Ο Αυγερινός και η Πούλια.

(Κορινθία)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχαν δύο παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μία μέρα πέθανε η βασίλισσα κι ύστερα από λίγο ο βασιλιάς ξαναπαντρεύεται. Η μητριά όμως ήταν κακιά και ζήλευε τα παιδιά που τ' αγαπούσε πολύ ο πατέρας τους. Μία νύχτα λοιπόν λέει-λέει συνεχώς στον άντρα της να σκοτώσουν τα παιδιά και τέλος τον καταφέρνει. Αυτό το ακούει μία γριά δούλα και για να τα σώσει τα διώχνει από το σπίτι νύχτα κρυφά, αφού τους έδωσε ένα χτένι, μία χούφτα αλάτι και ένα σκοινί. Τους είπε ότι μόλις βρεθούν σε ανάγκη να αρχίσουν να τα πετάνε. Δρόμο παίρνουν τα παιδιά, δρόμο αφήνουν αλλά ξαφνικά ακούν τη φωνή της μητριάς τους να τα φωνάζει από μακριά να γυρίσουν πίσω.
Τρέχουν αυτά, τρέχει κι εκείνη κι όσο πάει τα φτάνει. Μόλις κόντευε να τα προφτάσει, πετάει το κορίτσι το χτένι και έγινε ένα άγριο δάσος. Αλλά, επειδή η μητριά ήταν μεγάλη, γρήγορα το πέρασε και πάλι τους κόντευε. Τότε πετάει το κορίτσι το αλάτι και γίνηκε μία μεγάλη λίμνη και πνίγηκε η κακιά μητριά. Αλλά το αγόρι που ήταν μικρό κι αδύνατο, διψασμένο από την τρεχάλα, σκύβει και πίνει νερό απ' τη λίμνη. Αυτή όμως ήταν μαγεμένη κι έγινε αυτό αρνάκι. Το παίρνει αγκαλιά η αδερφή του και περπατούσε συνέχεια. Ξαφνικά ακούστηκε ένα ποδοβολητό. Τρομαγμένο το κορίτσι πετάει το σκοινί και φυτρώνει ένα μεγάλο κυπαρίσσι με μία βρύση στη ρίζα. Τα άλογα που ακούστηκαν ήσαν ενός πριγκιπόπουλου που είχε βγει για κυνήγι, και κουρασμένα πήγαν να πιουν νερό στην πηγή. Τα βλέπει το κορίτσι και σκαρφαλώνει ψηλά-ψηλά στο κυπαρίσσι με το αρνάκι της. Η εικόνα όμως καθρεφτιζόταν στα νερά της βρύσης κι έτσι την είδε το πριγκιπόπουλο και την αγάπησε αμέσως γιατί ήταν πολύ όμορφη. Της φώναξε να κατέβει κάτω αλλά αυτή τόσο ψηλότερα ανέβαινε. Περνάει τότε μία γριά μάγισσα και λέγει ότι "εγώ θα την κατεβάσω". 
Παίρνει λοιπόν μία σκάφη, ένα κόσκινο κι ένα μικρό γουρουνάκι. Κάθεται κάτω από το δέντρο, βάζει ανάποδα την σκάφη, ανάποδα και το κόσκινο κι άφηνε το γουρούνι να τρώει από το σακί με τ' αλεύρι. Το κορίτσι τα έβλεπε από το δέντρο κι έλεγε: "Αλλιώς, γριά, το κόσκινο, αλλιώς και το σκαφίδι και πρόσεξε το γουρουνάκι σου να μη σου φάει τ' αλεύρι". "Δεν ακούω, κόρη μου", φώναζε εκείνη, "κατέβα πιο κοντά να σ' ακούω".
Έτσι κι όλο κατέβαινε το κορίτσι, ώσπου την έπιασε το πριγκιπόπουλο και την πήγε στο σπίτι του για να την παντρευτεί. Το κορίτσι όμως είχε πάντοτε αγκαλιά το αρνάκι, το μικρό της αδέρφι αλλά δεν έλεγε σε κανένα τίποτε. Παντρεύτηκαν, αλλά το αρνάκι ήταν πάντοτε κοντά της. Ζήλευε ο άντρας της και, μια μέρα, που είχε βγει στα χτήματα τους το κορίτσι, διατάζει και σφάζουν το αρνάκι. Μόλις γύρισε αυτή και είδε το κακό που τη βρήκε, πήρε απελπισμένη τα κοκαλάκια και τα έθαψε. Στον κήπο εκεί φύτρωσε μια λεμονιά μ' ένα μεγάλο λεμόνι. Όλη τη μέρα το κορίτσι έμενε στο δωμάτιο της και όταν νύχτωνε πήγαινε και καθότανε στη ρίζα του δέντρου.
Μια νύχτα ακούει το λεμόνι να τη φωνάζει. "Έλα κοντά μου, αδελφούλα μου". Ήταν ο καημένος της ο αδερφός. Και όσο ανέβαινε αυτή, τόσο ψήλωνε το δέντρο, ώσπου στο τέλος, όταν χάραξε, είχε φτάσει τον αδερφό της. Την ώρα δε που τον φίλαγε, έγιναν δύο αστέρια, εκείνος ο Αυγερινός κι εκείνη η Πουλιά.

(Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Αγγελική Παναγιωτοπούλου στην Κορινθία, το 1960)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.