H κατάρα της μάνας.

(Μεσολλόγγι. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Όφις που έγινε βασιλόπουλο" ή "Η κόρη με τους δύο συζύγους")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι απόχτησαν ένα κοριτσάκι, που το βάφτισαν και το βάλανε Μαρία. Η Μαρία μεγάλωνε σιγά-σιγά και τη βάλανε σ' ένα σχολείο να μάθει γράμματα. Στο σχολείο η δασκάλα την περιποιούντανε πάρα πολύ και την αγαπούσε, κι αυτήνη πάλι αγαπούσε τη δασκάλα. Μια μέρα, η δασκάλα της λέει:
"θέλεις, Μαρία μου, να με κάνεις εμένα μαμά;" Η Μαρία της είπε.' "Αφού έχω μαμά, πως θα κάνω εσένα;" Η δασκάλα της της έλεγε, της ξαναέλεγε, και η Μαρία, που την αγαπούσε, της είπε μια μέρα: "Ναι, θέλω". Τότε η δασκάλα της είπε: "Όταν πας σπίτι, να ζητήσεις να σου δώσει η ίδια η μαμά σου καρύδια από τη μαρμαρένια κάσα. θα σου λένε να σου δώσουν οι υπηρέτες, αλλά εσύ θα λες, όχι, θέλω να μου δώσει η ίδια η μάνα μου από τη μαρμάρινη κάσα. Τότε εκείνη θα πάει να σου δώσει. Όταν θα είναι σκυμμένη πάνω από την κάσα, ξαφνικά, να ρίξεις το καπάκι της κάσας και θα τη σκοτώσεις". Σχόλασε λοιπόν η Μαρία και το σκεφτότανε. Επειδή όμως αγαπούσε πάρα πολύ τη δασκάλα της, έκανε ό,τι της είπε εκείνη. Πάει στο σπίτι και ζήταγε καρύδια από τη μάνα της. Η μάνα της από τα πολλά πήγε να της δώσει η ίδια. Τη στιγμή λοιπόν που 'τανε σκυμμένη πάνω από την κάσα, η Μαρία ρίχνει γρήγορα το καπάκι και την πλάκωσε. Η μάνα της έβαλε τις φωνές και προτού ξεψυχίσει της είπε: "Αχ, να δώκει ο θεός κι η Παναγιά, συ που με σκότωσες να 'ρχεσαι στο μνήμα μου να σου δίνω συμβουλές, γιατί, γι' αυτό που μου κάνες, θα περάσεις βάσανα μεγάλα".
Κηδέψανε μετά τη βασίλισσα μεγαλοπρεπώς' αφού πέρασαν μερικές ημέρες, είπε η δασκάλα στη Μαρία να ειπεί στο βασιλιά πως ήθελε να της πάρει μαμά. Η Μαρία πήγε με κλάματα και φωνές στο βασιλιά και του λέει: «θέλω μαμά». Κι ο βασιλιάς της λέει: «Ποια παιδί μου, θα σ' αγαπάει σαν τη μαμά σου, για να την πάρουμε;» Τότε η Μαρία του λέει, όπως την είχε συμβουλέψει η δασκάλα της: «θα πάρεις τη δασκάλα μου, αυτήνη θέλω εγώ». Ο βασιλιάς, για να μη χαλάσει το χατίρι του κοριτσιού, πήρε τη δασκάλα.
