Το γιδοκόριτσο.

Ήταν ένας ζευγίτης με τη γυναίκα του, και δεν αποκτούσαν παιδιά. Η γυναίκα του παρακαλούσε τον θεό να της δώσει ένα παιδί, κι ας είναι και κατσίκι. Εκίνησε λοιπόν αγκαστρωμένη κι έκανε το κατσίκι. Εμεγάλωσε κι εγίνηκε μια γίδα καλή. Της είπε η μάνα της μια φορά: "Ποιος πααίνει στο χωράφι το νερό του πατρός σου;" "Δέσε το στο κέρατο μου και το πααίνω εγώ!" της είπε. Της το έδεσε και πήγε στον πατέρα της. Γυρίζοντας πίσω ηύρε ένα προσήλιο κι έβγαλε το τομάρι της και ψειριζόταν. Διαβαίνοντας ένα βασιλόπουλο να πααίνει στο κυνήγι, την είδε κι εθάμβωσαν τα μάτια του απ' την ομορφιά της, που έλαμπε σαν ήλιος. Γλέποντας αυτή το βασιλόπουλο, ευτύς εμβήκε στο τομάρι κι επάαινε στο σπίτι της. Στέλνει το βασιλόπουλο από κοντά να ιδεί το σπίτι που θα 'μβει. Γυρίζει το βασιλόπουλο στη μάνα τ' και λέει: "Στείλε προξενιά, θα πάρω τη γίδα γυναίκα!" Ακούοντας αυτά η μάνα του σκούζει, δέρνεται και λέει: "Υγιέ μου, σαν θέλεις να πανδρευτείς, να πάρεις βασιλοπούλα". Κι αυτός της λέει: "Εγώ αυτή θέλω να πάρω!" Είδε την ανάγκη η μάνα του και τη σφίξη κι έστειλε δύο γυναίκες να προξενέψουν τη γίδα. Η μάνα της γίδας τες έπιασε με το ξύλο: "Τι ήρθεταν και γελάτε μετ' εμένα", λέει, "που δεν έχω τσούπρα; Αυτήν μου έδωσε ο θεός για να παρηγορηθώ". Πήγαν οι γυναίκες κι είπαν: "Τούτο και τούτο επάθαμαν". Το βασιλόπουλο λέει της μάνας του: "Να πααίνεις μοναχή σου!" Και πήγε θέλοντας μη θέλοντας και της είπε της μάνας της γίδας: "Αλλιώτικα δε γένεται!" Αυτή, από το φόβο της που είδε τη βασίλισσα, της την έδωκε. Πήρε η βασίλισσα τη γίδα και την πάει στο παιδί της. Εχάρηκε τότε το παιδί της, οπού είχε πέντε μέρες που δεν είχε φάει ψωμί από τη λύπη του.
Μια μέρα, η βασίλισσα έβαλε να πλάσει πίτα. Πάει η γίδα με το κέρατο και της έσκισε το φύλλο. Η βασίλισσα την εχτύπησε με την οκλαή. Την άλλη μέρα πήρε η δούλα το ψωμί και το πήγε στο φούρνο. Επάαινε κι η γίδα παίζοντας κοντά της και καθώς έφτακε στο φούρνο, πήγε η γίδα και με το κέρατο της εχάλασε το τσουρέκι. Σήκωσε το φτυάρι ο σιμιτζής και την εχτύπησε μια. Τον καιρόν εκείνο πανδρεύονταν ένας ξάδελφος του βασιλιά και τους εκάλεσε να πααίουν στο γάμο.
Εγίνηκαν χαζίρι, πήγαν στο γάμο, και τη γίδα την έδεσαν σε μια σκαμνιά. Αφού πήγαν όλοι κι η γίδα απόμεινε μοναχή της, έβγαλε κι αυτή το τομάρι κι ενδύθηκε τα χρυσά φορέματα και πήγε στο γάμο και κάθησε κοντά στην πεθερά της. Γλέποντας η πεθερά της την ομορφιά της, έλεγε με το νου της: "Τέτοια να ήταν και η γυναίκα του παιδιού μου!" Την ερώταε: "Πούθε είσαι, γιε μου;" "Από την οκλαή!" έλεγε. Μπήκε κάτω στο χορό και χόρεψε. Σαν την είδε ο άντρας της, την εγνώρισε. Και σκολνώντας ο χορός, έριξε μήλο χρυσό, ενδύθηκε το τομάρι της κι έφυγε. Ήρθε το βράδυ η βασίλισσα με το παιδί της και του έλεγε: "Είδες μια όμορφη γυναίκα στο χορό;" Της είπε το παιδί της: "Την είδα, μόνο τη ρώτησες πούθε είναι;" Κι αυτή του είπε: "Δεν ξέρω, πως μου το είπε, το αστόχησα!" "Αύριο, αν έρθει, να τη ρωτήσεις, μάνα!" της είπε το παιδί της.
