Η πεντάμορφη Ελενίτσα.

(Τρίπολη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η άσπρη και η μαύρη νύφη")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο αδερφές, η μία ήταν πολύ πλούσια και κακιά κι η άλλη πολύ φτωχιά και πολύ καλή. Η καλή γυναίκα είχε δύο παιδιά, την Ελενίτσα και τον Γιαννάκη. Η κακιά γυναίκα είχε μόνο ένα κοριτσάκι και το λέγανε Ανθούλα. Μίαν ημέρα, η καλή γυναίκα είπε στα παιδιά της:
"Εγώ, παιδιά μου, θα πάω να μαζέψω χόρτα, εσύ, Γιαννάκη, να πας να μαζέψεις ξύλα και συ, Ελενίτσα, να πας στο πηγάδι για νερό".
Όταν η Ελενίτσα πήγε να βγάλει νερό, παρουσιάστηκαν μπροστά της τρεις γριές και της ζήτησαν νερό. "Πολύ ευχαρίστως", είπε η Ελενίτσα και έδωσε και στις τρεις γριές νερό. Τότε, οι γριές της έδωσαν από μια ευχή. Η πρώτη της έδωσε την ευχή: "Όταν γελάς, να βγαίνουν από το στόμα σου ωραία τριαντάφυλλα", η δεύτερη της ευχήθηκε: "Όταν κλαις, να γίνεται κατακλυσμός" και η τρίτη της λέγει: "Όταν περπατάς, να βγάζεις από τα πόδια σου χρυσάφι". Ύστερα απ' αυτά, η Ελενίτσα, πήγε σπίτι της και η μάνα της άρχισε αμέσως να τη φωνάζει και να τη δέρνει διότι άργησε στο πηγάδι. Επειδή έκλαιγε, έπιασε ένας δυνατός κατακλυσμός. Ο Γιαννάκης άρχισε να τη γαργαλάει, τότε άρχισαν να βγαίνουν από το στόμα της ωραία τριαντάφυλλα. Πάει να περπατήσει και βλέπουν στα πόδια της χρυσάφι. Η μαμά της απορούσε κι άρχισε να τη ρωτάει τι της συνέβηκε στο πηγάδι που πήγε για νερό. Αμέσως, η Ελενίτσα της διηγήθηκε ότι είδε τις τρεις γριές και η μητέρα της της είπε ότι αυτές είναι οι μοίρες της. Με τα χρυσάφια αγόρασαν ένα μεγάλο σπίτι. Όταν το έμαθε η αδερφή της, θέλησε να κάμει κι αυτή το ίδιο, χωρίς να εξηγήσει στην κόρη της την Ανθούλα τι συμβαίνει. Την έστειλε λοιπόν στο πηγάδι για νερό. Η Ανθούλα, νευριασμένη διότι έστειλε αυτή για νερό και όχι την υπηρέτρια της, έφυγε κλαμένη και με τα μούτρα εκατό οκάδες. Πήγε στο πηγάδι κι έβγαλε νερό κι αμέσως εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκαν μπροστά της οι τρεις γριούλες και της εζήτησαν νερό. Στην πρώτη είπε: "Κουτσή δεν είσαι, κυρά μου, κι άντε να βγάλεις". Στη δεύτερη είπε: "Στραβή δεν είσαι, και άντε να πάρεις" και στην τρίτη είπε: "Άσε με ήσυχη, κουλή δεν είσαι, τράβα να πάρεις, κυρά μου". Τότε της δώσανε τρεις κατάρες: "Η μούρη σου", της λέει η πρώτη, "να γίνει σαν του γαιδάρου", "τα πόδια σου", της λέει η δεύτερη "να γίνουν στραβά" και "όταν γελάς", της είπε η τρίτη, "να γίνεται κατακλυσμός".
Μιαν ημέρα, ο βασιλιάς βγήκε για κυνήγι. Ξαφνικά άρχισε να βρέχει δυνατά κι ο βασιλιάς για να μη βραχεί, τρύπωσε στο σπίτι της Ελενίτσας. Μόλις είδε την Ελενίτσα, του άρεσε πάρα πολύ και ήθελε να την κάνει γυναίκα του. Μόλις το έμαθε αυτό η κακιά αδερφή της, πήγε στο νου της να κάνει κακό στην Ελενίτσα. Τότε λέει στην αδερφή της: "θέλεις να πάω εγώ την Ελενίτσα στο βασιλιά;" "Πολύ ευχαρίστως", είπε η άλλη αδερφή της.