Αφού παρήλθε κάμποσος καιρός που η Μαρία και η δασκάλα τα πηγαίνανε καλά, καλέσανε το βασιλιά σε πόλεμο από άλλη χώρα. Έφυγε ο βασιλιάς κι έμεινε η δασκάλα μόνη με την Μαρία. Μια γυναικούλα απ' αυτές που 'φτιαχναν τον μπαξέ, δεν είχε παιδιά και παρακάλεσε τον θεό και είπε: «θε μου, δώσε μου ένα παιδί κι ας είναι και όφις». Ο θεός τη λυπήθηκε κι έμεινε γκαστρωμένη τον όφι. Μια μέρα λοιπόν, βγήκε η γκαστρωμένη έξω και λέει: «Αχ, θα γεννήσω τον όφι και ποια μαμή θα ρθει να με ξεγεννήσει, που θα τήνε φάει;» Η βασίλισσα η δασκάλα, που 'τανε στο μπαλκόνι της και τ' άκουσε, λέει: «Μπα, μη σεκλετίζεσαι, κυρά μου, θα στείλω εγώ τη Μαρία την προγονή μου να σε ξεγεννήσει». «Μπα», της λέει αυτήνη, «πώς θα τήνε στείλεις, που 'ναι όφις και θα τη φάει τη βασιλοπούλα». «Τι σας νοιάζει εσάς, θα τη συμβουλέψω εγώ». Κι αμέσως είπε της Μαρίας να πάει να ξεγεννήσει τη γυναίκα του μπαξεβάνη.
Σηκώνεται η Μαρία και πάει στο μνήμα της βασίλισσας, όπως τήνε καταράστηκε: «Μανούλα μου, που σε σκότωσα, γιατί έτσι μου 'πε η δασκάλα μου να κάνω, συμβούλεψε με τι να κάνω, που θέλει η γειτόνισσα να πάω να την ξεγεννησω». Έρχεται λοιπόν ένα βογγητό και μια φωνή από το μνήμα: «Αχ, αυτά κι άλλα πολλά θα πάθεις! να πεις του πατέρα του όφι να πάρει μια κάδη μέλι και μια κάδη γάλα και να 'χουνε κι ένα κασόνι μεγάλο έτοιμο να τον ρίξουνε μέσα. Όταν λοιπόν θα βγαίνει ο όφις, θα λες «στο μέλι, στο γάλα ο όφις» κι αφού φάει το μέλι και το γάλα, θα τόνε ρίξεις στο κασόνι, που θα 'χει μόνο μία τρύπα για να παίρνει φύσημα». Έτσι κι έγινε' η Μαρία με τη συμβουλή της μάνας της κατάφερε κι έριξε τον όφι μες στο κασό. Ο βασιλιάς δεν είχε επιστρέψει ακόμα από τον πόλεμο κι ο όφις μεγάλωνε. Του ρίχναν κι έτρωγε από την τρύπα.
Αφού πέρασαν κάμποσα χρόνια μεγάλωσε ο Όφις και μια μέρα φωνάζει: «Μάνα, θέλω να με μάθεις γράμματα. Παιδί μου, ποιος θα σε μάθει γράμματα, που θα τόνε φας», λέει η μάνα του. «Αυτήνη που με ξεγέννησε θα με μάθει και γράμματα», απαντάει ο Όφις. Το 'πάνε πάλι της Μαρίας. Σηκώνεται αυτή και πάει πάλι στης μάνας της το μνήμα. Άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα και να λέει: «Μάνα μου, συμβούλεψε με τι να κάνω, που θέλει ο Όφις να του μάθω γράμματα». Κι η μάνα της της είπε: «Να πεις στον πατέρα του Οφι να κάνει τρεις βεργιές σιδερένιες, και θα του λες άλφα, Όφι, άλφα θα σου λέει, βήτα, Όφι, βήτα θα σου λέει, γάμα, Όφι, γάμα θα σου λέει. Στο δέλτα θα θελήσει να σε φάει, αλλά εσύ θα του πεις, δέλτα, Όφι, και θα του σπάσεις τη μια βέργα στο κεφάλι, έπειτα την άλλη και την άλλη. Τότε θα μπει μες στο κασόνι και δε θα σε φάει». Έτσι, η Μαρία έκανε ό,τι της είπε η μάνα της και κατόρθωσε με τον τρόπο αυτό να μάθει και γράμματα. Αφού πέρασε πάλι κάμποσος καιρός, λέει ο Όφις στη μάνα του με χοντρή φωνή: "Μάνα, θέλω να με παντρέψεις". "Μπα, τρελό κακό που σου 'ρθε, που