H Μάγισσα.

(Θήβα. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα τρία κίτρα")

Μια φορά και ένα καιρό ήτανε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Δεν κάνανε παιδιά. Μια μέρα, νύχτα παρακάλεσε το θεό να της δώσει ένα αγοράκι. Κι έλεγε η βασίλισσα: "αν ο θεός μου δώσει ένα αγοράκι, θα κάνουμε όλες τις βρύσες να τρέχουν τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέλι, γάλα και βούτυρο". Τους άκουσε ο θεός και τους έδωσε ένα αγοράκι. Αυτοί από τη χαρά τους ξέχασαν το τάμα τους.
Το παιδί μεγάλωσε και πήγαινε σχολείο. Μια μέρα το συνάντησε μια γυναίκα και του είπε:
"Παιδάκι μου, να πεις στη μάνα σου το τάμα που έταξε δεν το έκανε και αυτό που της έδωσα θα της το πάρω". Το παιδί το ξέχασε να το πει στη μάνα του. Την άλλη μέρα, το συναντάει πάλι και το ρωτάει αν το είπε. Και το παιδί είπε πως το ξέχασε. Η γριά του λέγει να μην το ξεχάσει να το πει. Το παιδί το είπε στη βασίλισσα, μα αυτή και πάλι δεν το υποψιάστηκε. Παρουσιάστηκε το βράδυ στον ύπνο της και της είπε: "Κυρά μου, το τάμα που έταξες δεν το έκανες και το παιδί που σου έδωσα θα σου το πάρω". Σηκώθηκε ταραγμένη και είπε στο βασιλιά: "Βασιλιά μου, μου είπε η Παναγία στον ύπνο μου ότι θα μας πάρει το παιδί γιατί δεν κάναμε το τάμα μας". Την άλλη μέρα έκαναν τις βρύσες να τρέχουν τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέλι, γάλα, βούτυρο. Πήρε όλος ο κόσμος και μια γριά δεν πρόφτασε να πάρει. Πήγε στο τέλος μ' ένα τσουκαλάκι και μάζευε με το δάχτυλο της μέλι από την κάνουλα της βρύσης. Δίπλα στη βρύση ήταν μια μάντρα ψηλή και καθότανε το βασιλόπουλο και κοίταζε τη γριούλα που μάζευε το μέλι. Έξαφνα της πέταξε μια πέτρα και της έσπασε το τσουκαλάκι με το μέλι. Σηκώνει τα μάτια της η γριά και βλέπει το βασιλόπουλο και του λέει: "Τι να σου πω παιδάκι μου, να σε καταραστώ, είσαι βασιλόπουλο. Σε καταριέμαι να πας να βρεις την Τρισεύγενη, τα τρία κίτρα". Το παιδί μόλις το άκουσε, έτρεξε στο σπίτι του, πήρε το άλογο του, το σπαθί του κι ένα παγούρι νερό, αποχαιρέτησε τους γονείς του και πάει να βρει την Τρισεύγενη. Οι γονείς του δεν τον αφήνανε. Του έλεγαν, "βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, μην πας γιατί έχουνε πάει και άλλοι πολλοί και δεν ξαναγυρίσανε". Μα αυτός δεν άκουγε κανένα. Και έφυγε.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει φτάνει σ' ένα ψηλό βουνό και βλέπει μια γριά να κρέμεται σε ένα αμυγδαλότσουφλο και της λέει: "Ώρα καλή σου, γερόντισσα!". "Καλώς το παλικάρι! Αν δεν μου έλεγες ώρα καλή γερόντισσα, θα σ' έτρωγα". "Και συ, αν δε μου έλεγες καλώς το παλικάρι, θα σε έκοβα με το σπαθί μου". "Τι θέλεις, παιδάκι μου, εδώ που ήρθες,'" "Κυρά μου, μια χάρη σου ζητώ. Να μου πεις που είναι η Τρισεύγενη, τα τρία κίτρα". "Αχ παιδί μου, μεγάλη χάρη μου ζητάς και δεν θα μπορέσω να στην κάνω. Πάρε αυτό το χτένι και πήγαινε στο παραπάνω βουνό. Εκεί είναι η αδελφή μου, να της το δώσεις και να της πεις χαιρετίσματα πολλά. Μην ξεχάσεις να της πεις ό,τι μου είπες εμένα γιατί θα σε φάει. Και μετά να της πεις για την Τρισεύγενη και ίσως ξέρει αυτή να σου πει".
