Ο χρυσαετός του κόσμου.

(Κάρυστος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

 Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένα αντρόγυνο πολύ αγαπημένο. Κακή κουβέντα ο ένας στον άλλο δεν είχε πει. Οι γειτόνισσες ζηλεύανε που πια είχανε τόσο ταιριάξει, και κείνης της βάζανε σπιουνιές. "Πώς τον λένε τον άντρα σου;" Εκείνη δεν ήξερε τ' όνομα του αντρός της. Ώσπου στο τέλος, ένα βράδυ, τον ερωτάει: "Άντρα μου, ποιο είναι τ' όνομα σου;" "Τ' όνομα μου δεν πρέπει να το πω". Όλο την κοροϊδεύανε εκείνες κι όλο εκείνη του 'λέγε να της πει τ όνομα του. Τόνε ζάλιζε κάθε μέρα. Στο τέλος κείνος αναγκάστηκε να της το πει:
"Με λένε Μαυροτάρταρο της Γης, το Χρυσαετό του Κόσμου". Το 'πε κείνος, μόνε το βράδυ πέσανε να κοιμηθούνε, και το πρωί δεν ήτανε στο στρώμα κείνος. Σηκώνεται η μαύρη, που πήγε μαθές ο άντρας της, πήγε να σκάσει. Παίρνει τους δρόμους και τα βου-νά, όπως ήτανε με την πουκαμίσα και γύρευε τον άντρα της. Τρεις χρόνους γύριζε και μια μέρα βρίσκει ένα σπίτι κι εκεί την επήρανε υπηρέτρια.
Το σπίτι αυτό ήτανε της μάνας του χρυσαετού, της δράκας, κι εκεί ήτανε κι ο γιος της. Η δράκα ήθελε να βρει αφορφή να τηνε φάει' της είπε μια μέρα.' "Να σκουπίσεις το σπίτι καλά-καλά και τα σκουπίδια να ναι μέσα". Το κορίτσι έκλαιε, έκλαιε, έκλαιε και τη γης μάραινε! Πώς να το κάνει να σκουπίσει και τα σκουπίδια να 'ναι μέσα;. Ο γιος την ορμήνεψε να σκουπίσει και μετά τα σκουπίδια να τα ρίξει τούφες-τούφες χάμου. Ε! άμα πήγε η κυρά, τα είδε, δε μπόρεσε να της βρει αιτία, της είπε: "Αϊ μάγισσα, μάγισσα, ή κύρη δράκο είχες, ή μάνα μάγισσα, ή απ 'το γιο μ' τον κακοθάνατο εσύ λόγια κατέχεις".
"Ούτε που 'μαι μάγισσα , ούτε κύρη μάγο έχω, ούτ' απ' το γιο σ' τον καλοθάνατο εγώ λόγια κατέχω", είπε πάλι αυτή.
Την άλλη μέρα της είπε: "θα βράσεις ένα αρνί και θα 'ναι βρασμένο κι άβραστο". Την ορμήνεψε πάλι ο γιος, να βάλει ένα καζάνι κι από πάνω να κρεμάσει ένα αρνί, έτσι που το μισό να 'ναι μέσα στο καζάνι και το άλλο έξω. Ήρθε το βράδυ η κυρά, βρήκε το αρνί μισόβραστο, τι να πει; Λέει: "Α! μάγισσα, μάγισσα, ή κύρη δράκο είχες, ή μάνα μάγισσα, ή απ' το γιο μ' τον κακοθάνατο εσύ λόγια κατέχεις".
"Ούτε που 'μαι μάγισσα, ούτε κύρη μάγο έχω, ούτ' απ' το γιο σ' τον καλοθάνατο εγώ λόγια κατέχω", είπε πάλι αυτή.
Στο τέλος την έστειλε στην αδερφή της τη δράκα, να της φέρει τα τούμουλα και τα μούμουλα, για να τηνε φάει. Έκλαιε, έκλαιε, έκλαιε κείνη, και τη γης μάραινε! Την ορμήνεψε πάλι ο γιος: "Στο δρόμο που θα πας, θα βρεις ένα σκύλο να τρώει άχυρα κι ένα γάιδαρο να τρώει κόκαλα· θα βάλεις το άχυρο του γαϊδάρου και τα κοκάλα του σκύλου - έτρωε ο μαύρος ο σκύλος τ' άχυρα τόσα χρόνια - και θα βρεις μια γυναίκα να πανίζει το φούρνο με τα βυζά της και να καίεται. Να βγάλεις την ποδιά σου να τηνε κάνει πάνω να πανίσει. Πιο πέρα θα βρεις μια συκιά και θα 'χει σύκα με σκουλήκια. Συ θα πεις: "Τι ωραία σύκα, να 'χε και η κυρά μου δύο στο πιάτο!" Πιο κει, θα βρεις ένα ποτάμι που θα 'χει βρώμιο νερό. Να πάρεις να πιεις με τις φούχτες, και να πεις.' "Τι ωραίο νερό είν 'τούτο! να 'χε κι η κυρά μου ένα ποτήρι στο τραπέζι!» Και θα πας στη δράκα, θ' ανεβείς τις σκάλες και θα πάρεις μια σκούπα, να τις σκουπίσεις, γιατί θα είναι βρώμικες. Και, από πίσω από την πόρτα, είναι τα τούμουλα και τα μούμουλα. Μπήκες, πάρτα, φεύγα, μη σε προλάβει να σε φάει».