θέλεις να παντρευτείς, και ποια σε παίρνει εσένα βρε, που 'σαι Όφις;" του λέει η μάνα του. Τότες ο Όφις λέει: "Αυτή που με ξεγέννησε, αυτή που μου 'μαθέ γράμματα, αυτήνη θα μου δώσετε γυναίκα. Τη Μαρία". "Πώς θα σου δώσουμε γυναίκα τη Μαρία, σένα που 'σαι Όφις και θα τη φας;" "Δεν την τρώω, δεν την τρώω, άμα δε μου τη δώσετε, θα βγω να σας φάω όλους". Η δασκάλα τότε, τα 'κουσε αυτά και λέει: "Ξέρεις, Μαρία, θα σε παντρέψουμε". "Και ποιον θα μου δώσετε;" "θα σου δώσουμε, παιδί μου, τον Όφι άντρα, που τον ξεγέννησες, του μαθές και γράμματα, γιατί έτσι θέλει". Μόλις τ' άκουσε αυτά η Μαρία, και μια και δύο πάει πάλι στο μνήμα της μητέρας της να της δώσει συμβουλή: "Μάνα μου, μανούλα μου, μου λένε να πάρω τον Όφι άντρα μου, τι να κάνω, συμβούλεψε με". Τότε ακούγεται βαθιά από τον τάφο ένα απόφωνο κι η μάνα της της είπε: "Να τόνε πάρεις, παιδί μου, τον Όφι και μη φοβάσαι, δε θα σε φάει, αλλά να προσέξεις καλά".
Τον πήρε η Μαρία τον Όφι. Στεφανωθήκανε και πήγανε στην κάμαρα, που την είχανε στολισμένη με το κρεβάτι της, με όλα έτοιμα. Ο Όφις έκατσε σε μια γωνιά κι η Μαρία μαζεύτηκε κουβαράκι, φοβισμένη πάνω στο κρεβάτι. Από την κλειδαρότρυπα η μάνα κι οι άλλοι παραμονεύανε μήπως τη φάει. Τότες ο Όφις της λέει σιγά-σιγά: "Μαρία, Μαρία, σήκω να βουλώσεις την κλειδαρότρυπα και μη φοβάσαι, γιατί εγώ δεν είμαι όφις, είμαι βασιλόπουλο, που γεννήθηκα όφις από την κατάρα κάποιας μάγισσας". Κι αμέσως, μόλις βούλωσε την κλειδαρότρυπα η Μαρία, βγαίνει από το δέρμα ένα ωραίο βασιλόπουλο κι έλαμψε όλη η κάμαρα. Της λέει: "Πρόσεξε, μη με μαρτυρήσεις πουθενά, γιατί μ' έχασες και θα λιώσεις τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να μ' ευρείς· πρόσεξε λοιπόν και το πρωί θα μπω πάλι στο δέρμα μου". Μόλις λοιπόν ήρθαν τα χαράματα, μπαίνει μες στο δέρμα του και κάθησε πάλι στη γωνιά. Χτυπάει την πόρτα η μάνα του Όφι, μπαίνει μέσα και ρωτάει: "Παιδί μου, μήπως έκανε να σε φάει;" "Όχι, όχι", απαντάει η Μαρία. Τότε ο Όφις της λέει: "Μάνα, να με φέρεις μια καρδάρα μέλι και μια γάλα, πεινάω, θέλω να φάω". Έτσι πέρασε η πρώτη βραδιά, πέρασε κι η επόμενη. Έφεξ' ο θεός τη μέρα και ρωτάγανε πάλι τη Μαρία πως τα πέρασε' δεν τους έλεγε τίποτε, μα στο τέλος την επιέσανε πολύ, την εστενοχωρήσανε και της είπανε πως κάτι θα ξέρει αυτήνη και δε λέει. Από τα πολλά την αναγκάσανε τόσο πολύ και το μαρτύρησε. Αμέσως ο Όφις χάθηκε, έγινε σκόνη κι εξαφανίστηκε μεμιάς. Η Μαρία έμεινε απαρηγόρητη· λέει στην πεθερά της πως πρέπει να λιώσει τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να τον εύρει. Η μάνα της η δασκάλα ούτε νοιαζότανε καθόλου. Πάει λοιπόν η Μαρία πάλι στο μνήμα της μάνας της και τη συμβουλεύτηκε. Της είπε η μάνα της: "θα περάσεις όρη και βουνά και δάση, θα τραβήξεις πολλά βάσανα ακόμα, και πολλές περιπέτειες για να τον ευρείς. Αυτά κι άλλα χειρότερα θα πάθεις".
