H Λουλουδένια.

(Μάνη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η μαγεμένη βασιλοπούλα")

Ήταν ένα αντρόγενο άρχοντες, αλλά παιδί δεν είχασι. Κι όλο ελέασι: "θε μου, δο μας ένα παιδάκι κι ας έναι ίχιαμε ένα λουλουδάκι". Με τα πολλά παρακάλια εκάμασι ένα παιδάκι, κοριτσάκι. Ήταν ίδιο λουλουδάκι. Το ονομάσασι κιόλα: Λουλουδένια. Όντα το βαφτίσασι, εταΐσασι την καλεστική με χρυσά κουτάλια και μαχαιροπήρουνα και μ ασημένια πιάτα. Εκαλέστησαν κι οι τρεις Μοίρες του Παιδιού. Πάσι και την ώρα που ετρώασι, είπασι οι Μοίρες:
"Η Λουλουδένια να γενεί πεντάμορφη!" "Η Λουλουδένια να γενεί πεντάπλουτη!"
Ό,τι που εσήκωνε το ποτήρι κι η τρίτη Μοίρα να πχιεί και να μοιράνει, πετάγεται η γριά μάγιζα, η Μονομάτα, η κακιά και λέει: "Η Λουλουδένια να πεθάνει δεκαπέντε χρόνου από μία βελόνα!" Λέει η τρίτη Μοίρα: "Τώρα που επρόφτασε κι εμοίρανε η μάγιζα Μονομάτα, δεν μπορού ν αλλάξουι την κουβέντα της. Μπορού μόνο ν' αλλάξου το θάνατο σε ύπνο. Η Λουλουδένια θα κοιμθεί δεκαπέντε χρόνου μόλις τήνε τρυπήσει μία βελόνα, αλλά θα ξυπνήσει ύστερα από χρόνια-χρόνια και καιρούς, θα ντήνε ξυπνήσει ένα βασιλόπουλο".
Εμεγάλουνε η κοπέλα. Έμαθε γράμματα: να γράφει, να'στορίζει*. Οι γονείς της τα βελόνια τάχασι κάμει άρατα** από το σπίτι. Γι' αυτό να ράβει και να κεντά δεν ήξερε. Μόλις έκλεισε τα δεκατέσσερα κι εμπήκε στα δεκαπέντε, επαρησιάστη στο παλάτι της μία μπιρμπίλα*** . Τήνε κυνήγα να ντήνε πιάσει από κήπο σε κήπο. Καμιά φορά λέπει σ' ένα μικρό καμαράκι μία γριά κι έπλεγε. Λέει η κοπέλα: "Τι έναι ευτούνο, γιαγιά;" "Μία βελόνα, παιδάκι μου". Πάει να ντην ακουμπήσει τη βελόνα, τήσε τρουπά το λειρό (λειχανό) της δαχτυλάκι. Έπεσε χάμου κι εκοιμήθη και ξυπνημό δεν είχε.
Εκοιμήθη εκείνη, αλλά εκοιμήθηνα κι όλο της το σπίτι! πατέρας, μάνα, οι υπηρέτες, οι μάγεροι, οι κότες και τ' άλλα ζώα μέχρι κι οι μύγες στα πορτοπαράθυρα. Επααίνασι εκεί ο κόσμος. Κανένας δεν μπορούσε να εμπόρειε να μπει μέσα. Είχασε μία μεγάλη τριανταφυλλιά, είχε πχιάσει την πόρτα του σπιτιού γύρο-γύρο κι είχε θεϊριέψει. Κι όποιος επάαινε να μπει μέσα στο σπίτι τον ετύλιγε στο λαιμό και τον έπνιγε. Επεράσασι χρόνια πολλά. Ελέασι ο κόσμος: εκεί έναι το μαγεμένο δάσος μ' ένα παλάτι που μία κοπέλα έχει κοιμηθεί από παλαιά χρόνια.
Τ' ακούει ένα βασιλόπουλο και λέει: αθα πάου κι εγώ να ίδιου τι γίνεται εκεί πέρα". Παίρνει τους ακόλουθους του, παίρνει και τον πιο πιστό φίλο του και τούνε λέει: "θα πάμε να ιδιούμε τι γίνεται εκεί πέρα". Μόλις εφτάσασι, ου το θάμα, εκατέβη η τριανταφυλλιά κι εγίνη ήμερη. Μπαίνει μέσα το βασιλόπουλο κι ε'ιδιάη στην κάμαρη της Λουλουδένιας. Πάει, τήνε πιάνει από το χέρι και είπε: "Λουλουδένια, ξύπνα! αρκετά εκοιμήθης τόσα χρόνια!... Καιρός να σηκωθείς!" Ανανοήθη η κοπέλα. Μόλις σηκώθη η Λουλουδένια, εξυπνήσασι όλοι οι δικοί της, μχρι κι οι μύγες από τα πορτοπαράθυρα.
Τήνε πήρε γυναίκα κι επεράσασι καλά κι εμείς καλύτερα. 

(Κυριάκος Κάσσης, 725 Λαϊκά Παραμύθια από τη Μάνη, σε αυθεντική λαϊκή αφήγηση, Αθήνα 1983) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.