Το παιδί ευχαρίστησε τη γριά και δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φθάνει στο πιο ψηλό βουνό, στην άλλη αδελφή. Άνοιξε την πόρτα και βλέπει να κρέμεται μια γριά σ' ένα αμυγδαλότσουφλο. "Ώρα καλή, γερόντισσα!". "Καλώς το παλικάρι! Εάν δε μου έλεγες ώρα καλή κλπ. Τι θέλεις, παιδί μου, εδώ που ήρθες;" "Μια χάρη σου ζητώ, να μου πεις που είναι η Τρισεύγενη". "Μεγάλη χάρη μου ζητάς. Το βλέπεις εκείνο το βουνό, εκεί είναι η άλλη μου αδελφή. Να μην της πεις ό,τι είπες εμένα, γιατί πανίζει με τα στήθια της το φούρνο και δεν μπορεί να σου μιλήσει. Σκίσε από το σακάκι σου ένα κομμάτι και πάνισε το φούρνο. Ρίξε τα ψωμιά και αυτή για το καλό που θα της κάνεις, θα σε ευχαριστήσει. Πάρε και αυτήν την τσατσάρα και πες της,χαιρετισμούς από την αδελφή σου".
Την ευχαρίστησε το βασιλόπουλο κι έφυγε. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει στο παραπάνω το βουνό. Βλέπει τη γυναίκα να πανίζει το φούρνο. Αμέσως κάνει όπως του είχε πει η γριά. Και εκείνη δεν ήξερε πως να τον ευχαριστήσει. "Τι καλό θέλεις να σου κάνω για το καλό που μου έκανες;" "θέλω να μου πεις που είναι η Τρισεύγενη". "Το βλέπεις εκείνο το βουνό; Εκεί είναι ένα δέντρο, που έχει τρία κίτρα. Από κάτω το φυλάνε τρία λιοντάρια. Μόλις πας, θα πάρεις έξι κριάρια, θα τους ρίξεις τα τρία, θα ανεβείς, θα κόψεις τα τρία κίτρα και θα ρίξεις και τα άλλα τρία κριάρια και θα φύγεις. Όταν θα κόβεις τα κίτρα, κάθε κίτρο θα έχει και από μια κοπέλα, να τα ρίξεις σε πολύ νερό". Το παιδί ευχαρίστησε τη γυναίκα κι έφυγε.
Έκανε όπως του είπε και πήρε τα κίτρα. Το παιδί δεν καρτερεύτηκε κι έκοψε το ένα. Πετάχτηκε μια ωραία κοπέλα και ζητούσε νερό. Της έδωσε από το παγούρι αλλά δεν της έφτασε και πέθανε. Αυτός λυπήθηκε. Προχώρησε πιο πέρα, βρήκε ένα αυλάκι με νερό, έκοψε και το άλλο το κίτρο. Πετάχτηκε κι άλλη μια κοπέλα. Μα και πάλι δεν της έφτασε το νερό και πέθανε. Έφυγε πάλι λυπημένος, ώσπου βρήκε μια στέρνα με νερό, έκοψε και το τρίτο κίτρο. Βγήκε μια κοπέλα και ζητούσε νερό. Την έριξε μέσα, ήπιε πολύ νερό, έπλεε και του λέει! "Ντρέπομαι, πως να βγω γδυτή;" Έβγαλε το παλτό του και την τύλιξε. Και της λέει ν' ανέβει σ' αυτό το κυπαρίσσι και να περιμένει έως ότου φέρει βασιλικά ρούχα και άμαξα. Έφυγε το βασιλόπουλο και η Τρισεύγενη έμεινε μόνη στο κυπαρίσσι. Σ' αυτήν τη στέρνα πήγαινε μια αραπίνα και έπαιρνε νερό. Καθώς κοίταξε στη στέρνα βλέπει να γυαλίζει η ομορφιά της και λέει: "Χα, χα, χα, τι ωραία που είμαι και δουλεύω!" Τ' άκουσε η Τρισεύγενη από πάνω και γέλασε. Σήκωσε τα μάτια της ψηλά η αραπίνα και της λέει'. "Εσύ είσαι στη στέρνα και νομίζω πως είμαι εγώ. Τι κάνεις εκεί πάνω που είσαι;" "Κάθομαι και περιμένω το βασιλόπουλο να μου φέρει τη βασιλική άμαξα και τα βασιλικά ρούχα και θα με πάρει γυναίκα του". "Κατέβα γρήγορα", της λέει η αραπίνα. "Όχι", λέει η Τρισεύγενη. Δε χάνει καιρό η αραπίνα, ανεβαίνει και την πετάει στη στέρνα. Γδύνεται εκείνη και φοράει το παλτό. Η Τρισεύγενη γίνεται ένα ψαράκι μέσα στη στέρνα. Έρχεται το βασιλόπουλο με τη βασιλική άμαξα και τι να δει, μια αραπίνα. "Τι έγινες έτσι και μαύρισες;" της λέει. "Από τη στενοχώρια μου". "Αν θα σε πάω στο παλάτι θ' ασπρίσεις;" "Και βεβαία, αν δε με στενοχωρείς, θα γίνω όπως ήμουνα". Το βασιλόπουλο πολύ στενοχωρημένο, την πήρε και πήγε στο παλάτι και δεν έβγαινε καθόλου έξω από τη στενοχώρια του. Το έμαθε όλος ο κόσμος για τη στενοχώρια του.
