι από την Αφρική)
Πηγή: http://paramythimythiko.pblogs.gr