Ε! τα 'κάνε όλα τούτα το κορίτσι κι όταν πήγε από το σπίτι, ανέβηκε τις σκάλες, τις σκούπισε και, μόλις την είδε η δράκα της λέει: «Στάσου, να σε κεράσω ένα γλυκό», κείνη πήγε ν' ακονίσει τα δόντια της! Αρπάζει το κορίτσι τα τούμουλα και τα μούμουλα και κατέβηκε κι έφυγε. Της βάζει τη φωνή η δράκα από πίσω: «Σκάλα, πλάκωσε τηνε!» «Να σε πλακώσω σένα, που ανεβαίνεις και δε με σκουπίζεις ποτέ, κι αυτή μια φορά ανέβηκε και με σκούπισε». Η δράκα την πήρε από πίσω, πέρασε στο φούρνο, της είπε: «Φουρνάρισσα, σκότωσε τηνε!» «Να σε σκοτώσω σένα, που κείνη μου 'δώσε την ποδιά της να πανίσω». Πέρασε το ποτάμι: «Ποτάμι, παρ' τηνε!» «Να σε πάρω σένα, που πέρναες κι έλεες πως το νερό είναι βρώμικο». Πέρασε απ' τη συκιά: «Συκιά, πλακώσ' τηνε!» «Να σε πλακώσω σένα, που πέρναες κι έλεες πως είναι βρώμικα τα σύκα μου κι αυτή πέρασε κι έφαγε κι είπε πως να 'χε κι η κυρά της στο τραπέζι». Πέρασε από το γάιδαρο: «Γάιδαρε, κλώτσησ' τηνε!» «Να σε κλωτσήσω σένα, που πέρναες ταχτικά κι έτρωα τα κόκαλα κι αυτή πέρασε μια φορά και μου άλλαξε τα κόκαλα και μου έβαλε άχυρα». Πέρασε από το σκύλο: «Σκύλε, φα τηνε!» «Να σε φάω σένα, που 'τρωγα τ' άχυρα και μου 'βαλε τα κόκαλα».
Τη γλίτωσε πια απ' όλες τις μεριές, πήγε στο σπίτι.
Ήθελε η μάνα του γιου να τόνε παντρέψει, είχε βρει νύφη. Και δίνει του κοριτσιού σαράντα πουκάμισσα, να πάει στο ρέμα να τα πλύνει, να τα στεγνώσει, να τα σιδερώσει, να τα παρουσιάσει σε μια μέρα, για το γάμο. Κείνη η μαύρη έκλαιε, έκλαιε, έκλαιε και τη γης μάραινε. Τι να κάνει! Την ορμήνεψε ο γιος πάλι'. «Να πας στο ποτάμι και να φωνάξεις: Κορίτσια, να 'ρθετε να πλύνουμε» - το λέω κι ανατριχιάω - «τα πουκάμισσα του μαυροτάρταρου της γης, του χρυσαετού του κόσμου!». Ε! πήγανε τα κορίτσια! αμέσως βρεθήκανε τα κορίτσια μπροστά της, δεν ήτανε μαθές εκ θεού! τα πλύνανε, τα στεγνώσανε, τα σιδερώσανε, τα παρουσίασε το κορίτσι το βράδι, τα 'δωκε στην κυρά της. Η δράκα έσκασε που δε βρήκε πρόφαση να τη νε φάει: «Α! μάγισσα, μάγισσα, ή κύρη δράκο είχες, ή μάνα μάγισσα, ή απ' το γιο μ' τον κακοθάνατο εσύ λόγια κατέχεις».
«Ούτε που μαι μάγισσα , ούτε κύρη μάγο έχω, ουτ απ' το γιο σ τον καλοθάνατο εγώ λόγια κατέχω», απάντησε εκείνη.
Αφού η δράκα έλεγε κακοθάνατο, κείνη της έλεγε καλοθάνατο. Κοίταξε, λέω την υπομονή της κοπέλας. Πόσο πια υπομόνεψε! η υπομονή νικά. Τη γλίτωσε και τώρα.
Εντέλει, στεφάνωσε το γιο με την άλλη νύφη. Και το βράδυ, την έβαλε την υπερέτρια να κρατάει τα λαμπάδια που κοιμότανε τ' αντρόγυνο. Της είπε να μη φωνάξει, για θα τη φάει. Τρέχανε τα λαμπάδια, της καίγανε τα χέρια, τρέχανε τα δάκρυα της, μόν' δεν έκοψε φωνή. «Ε!», είπε ο γαμπρός στη νύφη. «Δεν πας κι εσύ να τα κρατήσεις λιγάκι." Πήγε η νύφη, και πήρε τα λαμπάδια να τα κρατήσει, κι εκείνος, την πήρε κοντά του κείνηνε (την υπερέτρια). Τρέχανε τα λαμπάδια, έκοψε φωνές η νύφη, πήγε η δράκισσα, την έφαε, βρήκε πρόφαση να τήνε φάει.
Το πρωί ξημέρωσε, είδε που 'χε φάει τη νύφη της κι η γριά νταούλιασε απ' το κακό της. Και ξανάσμιξε πια το αντρόγυνο και ζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα.

(Συλλέχτηκε το 1957, στην Κάρυστο, από την Αγγελική Παπαμιχαήλ. Αφηγήτρια η Αλεξάντρα Δράκου, 40 ετών) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.