Μια κοπέλα πάει στη στέρνα να πάρει νερό και μέσα στον κουβά της μπήκε ένα ψαράκι. Βάζει το χέρι της να το πιάσει και εκείνο τη χάιδευε. Σκέφτηκε να το πάει στο βασιλόπουλο επειδή ήταν πολύ στενοχωρημένο. Μόλις το πήρε ο βασιλιάς, το ψαράκι άρχισε να τον χαϊδεύει. Μόλις πήγαινε η αραπίνα άνοιγε τ' αγκάθια του και την τσιμπούσε. Διάταξε το βασιλόπουλο να βάλουν το ψαράκι σ' ένα δωμάτιο και να του πηγαίνουν εκεί το φαγητό του. Η αραπίνα ζήλεψε και του λέει "άμα κάθεσαι με το ψαράκι εγώ θα μαυρίσω περισσότερο". Τι να έκανε κι αυτός. Έλεγε η αραπίνα να το σφάξουνε και να το φάνε. Αυτός δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά και το σφάξανε και το μαγειρέψανε. Τα κόκαλα η αραπίνα τα έριχνε στη φωτιά, αυτός τα έβαζε δίπλα στο πιάτο του. Στο τέλος τα πέταξε στο περιβόλι του και φύτρωσε μια λεμονιά. Μόλις την είδε το βασιλόπουλο διάταξε να του πηγαίνουν εκεί το φαγητό του να τρώει, γιατί μόλις πήγαινε κοντά, τα κλαριά της λεμονιάς τον χαϊδεύανε. Μόλις πήγαινε η αραπίνα άνοιγε τ' αγκάθια της και την τρύπαγε. Αυτή ζήλευε κι ήθελε να κόψουν τη λεμονιά. Αλλά και πάλι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γιατί φοβότανε μην μαυρίσει και την έκοψαν τη λεμονιά. Τα κλαδιά της τα έδωσαν σε όλο τον κόσμο και έμεινε ο κορμός μόνον. Τον κορμό τον πήρε ένας γέρος. Ο γέρος πήρε το τσεκούρι του κι άρχισε να χτυπάει το ξύλο. Τότε ακούστηκε μια φωνή. "Βάρα πάνω, βάρα κάτω, και στη μέση μη βαρείς γιατί είναι κόρη και πονεί, και πονεί στην κεφαλή". Ο γέρος φοβήθηκε, πέταξε το τσεκούρι κι έτρεξε στο γιο του. Ο γιος του, ψύχραιμος, πήρε το τσεκούρι και άρχισε να χτυπάει. Άκουσε την ίδια φωνή. Βάραγε δεξιά, αριστερά και πετάχτηκε μια πεντάμορφη κοπέλα. Φοβήθηκαν μόλις την είδανε. "Μη φοβάστε, κι εγώ άνθρωπος είμαι", και τους διηγήθηκε την ιστορία της.
Παρακάλεσε το γέρο να της φέρει τρεις πήχες χασέ και μεταξωτή κλωστή για να κεντήσει τα βάσανα της. Ο γέρος της τα έφερε. Αφού τα κέντησε, τα τύλιξε καλά και τα έδωσε στο γέρο να τα πάει στο βασιλόπουλο. Ο γέρος τα πήγε. Το βασιλόπουλο τα άνοιξε και διάβασε. Ρώτησε το βασιλόπουλο που είναι η κοπέλα και πήγε στην αραπίνα και της λέει: "Σήμερα έχω μια στενοχώρια, θέλω να δικάσω μια γυναίκα", και της ιστόρησε την ιστορία της Τρισεύγενης. "Τι πρέπει να κάνω;" "Να τη δέσεις πίσω από τρία άλογα, να τη γυρίσουν στα βουνά και να την κάνουν κομμάτια". "Αυτό θα κάνω", της είπε.
Πήρε άμαξα και πήγε στο σπίτι του γέρου. Μόλις την είδε, την αγκάλιασε και είπαν τα πάθη τους. Την πήρε και πήγανε στο παλάτι. Η αραπίνα τρόμαξε μόλις την είδε. Το βασιλόπουλο την τιμώρησε όπως εκείνη είχε συμβουλέψει. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
 
(Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Γιαννούκου Μαρία που το άκουσε από τη Δήμητρα Κελεκίδου από τη Θήβα) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.