Φεύγει η Μαρία, αφού πήρε τα τρία ζευγάρια παπούτσια. Πέρασε όρη, βουνά και δάση, κοψιδιάστηκε, ματώθηκε, και στο δρόμο απαντάει μια γριούλα που ήταν η τύχη της και της λέει: "θα πάρεις αυτόν το δρόμο και θα τραβήξεις πολύ μακριά, στο τέλος του δρόμου θα βρεις μια πλάκα, θα τη σηκώσεις και θα κατέβεις κάτω, πολύ βαθιά μέσα στη γη. θα δεις..., αλλά να μη φοβηθείς". Πήρε λοιπόν η Μαρία το δρόμο και τράβηξε ίσια. Βρίσκει την πλάκα όπως της τα 'πε η γριά, τη σηκώνει με πολύ κόπο κι άρχισε να κατεβαίνει πολλά σκαλιά κάτω στα βάθη της γης. Κατεβαίνει καμιά φορά και τι να δει, μεγάλη πολυτέλεια, όλα γύρω της λάμπανε. Βλέπει κι ένα νεαρό που ήτανε καθισμένος στην καρέκλα και δε μπορούσε να σηκωθεί, σαν να ήταν καρφωμένος εκεί, σαν να τον κρατούσε κάποια μαγική δύναμη. Της είπε λοιπόν ο νέος μόλις την είδε: "Άνθρωπος είσαι, κυρά μου, ή νεράιδα; τι είσαι κι έρχεσαι εδώ, στον κάτω κόσμο;" Η Μαρία του πε πως ήταν άνθρωπος και τον ρώτησε πως βρίσκεται εκεί κάτω, τόσο βαθιά στη γη. Αυτός τότε της είπε: "Είμαι βασιλόπουλο, με λένε Γιωργή και με πήραν οι νεράιδες από το παλάτι του πατέρα μου, με φέρανε και με κλειδώσανε εδώ και κάθε νύχτα που γυρίζουν, με βάζουν και παίζω βιολί κι αυτές χορεύουνε. Κάθισε εδώ κοντά μου λοιπόν, Μαρία, και, μόλις έρθουνε αυτές, θα σου δώσω εγώ ένα μπάτσο και θα γίνεις πορτοκάλι και θα σε βάλω στη τσέπη μου". Έτσι ακριβώς γένηκε. Έρχονται αυτές, μυρίζουν γύρω τους τον αέρα και του λένε "βασιλικό αίμα μυρίζει, τι είναι δω μέσα;" κι αυτός τους απαντάει: "Από βασιλική ράτσα έρχεστε και μυρίζει βασιλικό αίμα". Κι άρχισε αμέσως να βαράει το βιολί κι αυτές να χορεύουνε. Αυτό συνεχίστηκε πολλές βραδιές, ώσπου στο τέλος η Μαρία, που, μόλις φεύγαν οι νεράιδες γινόταν πάλι άνθρωπος, έμεινε έγκυος με τον Γιωργή. Μετά από κάμποσον καιρό, της λέει ο Γιωργής: "Μαρία, είναι τώρα καιρός να φεύγεις, θα σε στείλω στο σπίτι μου, στο βασίλειο μου. Και κει θα ζητήσεις να μπεις από τη χορταριασμένη πόρτα, απ' όπου με πήρανε μένα οι νεράιδες. Την πόρτα αυτή υπάρχει συνήθεια να μην την ανοίγουνε καθόλου και τώρα θα 'χει χορταριάσει και θα 'χει αγκάθια. Από αυτήν την πόρτα θα μπεις και θα τους πεις να πάρουνε τρία τσουβάλια λιβάνι και στρατό πολύ και να 'ρθούνε να με πάρουνε".