Αύριο πάλε πήγαν όλοι στο γάμο. Επάει και η γίδα και κάθησε σιμά στην πεθερά της. Τη ρώτησε εκείνη: "Πούθε είσαι, υγιέ μου;" Της είπε: "Απ' το φκιάρι!" Ύστερα κατέβηκε κάτω στο χορό και χόρεψε. Σκολνώντας ο χορός, πάλι έριξ' ένα μήλο χρυσό, ν' αντραλευτούν ο κόσμος, και να φύγει. Πάλι ενδύθηκε το τομάρι κι έκατσε στη σκαμνιά δεμένη. Το βασιλόπουλο δεν ήξερε με τι τρόπο να βγάλει το τομάρι. Ήρθε πάλι το βράδυ στο σπίτι με τη μάνα του και την ερώτησε: "Μάνα, ρώτησες, πούθε είναι εκείνη η όμορφη;" "Μου είπε, γιε μ', μόνο αλησμόνησα", του λέει η μάνα του. Το πωρνό εσηκώθηκε το βασιλόπουλο και πήγε στο σιμιτζή και του λέει: "Να κάψεις το φούρνο κακά-κακά και να μη ψήσεις κανενός ψωμί, ότι τσουάπι δε μου δίνεις". Της λέει της μάνας του: "Σύρτε σεις στο γάμο, κι εγώ έρχομαι κατόπι". Πήγαν όλοι κι αυτός εκλείστηκε στο σπίτι.
Η γίδα βγάζει το τομάρι και πααίνει στο γάμο. Αρπάζει το βασιλόπουλο το δερμάτι και το ρίχνει στο φούρνο. Το τομάρι της εμύρισε αυτηνής, κι αφήνει το χορό και κοσσεύει να ριχτεί στο φούρνο. Ερίχτηκε το βασιλόπουλο και την άρπαξε και της είπε: "Δε σ' έχω για το φούρνο, κυρά μου!" Την επήρε στην αγκαλιά του και την έκλεισε στο υαλένιο το χοντσερέ. Και δεν επάει στο γάμο, κι έκατσε μ' αυτήν. Η μάνα του στέλνει τη βάγια να ιδεί γιατί δεν πήγε το παιδί της, και του λέει η βάγια: "Γιατί δεν ήρθες στο γάμο;" Της είπε: "Με πονεί το κεφάλι. Ας γλεντήσει η μάνα μου και το βράδυ έρχομαι". Καρτέρησε λοιπόν η μάνα του και δεν ήρθε. Κίνησε κι επάει μοναχή της. Και το βασιλόπουλο της λέει: "Να, μάνα μου, το κλειδί και φέρε μου απ' τον υαλένιο τον χοντσερέ ένα μαστραπά!" Πηγαίνοντας η μάνα του ν' ανοίξει την πόρτα, έλαμψε ο οντάς. Έβαλε φωνή η μάνα του κι είπε πως είναι ξωτικό μέσα στο χοντσερέ. Εγέλασε το βασιλόπουλο: "Είδες καλά, μάνα μου;" της είπε. Την πήρε απ' το χέρι τη μάνα του και πήγαν αντάμα μέσα. Επάει η νύφη και τς φίλησε το χέρι. Και τς λέει το βασιλόπουλο: "Να, μάνα μου, η γίδα είν' αυτή". Τότες την αγκάλιασε η βασίλισσα και την εφίλησε και της είπε: "Γιατί, υγιέ μου, δε δειχνόσουν τόσον καιρό;"
Ευτύς το πωρνό, η βασίλισσα έστειλε κι εκάλεσε όλους τους βασιλιάδες να κάνει γάμο. Έστειλε κι εκάλεσε και τη μάνα και τον πατέρα της νύφης. Κι αυτοί φοβήθηκαν μην τους κόψουν, και του λέγουν του βασιλιά πως αυτοί φοβούνται και δεν έρχονται. Ευτύς έκοψε φορέματα ο βασιλιάς της μάνας και του πατρός και πήγε μοναχός του και τους πήρε, και κατέβηκε η τσούπρα και τους φίλησε το χέρι αποκάτω στη σκάλα, και πήρε τη μάνα της και τον πατέρα της κι έκαναν το γάμο κι έζησαν καλά.

(Jean Pio, Contes populaires grecs, Copenhague 1879)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.


