Το δαφνοκουκουτσάκι.

(Χίος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το δαφνοκούκουτσο")

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που δεν εκάμνανε παιδιά. Κάθε μέρα η βασίλισσα επαρακάλιεν το θεό να της δώσει ένα παιδί, "θε μου", ήλεγεν "δώσ' μου ένα παιδάκι κι ας είν' και δαφνοκουκουτσάκι". Με τα πολλά εισακούστηκεν η δέηση της κι εγέννησεν ένα δαφνοκουκουτσάκι. Επλημμύρισεν τότες από χαρά το παλάτι, μα αμάν την τρίτη μέρα επήανε να πλύνουν τα μωρόπανα, ήπεσενε και το δαφνοκουκουτσάκι μέσα στο νερό και το χάσανε, θρήνος και οδυρμός και νύχτα απλώθηκαν στο παλάτι κι ούλοι ήτανε απαρηγόρητοι.

Στο μεταξύ, το δαφνοκουκουτσάκι το πήρεν ο ποταμός και το πήεν σε μίαν άλλη χώρα όπου εβασίλευεν άλλος βασιλιάς. Δίπλα λοιπόν στο παλάτι εκείνου του βασιλέ εφύτρωσεν το δαφνοκουκουτσάκι κι έγινε μια δάφνη όμορφη και φουντωτή. Ο βασιλές αυτός είχεν ένα βασιλόπαιδο όμορφο και λεβεντόκορμο. Το 'χαν και καλομαθημένο. Κάθε βράδυ, η δούλα του πήαινε να πιει ένα ποτήρι σερμπέτι. Στα τελευταία όμως ήβγαινεν απ' τη δάφνη μια πανώρια κόρη, ήπινεν του βασιλόπαιδου το σερμπέτι κι ύστερα ήμπαινεν στη δάφνη πάλι. Το κάμε μια, το κάμε δυο, την τρίτη το βασιλόπαιδο ερωτά τη δούλα: "Γιατί δε μου φέρνεις το σερμπέτι πια;" Μα η δούλα δεν είχεν είδηση. Γι' αυτό και το βασιλόπαιδο αποφάσισε να στήσει καρτέρι για να δει ποιος ήπινεν το σερμπέτι.
Τη νύχτα λοιπόν δεν απεκοιμήθη, μα ήκατσεν κι επαραφύλαγεν. Και να σου τα μεσάνυχτα κι έρχεται η κόρη, πα να πιει το σερμπέτι, μα το ξάγρυπνο βασιλόπαιδο δε χάνει καιρό. Την άρπα, τη φιλά και την τσιμπά. Με τα πολλά την εξαπόλυσε κι αυτή πα στη μάνα της, τη δάφνη, και της κράζει: "Μάνα, άνοιξε μου να μπω". Μα η δάφνη ούτε να την ακούσει. "Τσιμπημένη, φιλημένη μες στη δάφνη πια δεν μπαίνει", της αποκρίθηκε. Ήντα να κάμει τότες η κόρη; Μια και δύο πα στο βασιλόπαιδο. "Τι θα γίνω τώρα;" του λε. "Με τσίμπησες, με φίλησες κι η μάνα μου πια δεν με θε". Κι ήκλαιγεν κι εφώναζε. Ήντα να κάμει το βασιλόπαιδο, την εκράτησεν κοντά του. Όμως για κακή τύχη της κόρης έτυχεν αρραβωνιασμένος. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα του λέανε σώνει και καλά να παντρευτεί. Το βασιλόπαιδο αγαπούσεν την κόρη, μα τι να σου κάμει; 
Ένα βράδυ, λοιπόν, πα το βασιλόπαιδο, μαζεύει τριαντάφυλλα και βασιλικούς, κάμνει ένα στεφάνι, της το βάζει κρυφά τη νύχτα, την ώρα που αυτή εκοιμόταν και φεύγει να πα να παντρευτεί. Ξυπνά εκείνη το πρωί και τι να δει; Άφαντο το βασιλόπαιδο. Αρχινά λοιπόν τους θρήνους και τους οδυρμούς και τα μοιρολόγια: "Ρόδα και τριαντάφυλλα και σεις βασιλικοί μου, γιατί μ' αποκοιμίσατε κι έχασα το πουλί μου;" Φεύγει λοιπόν αμέσως προς αναζήτησήν του.
Στο δρόμο που επήαινε συναντά έναν καλόγερο. Τόνε σταματά και του λε. "Καλόγερε, πόσα θες ν'αλλάξομ·ε φορεσιά;" Ο καλόγερος εδέχθη κι ανταλλάξανε τα ρούχα τους. Μόλις η κόρη ήβαλεν τα καλογερίστικα ήγινεν αγνώριστη. Μια και δύο πορεύεται προς αναζήτηση του βασιλόπαιδου. Εκεί που περπατούσε, βλέπει το βασιλόπαιδο καβάλα πάνω σ' ένα κατάμαυρο άλογο. Αμάν την είδεν αυτός δεν την εγνώρισεν και παίρνοντας την για αληθινό καλόγερο την ερωτά. "Μην είδες τίποτις στο δρόμο;" "Ναι", αποκρίθηκεν ο καλόγερος. "Είδα κόρην που κλαιγεν κι εμοιρολόγα κι ήλεγεν: Ρόδα και τριαντάφυλλα και σεις βασιλικοί μου, γιατί μ' αποκοιμήσατε κι έχασα το πουλί μου". Στεναχωρεμένο τότες το βασιλόπαιδο της λε: "Κάτσε στα ξεκάπουλα τ'αλόγου". Αυτή ανέβηκεν χωρίς να χάσει καιρόν και κάθε λίγο και λιγάκι το βασιλόπαιδο την ερωτούσεν. "Μην είδες τίποτα στο δρόμο;" Κι η κόρη ήλεγεν τα ίδια κι εκείνου του καιόταν η καρδιά απ' τη λύπη του. Μα τι να κάμει;
Τέλος εφτάσανε στο μέρος που 'τανε να παντρευτεί. Το βασιλόπαιδο όμως τους είπενε πως χωρίς τον καλόγερο δεν παντρεύεται. Γι αυτό ήμεινεν κι ο καλόγερος στο γάμο και την ώρα που τον επαντρεύανε την ερωτούσεν τα ίδια. Σε μια στιγμή όμως ετσάκωσεν τα μάτια της δακρυσμένα κι αμέσως την εγνώρισεν. Επέταξεν η καρδιά του απ' τη χαρά μα δεν ήδειξεν τίποτις. Μα την ώρα που όλοι αποκοιμήθηκαν, πα και τη βρίσκει, την παίρνει κι εφύγανε μακριά κι έζησαν ευτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 

(Δέσποινα Μ. Δαμιανού, Παραμύθια της Χίου, Χίος 1994. Το κατέγραψε η Ιουλία Τέττερη, από αφήγηση της Κυριακούλας Βορριά, ετών 60, από τον Κάμπο της Χίου) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.