Ο Μοσκάμπαρης.

(Σύμη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Είχαν μια κόρη κι όταν έφτασε της παντρειάς, την παρακαλούσαν να την παντρέψουν. Μα εκείνη δεν ήθελε ν' ακούσει καθόλου για παντρειά. Από τα πολλά παρακάλια, γυρίζει και λέει τ' αφέντη της του βασιλέα! "Αφέντη βασιλέα, αφού λοιπόν, θέλοντας-μη θέλοντας είπατε να με παντρέψετε, διατάξτε να μου αγοράσουν είκοσι οκάδες αλεύρι, μια οκά μόσκο και μίαν οκά άμπαρη, μια σκάφη και μια πινακωτή και να μου τα φέρουν στην κάμαρη μου. Να μου φέρουν ακόμα κι ένα λαγήνι νερό. Και σαράντα μέρες δε θ' αφήσετε μηδέ πουλί πετούμενο να μπει. Μοναχά η δούλα μια φορά τη μέρα θα μπει, να βγει, να μου φέρει ένα καφεδάκι".

Όταν, λοιπόν, της αγόρασαν αυτά που διέταξε, κλειδώθηκε στην κάμαρη της κι αρπάζει μάνι-μάνι τ' αλεύρι, ρίχνει και τα μυρωδικά, αδειάζει και το νερό του λαγηνιού κι άρχισε και ζύμωνε και ζύμωνε, ώσπου και το έκαμε μοναδικό. Τότε βάζει το ζυμάρι στην μπλασταρία κι έπλασεν έναν ανθρώπακλο! μα της φάνηκε μακρύς και δεν της άρεσε και τον ξαναχάλεσε. Ώσπου από τα πολλά τον έκαμε όπως τον ήθελε. Ύστερα, αρχίνησε κι έκανε μετάνοιες μέρα-νύχτα, και παρακάλεσε τον Χριστό να της τον κάνει να μιλήσει. Πάνω πια στις σαράντα μέρες, ο ζυμαρένιος άνθρωπος έκατσε στην πινακωτή κι έλεγε! "Βαριά που κοιμόμουν κι αλαφριά που ξύπνησα!" Τότες η βασιλοπούλα ανοίγει την πόρτα και βάζει τις φωνές.' "Ανθρωποι Χριστιανοί, ελάτε να δείτε! Άκουσε ο θεός τα παρακάλια μου κι έκανε μου το ζυμαρένιο άνθρωπο να μιλά!" Τρέχει κι ο βασιλιάς κι όταν τον είδε και τον άκουσε, δίνει διαταγή να τον ντύσουν βασιλικά και να τον πάνε στη σάλα του παλατιού. "Και τώρα, πως θα τον βγάλουμε;" ρωτά ο βασιλιάς. "Μοσκάμπαρη!", φωνάζει η βασιλοπούλα. Μα δεν ήξερε να μιλήσει. Γι αυτό ο βασιλιάς είπε να τον κάτσουν σε μια πολυθρόνα, να τον βάλουν στην πόρτα του παλατιού, να θεωρεί τον κόσμο που πάει κι έρχεται και ν' ακούει που μιλούν, να μάθει να μιλά.
Σε λίγες μέρες, πέρασε απ' έξω από το παλάτι και μια άλλη βασιλοπούλα. Τον είδε κι έχασε το νου της. Κι όταν έφυγε και πήγε στο μέρος της, δεν έφυγε στιγμή απ' το μυαλό της. Γι' αυτό έδωσε διαταγή να πάρουν δύο βαπόρια, κι άμα φτάσανε, ρίχνουν δύο βάρκες, τέσσερα κουπιά και τέσσερα παλικαρόπουλα κι έκαμναν βόλτες στο μουράγιο για να βρουν ευκαιρία να τον αρπάξουν. Ο βασιλέας είδε τα βαπόρια στο λιμάνι, είπε να πάρουν και το Μοσκάμπαρη να τα δει. Κι όπως ήταν καθιστός στο καφενείο, τρέχουν τα παλικαρόπουλα, τον αρπάζουν, τον βάζουν στη βάρκα και δρόμο για τα βαπόρια.
Η βασιλοπούλα, όταν το άκουσε, κλαίει και δέρνεται και βρίζει το βασιλέα, που έγινε αιτία να χάσει το Μοσκάμπαρη. Μάνι-μάνι, δε χάνει καιρό, διατάζει και της κάνουν τέσσερα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, κι όταν ετοιμάστηκε, της έδωσε ο βασιλιάς ένα πουγγί γεμάτο λίρες. Τότες έδωκε των ματιών της για να βρει το Μοσκάμπαρη.