Επήρε λοιπόν τον Γιαννάκη, την Ελενίτσα και την κόρη της και μπήκαν στο καράβι. Όταν έφυγαν, η πλούσια θεία της Ελενίτσας, είχε πάρει μαζί της για το δρόμο πολλά γλυκά, κουλουράκια κλπ. Στο δρόμο που πήγαιναν, η Ελενίτσα δίψασε πάρα πολύ και ζήτησε από τη θεία της λίγο νερό. "θα σου δώσω νερό", της είπε, "αν καθήσεις να σου βγάλω το ένα σου μάτι". Επειδή η Ελενίτσα διψούσε πολύ, κάθησε και της έβγαλε το μάτι. Καθώς προχωρούσαν, η Ελενίτσα ξαναδίψασε και ξαναζήτησε λίγο νερό. "θα σου δώσω", της είπε η θεία της η κακιά, "αν καθήσεις να σου βγάλω και το άλλο μάτι". Και η δόλια η Ελενίτσα, επειδή δίψαγε πάρα πολύ, δέχτηκε και της το έβγαλε. Στον Γιαννάκη, ο οποίος καθόταν στεναχωρημένος, του είπε η θεία του να μη βγάλει τσιμουδιά. Τα ματάκια της Ελένης η θεία της τα έβαλε στην τσάντα της. Αμέσως η Ελένη έγινε περιστεράκι χωρίς ματάκια.
Έφθασαν στο παλάτι με την Ανθούλα. Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε μόλις είδε την άσχημη κόρη της κακιάς γυναίκας και είπε: "Αυτή είναι η γυναίκα που μου είπες ότι είναι όμορφη κι αυτή είναι σαν..." "Αχ! βασιλιά μου, μέσα στο καράβι που ερχόμαστε, την καταράστηκαν τρεις γριές, αλλά με τον καιρό θα 'ρθούν πάλι οι ομορφιές της". Επειδή σκιαζότανε μήπως ο Γιαννάκης τα μαρτυρήσει, είπε στο βασιλιά να τον κλείσει στη φυλακή.
Στον κήπο του βασιλιά ήταν τρία μεγάλα κυπαρίσσια. Ένα πρωί, άκουσαν μια φωνή που έλεγε: "Ο Γιαννάκης στη φυλακή, μπουκιά νερό-μπουκιά ψωμί, όπως καίγεται η καρδιά μου, να καεί και το κυπαρίσσι". Και μόλις έφυγε το περιστεράκι, το κυπαρίσσι έπιασε φωτιά. Ο βασιλιάς έβγαλε σκοπούς να φυλάξουν και να πιάσουν εκείνον που έκαψε το κυπαρίσσι. Το άλλο πρωί, ματακούστηκε η φωνή που έλεγε: "Ο Γιαννάκης στη φυλακή, μπουκιά νερό-μπουκιά ψωμί, όπως καίγεται η καρδιά μου, να καεί και το κυπαρίσσι". Αμέσως άναψε φωτιά και το δεύτερο κυπαρίσσι. Το άλλο πρωί ματάκουσαν την ίδια φωνή να λέει: "Ο Γιαννάκης στη φυλακή, μπουκιά νερό-μπουκιά ψωμί, όπως καίγεται η καρδιά μου, να καεί και το κυπαρίσσι". Αλλά όμως τη βολά αυτή δεν εγλίτωσε το περιστέρι, γιατί το έπιασαν και το έσφαξαν. Όταν το 'σφαξαν, ξεπετάχτηκε ένα μεγάλο δέντρο που έσκυβε και προσκυνούσε το βασιλιά. Έπιασαν αμέσως και το κοψαν κι αυτό. Ύστερα από κάμποσες μέρες, πέρασε απ' έξω από το παλάτι ένας γεροντάκος. Είδε τον κορμό του δέντρου και το πήρε σπίτι του για να το κάψει στη φωτιά.
Εκεί που το έκαψε, άκουσε μια φωνή: "Παππούλη, πονάω..." κι αμέσως ξεπετάχτηκε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι, τυφλό κι εγέλασε και βγήκαν από το στόμα του πολύ ωραία τριαντάφυλλα. Τα τριαντάφυλλα αυτά τα έδωσε στο γεροντάκο και του είπε να πάει στο παλάτι και να φωνάζει δυνατά.' "Όποιος μου δώσει δύο ματάκια, θα του δώσω τα ωραία αυτά τριαντάφυλλα..." "Πάρε τα δύο αυτά ματάκια και δώσε μου τα τριαντάφυλλα", είπε η κακιά θεία της Ελενίτσας. Ο γεροντάκος έτρεξε χαρούμενος στην Ελενίτσα και της έβαλε τα δύο ματάκια. Τότε η Ελενίτσα του διηγήθηκε όλα τα παθήματα της.
Κατόπιν η Ελενίτσα πήγε στο παλάτι. Μόλις την είδε η θεία της τα έχασε και διέταξε να τη βγάλουν αμέσως έξω. Ο βασιλιάς όμως σηκώθηκε αμέσως και διέταξε δύο στρατιώτες να πιάσουν και να δέσουν τη θεία της Ελενίτσας σε δύο άλογα και να τη σχίσουν. Έδιωξε και την Ανθούλα από το παλάτι, βγάλανε και τον Γιαννάκη από τη φυλακή, παντρεύτηκε ο βασιλιάς την Ελενίτσα και μαζί με τον παππούλη ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
 
(Τρίπολη) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.