Φεύγει η Μαρία και πάει για το παλάτι του Γιωργή. Έφτασε με τα πολλά. Η βασίλισσα είχε δώσει διαταγή όλους όσους περνούσανε από το παλάτι, κουτσούς, στραβούς, διακονιαρέους, να τους ρωτάνε μην είδανε ή μην ξέρουνε τίποτα για το Γιωργή. Πέρναγε λοιπόν κι η Μαρία και ζήτησε να την αφήσουν να περάσει μέσα να ξεκουραστεί. Της είπαν να περάσει αλλά αυτή ήθελε από τη χορταριασμένη πόρτα. Οι υπηρέτες δεν την άφηναν, αλλά αυτή επέμενε. Τότε ειδοποιήσανε τη βασίλισσα και τη ρώτησαν τι έπρεπε να κάνουν. Αυτήνη είπε: "Αφού επιμένει τόσο πολύ, θα της ανοίξουμε από τη χορταριασμένη πόρτα, ίσως να 'ναι καλό χαμπέρι". Τη μπάσανε μέσα, την περιποιηθήκανε, της δώσανε δωμάτιο. Αφού ξεκουράστηκε, είπε: "Ας είσθε καλά κι ο θεός να δώσει να ξανάρθει πάλι πίσω ο κυρ-Γιωργής". Τότε τη ρώτησαν όλοι πούθε τον ξέρει, αλλ' αυτή απάντησε πως ακουστά τον έχει μόνον.
Πέρασε κάμποσος καιρός από τότε που είχε πάει στο παλάτι και καθόταν εκεί. Μια μέρα την επιάσανε οι πόνοι να γεννήσει. Εγέννησε κι έκανε ένα αγοράκι. Η βασίλισσα την περιποιήθηκε και της ετοίμασε ωραία κούνια και σπάργανα για το παιδί. Μια μέρα, όπως περνούσε η βασίλισσα έξω από την κάμαρα της Μαρίας, την άκουσε που νανούριζε το παιδί και του λέγε:
Νάνι σου, μάτια μ', νάνι σου,
να το 'ξερέ η γιαγιούλα σου
πως είσαι του κυρ-Γιωργή παιδί
χρυσή κουνίστρα θα 'κάνε
κι αργυροκουνιστήρια.
