Ο Φερεντίνος.

(Βροντάδος Χίου. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η κόρη βοηθός στη φυγή του ήρωα")

Μια φορά ήτανε μια γυναίκα και είχε ένα γιο που τον έλεγαν Φερεντίνο. Όταν εμεγάλωσε είπε στη μαμά του: "Μαμά, πρέπει να φύγω να εργασθώ κι εγώ". Επήγε λοιπόν στην ξενιτιά, μπήκε υπάλληλος σ' ένα μαγαζί και περνούσε καλά. Κάθε μεσημέρι το αφεντικό του τον έστελνε σπίτι του και πήγαινε τα ψούνια. Το αφεντικό είχε μια κόρη, τη Μέλπω, και τα ταίριαζαν πάρα πολύ και ολίγον κατ' ολίγον αγαπήθηκαν. Οι γονείς της ήτανε αντίθετοι και ο Φερεντίνος με την κόρη συνεννοήθηκαν να κλεφτούν και να φύγουν.

Μια νύχτα το απεφάσισαν και έφυγαν από το σπίτι. Όταν ξημέρωσε δεν τους βρήκαν. Η μητέρα της λέει τότε στον πατέρα! "Δεν πηγαίνεις να δεις να τους πάρεις πίσω;". Ο πατέρας γίνεται ένα σύννεφο κόκκινο και άρχισε να τρέχει. Η Μέλπω παρεκάλεσε τον Φερεντίνο να κοιτά και τα πίσω του μήπως τους δει ο πατέρας και η μητέρα της. Κοιτάζει ο Φερεντίνος πίσω του, βλέπει ένα κόκκινο σύννεφο και το λέει στη Μέλπω. "Μη φοβάσαι, είναι ο πατέρας μου", του λέει εκείνη. Δίνει τότε ένα πάτσο στο άλογο και το κάμνει εκκλησάκι και στον Φερεντίνο άλλο ένα και γίνεται ένα καλογεράκι και εκείνη γίνεται θυμιατό και έλεγε! "Κύριε ελέησον, του Κυρίου δεηθώμεν". Κατεβαίνει το σύννεφο και λέει στο καλογεράκι! "Ένα άλογο, ένα παλικαράκι και μία κοπέλα που πήγαν που ήταν τώρα εδώ;". Το καλογεράκι δεν απαντούσε. Σηκώνεται το σύννεφο και φεύγει και πηγαίνει στη μητέρα της κόρης και το λέει. "Έπρεπε να πάρεις το θυμιατό και θα ερχόταν όλα μαζί σου", του απαντά εκείνη. "Πήγαινε γρήγορα πίσω και πάρε το θυμιατό και θα έλθουν όλα μαζί σου". Τα δύο παιδιά επροχωρούσαν πάλι και η Μέλπω λέει στον Φερεντίνο να κοιτάζει πίσω. Βλέπουν πάλι ένα σύννεφο από πάνω τους. Δίνει η Μέλπω πάλι ένα πάτσο του αλόγου το κάμνει ένα τοίχο μεγάλο, κάμνει και τον Φερεντίνο έναν άμπελο και γίνεται και εκείνη μια μεγάλη κουντούρα σταφύλι που εκρεμόταν στον άμπελο. Κατεβαίνει ο πατέρας της κάτω, βλέπει απ' εδώ, βλέπει απ εκεί, ούτε τ' εκκλησάκι ούτε το καλογεράκι και γυρίζει πίσω στη γυναίκα του και λέει ότι δεν είδε τίποτα. "Τίποτα δεν είδες;". "Μονάχα έναν άμπελο και μια κουντούρα σταφύλι". "Αχ! καημένε", του λέει, "έπρεπε να κόψεις την κουντούρα και θα ερχόταν όλα μαζί σου. Φύγε", του λέει με θυμό, "θα πάω εγώ". Σηκώνεται, γίνεται ένα μαύρο σύννεφο και ξεκινάει.
"Κοίταξε πάλι, Φερεντίνε, μην έρχεται η μάνα μου", λέει η κόρη. "Βλέπω ένα μαύρο σύννεφο που έρχεται", της απαντά ο Φερεντίνος. Τότε εκείνη δίνει μια πατσιά του αλόγου και το κάμνει μια στέρνα, κάμνει τον Φερεντίνο νερό και εκείνη γίνεται μια πάπια που κολυμπούσε στη στέρνα. Κατεβαίνει από το σύννεφο η μάνα της. "Έλα κόρη μου", της λέει, "να σε πάρω σπίτι μου, να σου δώσω και τον Φερεντίνο". Πάει να πιάσει την πάπια και εκείνη ετίναζε τα φτερά της και την έβρεχε. Πήγε να την πιάσει πάλι, αλλά εκείνη εξακολουθούσε να τη βρέχει. Τότε η μάνα της την εκαταράστηκε! "Άντε ντε, και μόλις πα' ο Φερεντίνος να τον φιλήσει η μάνα του, να ξεχάσει εσένα". 
Έφυγε η μάνα της και λέει. η Μέλπω στον Φερεντίνο: "Είδες, τι μας καταράστηκε; Όταν σε φιλήσει η μάνα σου να με ξεχάσεις, θα της πούμε να μη σε φιλήσει". Αφού επήγαν στο σπίτι τους, επήγε η μάνα να φιλήσει τον Φερεντίνο και εκείνος της είπε να μην τον φιλήσει γιατί θα ξεχάσει την αρραβωνιαστικιά του. Το μεσημέρι εκοιμηθήκανε και σκεπάστηκε ο Φερεντίνος με μια μαντίλα, αλλά η μάνα του επήγε και τον εφίλησε. Όταν ξύπνησε είδε την αρραβωνιαστικιά του και δεν της μιλούσε. Την είχε ξεχάσει. "Δε σε γνωρίζω", της έλεγε. Η κόρη έκλαιγε απαρηγόρητα και του έλεγε: "θυμάσαι, Φερεντίνε μου, θυμάσαι δε θυμάσαι τις στάμνες τα ροδόσταμα που 'χυνα κι έλουζα σε;" "Δε θυμάμαι τίποτα", της απαντούσε.
Τότε η Μέλπω στέλνει στη μάνα της ένα περιστέρι και στο ράμφος του βάζει ένα γραμματάκι που έγραφε ότι εφίλησε τον Φερεντίνο η μάνα του και με ξέχασε, και τι πρέπει να κάμει για να την ξαναθυμηθεί. Στέλνει το περιστέρι πίσω η μάνα και λέει! "Να πας την κατάρα μου". Το στέλνει για δεύτερη φορά και παρακαλεί τη μάνα της να της δώσει την ευχή της. Εκείνη τη λυπήθηκε και της γράφει να τον ξαναφιλήσει η μάνα του να τη θυμηθεί. Τότε η μάνα, αφού εφίλησε τον Φερεντίνο άλλη μια φορά, αμέσως θυμήθηκε την αρραβωνιαστικιά του και έζησαν καλά και μεις καλύτερα.

(Βροντάδος Χίου) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.