Η χρυσή γουρούνα.

(Κεφαλλονιά)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Η βασίλισσα γέννησε ένα κοριτσάκι και σε τρεις μέρες πήγανε οι Μοίρες να μοιράνουν το παιδί. Είπαν ότι η βασιλοπούλα, έτσι κι έρθει του νόμου να παντρευτεί, μόλις θα πει ο παπάς "ευλογημένη η βασιλεία", θα γίνει μια γουρούνα χρυσή και θα πάρει τους λόγγους. Το άκουσε η μάνα της και το 'γράψε σ' ένα χαρτί. Το 'βαλε όμως κατάκαρδα πως θα γίνει η θυγατέρα της γουρούνα, και πέθανε. Το μπιλιέτο το είχε φυλάξει σ' ένα βιβλίο. Μια μέρα που ο βασιλιάς ξεφύλλιζε το βιβλίο, απάντησε το χαρτί και πολύ πικράθηκε, ώσπου πέθανε κι αυτός. Η κοπέλα, χωρίς μάνα και πατέρα, αύξαινε κι ομόρφαινε όλο και πιο πολύ.

Ώσπου κάποιο βασιλόπουλο μήνυσε ότι θέλει να την παντρευτεί. Κι εκείνη σκεφτότανε να το κάνει. Απέναντι από το σπίτι της ήτανε μια γειτόνισσα φτωχή. Πήγε λοιπόν το βράδυ στο σπίτι της και της είπε: "Ήρθα να μου κάνεις μια χάρη", κι εκείνη είπε: "Προσκυνώ, βασίλισσα μου, κι ότι αγαπάς από με". "Ήρθα να μου δώσεις την πρώτη σου θυγατέρα αύριο, που έχω λίγο μαλλί να μου το γνέσει". "Ευχαρίστως, κυρά, γιατί να μη σ' τη δώκω; Να έρθει".
Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, η κοπέλα πήγε στο παλάτι, μπήκε από το πορτόνι κι έκατσε κι έξενε το μαλλί. Η βασίλισσα όμως δε φάνηκε διόλου όλη τη μέρα κι ούτε της πήγαινε να φάει. Το βράδυ λοιπόν, αφού καληνύχτισε τη βασίλισσα, έφυγε. Η βασίλισσα ζήτησε από τη γειτόνισσα της να της στείλει την άλλη θυγατέρα της. Και μ' αυτήν όμως συνέβησαν τα ίδια, δηλαδή δε φάνηκε κανείς, ούτε της έδωσαν να φάει. Και οι δυο, όταν γυρίσανε σπίτι τους, παραπονιότανε και λέγανε ότι δεν τις περιποιήθηκε η βασίλισσα. Αυτή όμως τ' άκουγε όλα κρυφά.
Την άλλη μέρα, ζήτησε να πάει η πιο μικρή θυγατέρα της γειτόνισσας. Πράγματι, πήγε κι αυτή και συμβήκανε πάλι τα ίδια. Όταν όμως βράδιασε και γύρισε σπίτι της, είπε στη μάνα της η μικρότερη: "Μωρέ, εμένανε και τι δε μου 'δώσε η βασίλισσα, ως και σαρδελλόγλωσσες μου είχε ψημένες". Κι η βασίλισσα που τ' άκουσε, μπήκε και ζήτησε τη μικρή για να την πάρει γι' αδερφή της και να την
παντρέψει, γιατί αυτή ήτανε η πιο πιστή. Την παίρνει λοιπόν και πήγανε στο παλάτι. Κάτσανε, φάγανε και κοιμηθήκανε.
Την άλλη μέρα, εστερέωσε ο γάμος της βασιλοπούλας με το βασιλόπουλο. Ό,τι ρούχα έφτιανε αυτή, έφτιανε και της φτωχής. Την τελευταία μέρα πριν να γίνει ο γάμος, η βασίλισσα είπε της φτωχής: "Το γραφτό μου είναι να γίνω χρυσή γουρούνα και να πάρω τους λόγγους, μα σε σαράντα μέρες εγώ θα ξαναπάρω τη μορφή μου. θα μου έχεις τρία κακαβιά: το ένα θα έχει γάλα, το άλλο τριανταφυλλόνερο και το άλλο νερό, να πέσω μέσα να κυλιστώ, και τρία σεντόνια να σφογγιστώ. Θα είσαν ντυμένη όπως κι εγώ κι όταν ο παπάς πει Ευλογημένη η Βασιλεία", εγώ θα φύγω. Εσύ θα πάρεις τη θέση μου και θα με περιμένεις να έρθω".
Πράγματι, στην ορισμένη ώρα, γίνηκε ένας ανεμοστρόβιλος κι έσβησε το φως. Όταν άναψαν τα φώτα, όλοι είπανε, που είναι η νύφη να γίνει ο γάμος. Αυτή είπε ότι φοβήθηκε και κλείστηκε στην κάμαρα της. Γίνηκε ο γάμος, τραταριστήκανε, φάγανε κι ήπιανε και πήγανε να πέσουνε. Όταν μπήκανε μέσα στην κάμαρα, αυτή που είχε πάρει τη θέση της βασιλοπούλας, είπε στο βασιλόπουλο: "Σ' ορκίζω σαράντα μέρες να μη μ' αγγίξεις, ούτε τη μανικά μου, γιατί έχω ανάθεμα από τη μάνα μου". "Αυτό", της λέει, "είναι το πιο εύκολο". Όταν περάσανε σαράντα μέρες, περίμενε τη χρυσή γουρούνα. Έκατσε και ζέστανε το νερό στα τρία κακαβιά. Ήρθε η ώρα και φάνηκε από μακριά η χρυσή γουρούνα. Έφτασε και πέφτει μέσα στα κακαβιά και τρίφτηκε καλά κι ύστερα εσφογγίστηκε. Στη στιγμή πήρε την πρώτη της μορφή. Αγκαλιαστήκανε και φιληθηκανε και κατόπιν πήγε μέσα στην κάμαρα της, που κοιμότανε ο άντρας της. Τότε του εξήγησε τα πάντα, πως έτσι έπρεπε να κάνει, μια και ήτανε γραφτό, και πήρε μια ξένη κοπέλα πιστή και την έκαμε αδερφή της.
Και με τον καιρό, βρήκανε βασιλόπουλο και παντρέψανε τη θυγατέρα της φτωχής και ζήσανε καλά και μεις καλύτερα.

(Καταγράφηκε από τη Μαρία Κουρή στην Κεφαλλονιά, το 1957. Το αφηγήθηκε μια αγράμματη Κεφαλονίτισσα, 80 ετών, που το ήξερε από τη γιαγιά της)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.