Στο δρόμο που πήγαινε, θωρεί έναν καλόγερο. Πάει κοντά του και λέει του: "Μου δίνεις τα ρούχα σου, να σου δώσω δέκα χρυσές λίρες;" Λέει ο καλόγερος: "Σου τα δίνω". Κι έτσι ντύθηκε καλόγερος και δος του πάλι δρόμο. Ώσπου έλιωσαν τα παπούτσια. Κι όταν απόμεινε ξυπόλητη, βρέθηκε απόξω από ένα παλάτι κι είχε τόση πείνα, που όταν οι δούλες του παλατιού τίναξαν τα τραπεζομάντηλα, πήγε και μάζευε τα ψίχουλα και τα 'τρώγε.
Οι δούλες τρέχουν και πάνε και φωνάζουν τη βασίλισσα. Σαν είδε τον καλόγερο, δίνει διαταγή να του δώσουν ένα πιάτο φαί. Κι εκειδά που τρώει, θωρεί αντίκρυ στο μπαλκόνι καθιστόν το Μοσκάμπαρη. Τα 'χασε, μα δε μίλησε. Μονάχα βάνει τη χέρα της στον κόρφο της και βγάζει ένα καματερό. Το σπάει κι αρχίνησε να μαζεύει μετάξι. Οι δούλες που το είδαν τρέχουν και το λένε στη βασίλισσα: "Εσένα, κυρά μου, σου πρέπει. Δεν τ' αγοράζεις;" Τους λέει: "Ρωτήστε την πόσα το πουλά". Λέει: "Δε θέλω μαιδιά. Μοναχά θέλω μια νύχτα να μου φέρετε στην κάμαρη μου το Μοσκάμπαρη".
Η βασίλισσα σαν το άκουσε, δίνει διαταγή να τον υπνώσουν πρώτα κι ύστερα να της τον πάνε. Όταν της τον πήραν και της τον έφεραν, άρχισε να του λέει: "Μοσκάμπαρη, Μοσκάμπαρη, που σ' έκανα μακρύ και δε μου άρεσες, και σ' έκαμα κοντό και δε μου άρεσες, και σ' έκαμα του κεφιού μου κι ήρθαν και σε πήρανε". Το 'πε μια, το πε δυο, το πε τρεις, μα του κάκου. Ο Μοσκάμπαρης ροχάλιζε του καλού καιρού. Ώσπου, σύναυγα, ήρθαν οι δούλες και τον πήραν σηκωτό.
Την άλλη μέρα, ο καλόγερος σπα δεύτερο καματερό. Και πάλι τα ίδια με τις δούλες και τη βασίλισσα. Τη φορά αυτή, όταν απόμειναν μοναχοί, ο καλόγερος αρχίνησε να κλαίει πιο δυνατά και να φωνάζει: "Μοσκάμπαρη, Μοσκάμπαρη, που σ' έκανα μακρύ και δε μου άρεσες, και σ' έκαμα κοντό και δε μου άρεσες, και σ' έκαμα του κεφιού μου κι ήρθαν και σε πήρανε". Μα του κάκου. Το Μοσκάμπαρη πάλι κοιμισμένο τον έβγαλαν. 
Από κάτω από την κάμαρη του καλόγερου έκαμαν νυχτέρια ραφτάδες κι άκουγαν όλη τη νύχτα. Γι' αυτό, την άλλη μέρα που πήγε να γειτονέψει ο Μοσκάμπαρης, τον ρωτούσαν να μάθουν ποιος ήταν που τα 'λέγε. Μα ετούτος τσιμουδιά δεν έβγαλε.
Την άλλη μέρα, ο καλόγερος σπάει άλλο καματερό και πάλι τα ίδια. Μοναχά που τώρα ο Μοσκάμπαρης, αντί να πιει το υπνωτικό, το 'ρίξε στον κόρφο του. Καμώθηκε στα ψέματα τον κοιμισμένο και τον πήραν στην κάμαρη του καλόγερου. Κι εκείνη πάλι, όταν έφυγαν, αρχίνησε να κλαίει, να δέρνεται και να λέει: "Μοσκάμπαρη, Μοσκάμπαρη...". Μα πριν να τελειώσει, της γνέφει να σωπάσει. Ύστερα, την αρπάζει από το χέρι και κόβουν από το πίσω πορτί που 'βγαίνε στον άγριο δρόμο. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες περπατούσαν ώσπου έφτασαν στο Μιχαίλι κι εκεί θωρούν ένα βοσκό. Του λένε: "Τρέχα να πας να συχαριάσεις το βασιλέα πως έρχεται η κόρη του με τον Μοσκάμπαρη".
Κι ο βασιλέας σαν το άκουσε, στέλνει δώδεκα όργανα, κι όλη η πολιτεία που το 'μαθέ, έτρεξε να τους καλωσορίσει. Και γίνονταν γάμοι και χαρές κι έκαμαν τέκνα και παιδιά και γέμισε η γειτονιά.
Μήτε γω ήμουν εκεί, μήτε εσείς να το πιστέψετε. 


(Τα Συμαϊκά, Σύγγραμμα Περιοδικών, Β', Αθήνα 1974. Καταγράφηκε από την Άννα Καρανικόλα-Χριστόφη) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.