Σημειώσεις:

Το παραμύθι αυτό αποτελεί οικότυπο στην Ελλάδα. Μια στείρα γυναίκα ζητάει από το θεό παιδί, ας είναι και κατσίκα. Ο θεός της στέλνει μια κατσίκα για κόρη. Σε πολλές περιπτώσεις το ζώο είναι σκυλίτσα, κόρακας, γουρούνα, κολοκύθι, αρνί, γάτα, καμήλα ή κουρούνα. Η κόρη πηγαίνει στα χωράφια να φέρει στον πατέρα της φαΐ'. Επειδή κάνει ζέστη, βγάζει την προβιά της και ξεψειρίζεται. Η ομορφιά της λάμπει στον ήλιο. Ένα πριγκιπόπουλο τη βλέπει ν' αλλάζει προβιά και τη ζητάει σε γάμο. Στο παλάτι, η πεθερά της την κακομεταχειρίζεται. Μια Κυριακή που πηγαίνουν όλοι σ' ένα γάμο, η κατσίκα βγάζει την προβιά της και, πανέμορφη, κάθεται δίπλα στην πεθερά της που λυπάται γιατί ο γιος της δεν πήρε αυτήν την όμορφη, παρά παντρεύτηκε μια κατσίκα. Ο πρίγκιπας την αναγνωρίζει, αλλά αυτή φεύγει από την εκκλησία νωρίτερα, ξαναφορώντας την προβιά της. Τα ίδια επαναλαμβάνονται και την επόμενη Κυριακή. Την τρίτη φορά όμως, ο πρίγκιπας της καίει την προβιά στο φούρνο. Η κόρη θέλει να καεί μαζί της, στο τέλος όμως μένει στην αγκαλιά του πρίγκιπα. Η πεθερά της είναι όλο χαρά, γίνονται γάμοι λαμπροί και ζουν ευτυχισμένοι.
Άλλοτε όμως, το τέλος είναι τραγικό: η κατσίκα μένει κουτσή ή πεθαίνει ή χάνεται στον άλλο κόσμο κι ο πρίγκιπας την αναζητά και την ξαναβρίσκει. Το τραγικό τέλος της ηρωίδας έχει κι άλλη τροπή: μετά το θάνατο της ηρωίδας, ο σύζυγος ξαναπαντρεύεται κι η μάνα της κατσίκας πεθαίνει από τον καημό της.
Στην περίπτωση της σκυλίτσας, σε μερικές παραλλαγές, στο γάμο της ένα άλλο βασιλόπουλο που παρίσταται ζηλεύει και θέλει κι αυτό να παντρευτεί μια σκυλίτσα που όμως τον δαγκώνει και φεύγει από το παράθυρο, κάποτε γεμίζοντας το στρώμα του με ακαθαρσίες.
Άλλοι πιθανοί συμφυρμοί: η κόρη γίνεται βουβή, όταν καεί η πρόβεια της. Την καλούν στο γάμο του βασιλόπουλου με μίαν άλλη κοπέλα, που καίγεται από μια σταγόνα κεριού και διαμαρτύρεται. Η ηρωίδα ξαναβρίσκει τότε τη φωνή της και λέει "δεν παραπονέθηκα όταν μου κάψαν την προβιά μου κι εσύ φωνάζεις για μια σταγόνα κερί!" Έτσι ο βασιλιάς την αναγνωρίζει και την ξαναπαίρνει γυναίκα του.
(Στα παραμύθια του Charles Perrault έχει τον τίτλο "Peau d'âne")
Αξιοσημείωτη είναι η μαγική γέννηση της κόρης με μορφή ζώου, εξαιτίας της άστοχης ευχής της μάνας της. Τέτοιες θαυμάσιες γεννήσεις από στείρους γονείς που συμβιβάζονται με τους θεούς, ζητώντας, προκειμένου να αποκτήσουν παιδί, ό,τι να 'ναι, κάβουρα, σκουλήκι, κατσίκα, φίδι, αρκεί να είναι ζωντανό, συναντούμε ως εισαγωγικά μοτίβα σε πολλούς παραμυθιακούς τύπους. Τα παιδιά που γεννιούνται με τη μορφή ζώου πρέπει στη συνέχεια να περάσουν πολλές περιπέτειες για να φτάσουν τελικά σε μίαν αναγέννηση, συχνά συμβολική, με τη βοήθεια του έρωτα, που θα τα βοηθήσει να λυτρωθούν από την άστοχη μητρική ευχή στην οποία χρωστούν την ύπαρξη τους, ευχή που λειτούργησε ως κατάρα, και να κρατήσουν οριστικά πλέον την ανθρώπινη μορφή τους.