Τα τρία βασιλόπουλα.

(Κάτω Κλειτορία Καλαβρύτων. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η χελώνα")

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μεγάλη πολιτεία, ζούσε ένας βασιλιάς, με τα τρία παιδιά του. Ο βασιλιάς είχε πια γεράσει και γι' αυτό θέλησε να παντρέψει τα παιδιά του. Τα κάλεσε λοιπόν μίαν ημέρα και τους φανέρωσε την επιθυμία του. Σ αυτήν την πολιτεία όμως, ζούσε μια περίμορφη κοπέλα, που την είχαν αγαπήσει και τα τρία παιδιά. Τότε ο βασιλιάς είπε:
"Για να μην έχει κανένα σας παράπονο, θα τοιχοκολλήσουμε τις φωτογραφίες των πιο ωραίων κοριτσιών, που μας έχουν στείλει από διάφορα κράτη, στο μπαλκόνι, και θα σαϊτέψετε. Σ' όποια φωτογραφία πέσει η σαΐτα του καθενός, αυτή θα πάρει και γυναίκα του".
Έτσι κι έκαμαν. Έριξε ο πρώτος τη σαΐτα του και πήγε στην κοπέλα π' αγαπούσε. Έριξε ο δεύτερος και πήγε σε μίαν άλλη φωτογραφία. Έριξε κι ο τρίτος κι η σαΐτα του χάθηκε τελείως. Αμέσως ζήτησε από τον πατέρα του πολλά λεφτά, το τουφέκι του κι ένα άλογο, που το καβάλησε κι επήγε να βρει τη σαΐτα του. Αφού προχώρησε κάμποσο δρόμο, έφτασε κατά το μεσημέρι σε μια πηγή, που ανέβλυζε καθάριο και γάργαρο νεράκι. Καθώς κάθησε να ξεκουραστεί, είδε κοντά του ένα πελώριο δέντρο. Κοιτάζει θαμπωμένος το δέντρο και βλέπει στους κλάδους του ένα πουλί, που στο ράμφος του κρατούσε τη σαΐτα. Αμέσως του έριξε μια τουφεκιά, αλλά είδε ότι το πουλί ούτε έπεσε κάτω αλλά ούτε έφυγε. Γι' αυτό λοιπόν σκέφτηκε ότι το πουλί θα ήταν πάνω στο δέντρο. Άρχισε λοιπόν να ανεβαίνει. Καθώς ανέβαινε, είδε μια κουφάλα. "Α! εδώ", είπε, "θα έχει πέσει". Όταν μπήκε στην κουφάλα, είδε μια σκάλα. Άρχισε να κατεβαίνει. Όταν κατέβηκε, έφτασε σε μια πολιτεία, που οι κάτοικοι της ήταν μεταμορφωμένοι σε μαϊμούδες. Στην αρχή καταφοβήθηκε, αλλά έπειτα οι μαϊμούδες τον γλυκοχαιρέτησαν. Πήρε θάρρος κι άρχισε να προχωρεί μέσα στην πολιτεία. Όταν έφτασε στο μέσον της πολιτείας, είδε σ' ένα σπίτι το βασιλιά και τη βασίλισσα, που του έκαναν νόημα να πάει εκεί.
Πήγε κοντά του και τους διηγήθηκε όλη την ιστορία του. Τότε ο βασιλιάς ρώτησε: "Άμα δεις το πουλί που σου πήρε τη σαΐτα, θα το γνωρίσεις;" "θα το γνωρίσω", είπε το βασιλόπουλο. Τότε τον πήγαν σ' ένα άλλο δωμάτιο κι είδε το πουλί πάνω στο τραπέζι. "Αυτό είναι το πουλί που μου πήρε τη σαΐτα μου", είπε το βασιλόπουλο.
Το πουλί αυτό ήταν η κοπέλα της βασίλισσας, που την είχαν μαγέψει. Όταν μίλησε το βασιλόπουλο, αμέσως ξεμαγεύτηκε. Έγινε μια ωραία κοπέλα. Το βασιλόπουλο θέλησε να την κάνει γυναίκα του. Όταν επρόκειτο να φύγουν, η βασίλισσα τη μεταμόρφωσε πάλι σε μαϊμού. Της έδωσε δύο φουντούκια κι ένα καρύδι. Πήρε λοιπόν τη μαϊμού το βασιλόπουλο και ξεκίνησαν. Αφού προχώρησαν αρκετό δρόμο, έφτασαν σ' ένα καλυβάκι, όπου ζούσε μια γριούλα. Άφησε τη μαϊμού στη γριούλα και της είπε ότι θα την πληρώνει. Τέλος προχώρησε κι έφτασε στο παλάτι του πατέρα του. Εκεί, όλοι έκλαιγαν και θρηνούσαν το χαμένο βασιλόπουλο. Μόλις τον είδαν στο παλάτι, έκαμαν μεγάλο γλέντι και χαρές. Το παιδί τους διηγήθηκε την ιστορία του, χωρίς να τους φανερώσει ότι η γυναίκα του ήταν μαϊμού.
Ο βασιλιάς τότε κάλεσε τους γιους του κι είπε: "θα πάρει τη βασιλεία μου αυτός, που η γυναίκα του θα πετύχει τρία στοιχήματα". Το πρώτο στοίχημα ήταν να φτιάξουν ένα χαλί που να στρώνει όλο το παλάτι. Το παιδί απελπισμένο, πήγε στο καλυβάκι και διηγήθηκε στη μαϊμού την ιστορία. Τότε η μαϊμού, σπάει ένα φουντούκι, που της είχε δώσει η βασίλισσα, και βγάζει ένα πολύχρωμο χαλί. Το παιδί το πάει στο παλάτι· το μέτρησαν και το σκέπαζε όλο. Των άλλων ήταν ακανόνιστα. Το δεύτερο στοίχημα ήταν να φτιάξουν ένα ωραίο καπέλο, που να ταιριάζει ακριβώς στο κεφάλι του βασιλιά. Πήγε για δεύτερη φορά το παιδί στη μαϊμού και της διηγήθηκε το στοίχημα. Η μαϊμού σπάζει το δεύτερο φουντούκι και βγάζει ένα ωραίο καπέλο για το βασιλιά. Το πάει το παιδί στο παλάτι και ταίριαζε περίφημα γι' αυτόν. Έτσι κέρδισε και το δεύτερο στοίχημα. Το τρίτο στοίχημα του βασιλιά ήταν να μαγειρέψουν οι γυναίκες των παιδιών του κι όποια κάνει το καλύτερο κρέας, θα πάρει τη βασιλεία του. Το βασιλόπουλο πήγε για τρίτη φορά στη μαϊμού και της διηγήθηκε πάλι το στοίχημα. Την ίδια στιγμή η μαϊμού, σπάζει το καρύδι, και γίνεται μια ωραία κοπέλα. Το βασιλόπουλο, γεμάτο χαρά, πήρε τη γυναίκα του και πήγαν στο παλάτι. Όπως ήταν φυσικό, αυτή μαγείρεψε το καλύτερο φαγητό. Έτσι, κέρδισε και το τρίτο στοίχημα. Το παιδί πήρε τη βασιλεία του πατέρα του, κι έζησε ευτυχισμένος με τη γυναίκα του χρόνια πολλά. 

(Κάτω Κλειτορία Καλαβρύτων) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.