Πρόσεξε κι αφουγκράστηκε καλά η βασίλισσα και τ' άκουσε να του το ξαναλέει. Τότε μπαίνει με ορμή μέσα και ρώτησε τη Μαρία ποιανού είναι το παιδί και τι λόγια ήταν αυτά που άκουσε. Η Μαρία της τα πε όλα και ότι το παιδί ήταν εγγονάκι της. Η βασίλισσα την ανέβασε απάνω, πήρανε αμέσως μία βάγια για το μικρό κι αφού τα τακτοποιήσανε όλα, ξεκίνησαν με πολύ στρατό και τρία τσουβάλια λιβάνι, να πάνε να πάρουν τον κυρ-Γιωργή. Μόλις φτάσανε, ανάψανε το λιβάνι και γιόμισε όλος ο τόπος καπνό. Τον επήρανε και φύγανε, αλλά γύρισαν οι νεράιδες κι αρχίνησαν να τους κυνηγούν για να τον πάρουν πίσω. Αλλά από το λιβάνι δεν μπορούσανε να τους ακολουθήσουνε. Έτσι φτάσανε στο παλάτι. Αμέσως βγάλανε τα μαύρα, στολίσανε το παλάτι και το τι γίνηκε μην τα ρωτάς, πράματα και θάματα. Ο Γιωργής στεφανώθηκε τη Μαρία και ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Εν τω μεταξύ, ο Όφις είχε γίνει ένας πλανόδιος έμπορος, το 'μαθέ πως η Μαρία τον πήρε τον κυρ-Γιωργή και μια και δύο σηκώνεται και πάει στο παλάτι. Μπήκε στον κήπο και ζήτησε από τις υπηρέτριες να του δώσουν λίγο νερό. Αυτούνες πήρανε το κανατάκι της Μαρίας και του δώκανε. Αφού ήπιε, το γέμισε πάλι, ρίχνει μέσα ένα δαχτυλίδι του, που 'γράφε πάνω Όφις και τους το 'δωκε να το πάνε στην κυρά τους. Μόλις το πήρε αυτήνη, πήγε να πιει νερό και βλέπει και το δαχτυλίδι. Αμέσως κιτρίνισε κι είπε: "Τώρα τι θα γενώ, τι 'ναι τούτο πο 'παθα;" Δεν είπε όμως τίποτα στο Γιωργή. Την άλλη μέρα ο Όφις ζήτησε και είδε τον κυρ Γιωργή και του 'πε: "Η Μαρία πο 'χεις συ γυναίκα σου, είναι δική μου". "Μα πως είναι δική σου;" του απάντησε. Κι ο Όφις του λέει: "Αυτήνη με ξεγέννησε, αυτήνη μ' έμαθε γράμματα, αυτήνη και με παντρεύτηκε. Είναι δίκη μου λοιπόν".
Επειδή δε συμφωνούσαν, την άλλη μέρα πήγαν στον κατή κι αυτός τους είπε: "Ο Γιωργής να πάρει παξιμάδια κι ο Όφις νερό και η Μαρία με το παιδί στα χέρια και να κάνουνε μια πορεία μεγάλη πολύ. Όταν κουραστεί, η Μαρία θα ζητήσει ή νερό ή παξιμάδια' ό,τι ζητήσει, αυτός θα την πάρει".
Τράβηξαν λοιπόν μια πορεία πολύ μεγάλη, η Μαρία ίδρωσε, κουράστηκε, και δε μπορούσε να βαστάξει άλλο, είχε γίνει στουπί, και τότε είπε:
Για σένα, Όφι, χάνομαι, για σε Γιωργή πεθαίνω,
Όφι, δώσε μου νερό, και πάρτε την ψυχή μου.
Αμέσως της δώσανε νερό αλλά προτού προφτάσει να πιει, ξεψύχησε κι έτσι την εχάσανε και οι δυο. Έτσι ξεπληρώθηκαν όλα όσα της είχε πει η μάνα της. Σ' όλο αυτό το αναμεταξύ, ο πατέρας της Μαρίας έλειπε στον πόλεμο. Καμιά φορά γύρισε, αφού τέλειωσε ο πόλεμος, και δε βρήκε τη Μαρία στο παλάτι. Ρώτησε τη δασκάλα κι αυτήνη του 'πε πως έφυγε. Όταν όμως ο βασιλιάς έμαθε πως αυτή είχε ξεκάνει τη Μαρία με όσα της έλεγε, την εσκότωσε κι αυτήνη κι έμεινε μόνος του κι απαρηγόρητος, χωρίς τη Μαρία του.

(Καταγραφή από τη Χρυσάλλη Μαρία από το Μεσολλόγγι, 1960)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.