Η κατοικία της Καλής. 

(Αλάτσατα της Μικράς Ασίας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις κόρες' δεν είχαν μητέρα διότι είχε πεθάνει. Τα δύο κορίτσια τα μεγαλύτερα ήταν τρελοκόριτσα. Γύριζαν από το πρωί ως το βράδυ στις διασκεδάσεις, στα γλέντια και στα πανηγύρια. Η τρίτη ήταν πολύ καλή, φρόνιμη και πολύ ωραία. Ο πατέρας τους είχε καράβια πολλά και του εβούλιαξαν όλα εκτός από δύο τα οποία είχε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν πολύ δυστυχισμένος και στενοχωρημένος και περνούσε την ώρα του με τη μικρότερη του κόρη η οποία λεγόταν Καλή. Τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια δεν έδιναν σημασία στη στενοχώρια του πατέρα. Μια μέρα, πήρε μια είδηση να πάει στην Πόλη.
Εφώναξε τα κορίτσια του και τα ερώτησε τι θέλανε να τους φέρει από την Πόλη. Οι δύο μεγάλες εγύρεψαν καπέλα, παπούτσια και φορέματα' η τρίτη είχε μια παραμάνα και πήγε και την ερώτησε τι να ζητήσει από τον πατέρα της να της φέρει.
Η παραμάνα συμβούλεψε την κόρη να ζητήσει ένα τριαντάφυλλο. Έτσι κι έγινε. Ο πατέρας εκάθησε πάνω στο άλογο του κι έφυγε. Πήγε στην Πόλη και βρήκε τα πλοία του κατεστραμμένα. Με τα λεφτά που κρατούσε αγόρασε δώρα για τις δύο μεγάλες κόρες του, καπέλα, παπούτσια και άλλα, που εζήτησαν. Αλλά δε βρήκε όμως τριαντάφυλλο για την Καλή, την αγαπημένη του κόρη. Κι έφυγε από την Κωνσταντινούπολη άπρακτος. Στο δρόμο του γυρισμού, τον έπιασε μεγάλη κακοκαιρία, βροντές, αστραπές και χάθηκε. Δεν ήξερε που να διευθυνθεί, όταν από μακριά βλέπει ένα φως. Πηγαίνει να δει τι είναι. Ήταν ένας πύργος. Βρεμένος και ταλαιπωρημένος έφτασε μπροστά στην πόρτα, η οποία άνοιξε μόνη της αυτόματα. Βρίσκει ένα σταύλο και κριθάρι μέσα στη φάτνη και βάζει το άλογο να φάει και να ξεκουρασθεί. Ανεβαίνει στη σκάλα του πύργου, αλλά δε βλέπει κανένα. Μπαίνει σ' ένα δωμάτιο και βρίσκει ασπρόρουχα σιδερωμένα. Άλλαξε τα βρεμένα ρούχα του, αλλά αμέσως τα 'χασέ από μπροστά του και δεν ήξερε ποιος του τα πήρε. Μπαίνει σ' άλλο δωμάτιο και βρίσκει τσάι ζεστό, κότα βραστή κι άλλα είδη τροφής και κάθεται και τρώει. Σκεφτόταν ποιος άραγε να κατοικεί στον πύργο. Μετά βρίσκει μια κρεβατοκάμαρα, έτοιμο κρεβάτι και κοιμήθηκε με την ελπίδα ότι θα βλέπε κάποιον το πρωί.
Το πρωί όμως και πάλι δεν είδε κανέναν. Κατέβηκε κάτω σ' ένα ωραίο κήπο του πύργου για να περπατήσει λίγο και να του περάσει η στενοχώρια. Στο περιβόλι αυτό είδε μια τριανταφυλλιά μ' ένα ωραίο τριαντάφυλλο. Αμέσως σκέφτηκε να κόψει το τριαντάφυλλο για να το πάει στη μικρότερη κόρη του, την Καλή, αφού στην πόλη δε βρήκε πουθενά τριαντάφυλλα κι ενώ στις άλλες κόρες είχε πάρει δώρα, στη μικρότερη δεν είχε μπορέσει να πάρει αυτό που ήθελε. Έκοψε λοιπόν το τριαντάφυλλο κι αμέσως παρουσιάζεται ένα θηρίο και του λέει: "Δε φτάνει που έφαγες και ήπιες και κοιμήθηκες στον πύργο μου, μόνο θέλησες να κόψεις και το μοναδικό τριαντάφυλλο;" Ο ξένος είπε το λόγο που τον έκαμε να το κόψει και το θηρίο λέγει: "Αφού είναι τόσο καλή η κόρη σου και την υπεραγαπάς, έλα επάνω να σου πω". Ανέβηκαν επάνω και λέγει το θηρίο: "Πάρε αυτό το μπαούλο, έχει τρεις φορεσιές, πάρε και αυτό το δαχτυλίδι, θα το χτυπήσεις τρεις φορές και θα βρεθείς στο σπίτι σου. Αυτές τις τρεις φορεσιές θα τις αλλάξει τρεις μέρες που θα είσαι εκεί. Την τρίτη μέρα, θα της πεις να χτυπήσει τρεις φορές το δαχτυλίδι στο μπαούλο και θα βρεθεί εκείνη εδώ' αν δεν έρθει, θα πεθάνουμε και οι τρεις, κι εσύ κι εγώ κι εκείνη".
Πήγε ο βασιλιάς στο παλάτι του κι αμέσως οι δύο μεγάλες κόρες έτρεξαν να πάρουν τα δώρα. Η μικρότερη δεν παρουσιάστηκε, μόνον την άλλη μέρα πήγε κρυφά στον πατέρα της, τον ρώτησε πως τα πέρασε κι εκείνος της είπε όλα όσα υπέφερε και της έδωσε το τριαντάφυλλο. Κατόπιν της είπε τα παράξενα του πύργου και τι έπρεπε να κάνει για να βρεθεί εκεί πέρα. Η κόρη τα 'χασέ αλλά δεν μπορούσε να κάμει κι αλλιώς. Όταν ήρθε η ώρα, χτύπησε τρεις φορές το δαχτυλίδι και τρέμοντας βρέθηκε στον πύργο με το θηρίο. Πώς θα το αντίκρυζε; Όπως ο πατέρας της, έτσι κι εκείνη, όλα τα βρήκε έτοιμα. Το βράδυ, μόλις είχε φάει, φτάνει το θηρίο. "Μη φοβάσαι", της λέει, "όλα αυτά που βλέπεις είναι δικά σου". Έτσι έγινε και την άλλη μέρα και καθημερινά επί τέσσερεις μέρες. Κάθε βράδυ ερχόταν το θηρίο και της έλεγε πως ήταν η τύχη της. Όλη την ημέρα που ήταν μόνη, άνοιγε τις πόρτες και τα παράθυρα κι εγύριζε όλον τον πύργο. Παρατήρησε ότι σ' όλα πάνω έγραφε "η κατοικία της Καλής". Είδε κι έναν καθρέφτη που έγραφε το ίδιο και θυμήθηκε την κατοικία του πατέρα της. Ρίχνοντας μια ματιά στον καθρέφτη, τον βλέπει ετοιμοθάνατο κι άρχισε να κλαίει. Το βράδυ, που πήγε το θηρίο, τη ρώτησε: "Γιατί κλαις, Καλή;" "Ο πατέρας μου είναι ετοιμοθάνατος, τον είδα μέσα στον καθρέφτη". "Μην κλαις, εγώ θα σ' ετοιμάσω αύριο να πας να τον δεις".
Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, το θηρίο της ετοίμασε το μπαούλο, της έδωσε το δαχτυλίδι και της λέει: "θα το χτυπήσεις και θα βρεθείς στο παλάτι του πατέρα σου, αλλά δε θα μείνεις περισσότερο από τρεις μέρες εκεί. Εάν μείνεις, θα χαθείς κι εσύ κι εγώ κι ο πατέρας σου". Χτύπησε η Καλή το δαχτυλίδι και βρέθηκε στο παλάτι. Όταν την είδε ο πατέρας της αμέσως έγινε καλά, γιατί είχε αρρωστήσει επειδή δεν ήξερε τι είχε γίνει η κόρη του. Οι αδερφές της, όταν άκουσαν τα καθέκαστα, τη ζήλεψαν και της έλεγαν να καθήσει ακόμη μια μέρα και δεν θα πάθει τίποτε. Εκείνη τις άκουσε κι έμεινε μια μέρα παραπάνω. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, τις αποχαιρέτησε, χτύπησε το δαχτυλίδι και βρέθηκε στον πύργο. Έμεινε μοναχή όλη την ημέρα και περίμενε το βράδυ να έρθει το θηρίο. Αλλά ούτε το πρώτο, ούτε το δεύτερο βράδυ πήγε, ούτε και το τρίτο κι άρχισε η Καλή να κλαίει απαρηγόρητα γιατί το είχε αγαπήσει πολύ. Για να της περάσει η στενοχώρια, κατέβηκε στο περιβόλι και το βλέπει πεθαμένο σ' ένα αυλάκι. Μόλις το είδε άρχισε πάλι τα κλάματα. Βλέπει δύο ποντικάκια που μαλώνανε και το ένα σκότωσε το άλλο. Η Καλή παίρνει τότε λίγο χωματάκι από τη γη, το ρίχνει στο ποντικάκι και το βλέπει να ζωντανεύει. Ρίχνει τότε και στο πρόσωπο του θηρίου και για μια στιγμή χάθηκε από μπροστά της. Ανεβαίνει λυπημένη στον πύργο και βλέπει ένα ωραιότατο παλικάρι και το ρωτά που είναι το θηρίο. Εκείνο της λέει.' "Εγώ, Καλή, είμαι' με είχαν καταραστεί να μη γίνω άνθρωπος, αν δε βρεθεί γυναίκα να με γιατρέψει. Τώρα όμως, που βρέθηκες εσύ, έγινα όπως ήμουνα και πρώτα".
Τότε έστειλαν και ειδοποίησαν τον πατέρα και τη μητέρα του και τον πατέρα της Καλής κι όλοι μαζί εκάθησαν στον πύργο, έκαμαν τους γάμους της Καλής και του θηρίου κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

(Συλλέχτηκε το 1959 από την Καλλιόπη Χαραλαμπίδου. Αφηγήτρια η Αθανασία Ζαγκλάρη από τα Αλάτσατα της Μικράς Ασίας, ετών 71) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.