Το βασιλόπουλο και τ' αθάνατο νερό.


(Θράκη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο κασίδης")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλές, ζούσε καλά με τη βασίλισσα και το λαό του, δεν είχε ν' αφήσει διάδοχο και αυτό πολύ τον στεναχωρούσε. Μια μέρα γυρίζοντας απ' το κυνήγι συνάντησε μια κατσιβέλα, είδε τη μοίρα του η κατσιβέλα και τον είπε, η βασίλισσα θα κάνει βασιλόπουλο, μα μόλις γίνει δέκα χρονώ θα το έπαιρνε ο δράκος και θα έφευγε. Ο βασιλές γέλασε με τα λόγια της κατσιβέλας. Πέρασε καιρός, η βασίλισσα γέννησε ένα ωραίο βασιλόπουλο. Ο βασιλές δεν πίστευε στα μάτια του. Έδωσε διαταγή να μοιρασθούνε παράδες στις φτωχοί όλου του βασιλείου και να φάνε όλοι. Στο παλάτι είχανε μεγάλες χαρές. Ο βασιλές θυμήθηκε τα λόγια της κατσιβέλας πως ο δράκος θα το πάρει σαν γίνει δέκα χρονών κι από τώρα αψήλωσε τα ντουβάρια που ήτανε γύρω στο παλάτι, έβαλε φράκτες σιδερένιους και στρατιώτες φύλαγαν μέρα νύχτα την πόρτα του παλατιού.

Το βασιλόπουλο μεγάλωσε, τη μέρα που έγινε δέκα χρονώ και που έπαιζε με τ' άλλα παιδιά έγινε άφαντο. Έτρεξαν παντού να το βρούνε. Πουθενά δεν το ηύρανε, ο βασιλές από τη λύπη του πέθανε, πέθανε κι η βασίλισσα. Στον πύργο του δράκου το βασιλόπουλο μεγάλωνε, σαν έγινε δεκαοκτώ χρονών ήθελε να φύγει, μα πως να φύγει που η πόρτα ήτανε κλειδωμένη και το κλειδί είχε πάντοτε απάνω του ο δράκος, θυμήθκε πως ήτανε ένα βότανο που σαν το έβαζες μέσα στο νερό και το πίνες κοιμούσουνε βδομάδες, έβαλε μέσα στο νερό που ήπιε ο δράκος κι ο δράκος έπεσε μέσα σε βαθύ ύπνο, πήρε το βασιλόπουλο το κλειδί άνοιξε την πόρτα, την κλείδωσε πάλι και έφυγε.
Στο δρόμο που πήγαινε, βρέθηκε μπροστά του ένα γεφύρι, στην μια άκρη κάΟουνταν ένα αρνάκι και στην άλλη ένα λιοντάρι, μπροστά στο λιοντάρι είχε χόρτο και μπροστά στο αρνάκι κρέας, το βασιλόπουλο πήρε το κρέας το 'βαλε στο λιοντάρι, πήρε το χόρτο το 'βαλε στο αρνάκι. Το ευχαρίστησαν για το καλό που τα 'κάνε και το χάρισαν από μια τρίχα και το είπανε, αν καμιά φορά χρειασθείς κάτι, τσίτωσε τη μια από τις δύο τρίχες και θα το έχεις. "Ευχαριστώ", είπε το βασιλόπουλο
τις έκρυψε μέσα στον κόρφο, του, έφυγε. Σαν έφτασε έξω από μια μεγάλη πολιτεία, ηύρε ένα φτωχό, έδωσε τα ρούχα του τα βασιλικά κι έβαλε τα φτωχικά και για να σκεπάσει τα χρυσά μαλλιά αγόρασε μια σκεμπέ και τα σκέπασε και τα παιδιά που τον έβλεπαν φώναζαν, ελάτε να δγείτε τον κασιδιάρη!
Στο παλάτι ήθελαν έναν βοηθό για το περιβόλι και τον πήρανε. Κάθε χρόνο γίνουνταν ένα μεγάλο παναγύρι που πήγαινε όλη η βασιλική φαμίλια, μόνο η μικρή βασιλοπούλα έμεινε στο παλάτι και από το παράθυρο σεργιάνιζε τον κόσμο. Κει που συργιάνιζε, βλέπει στο περιβόλι ένα ωραίο βασιλόπουλο με χρυσά μαλλιά καβάλα σ' ένα άσπρο άλογο και με το σπαθί του έκοφτε λουλούδια. Πέρασε ένας χρόνος κι η βασιλοπούλα δεν μπόρεσε να μάθει τίποτε για το βασιλόπουλο, ήλθε η μέρα που θα γίνουνταν το παναγύρι, η βασιλοπούλα έκαμε που ήταν άρρωστη. Κει που κάθουνταν στο παράθυρο και συργιάνιζε τον κόσμο είδε πάλι το βασιλόπουλο με τα χρυσά μαλλιά καβάλα σ' ένα άσπρο άλογο και με το σπαθί του έκοφτε λουλούδια. Η βασιλοπούλα το ρώτησε ποιο είναι και από που έρχεται και κείνο την είπε όλη την ιστορία του. Ο κασιδιάρης, όταν ήθελε, τσίτωνε την τρίχα που τον έδωσε το λιοντάρι και το αρνάκι και γίνουνταν βασιλόπουλο.
Ο βασιλές ήθελε να παντρέψει τις βασιλοπούλες, φώναξε όλα τα βασιλόπαιδα του κόσμου κι είπε στις βασιλοπούλες να ρίξουνε το χρυσόμηλο όποιον αρέσανε. Οι δύο μεγάλες έριξαν σε βασιλόπαιδα, η μικρή στον κασιδιάρη. Ο βασιλές θύμωσε και την είπε να ξαναρίξει το χρυσόμηλο, το 'ρίξε πάλι στον κασιδιάρη, τότε τον πήρε η βασιλοπούλα και ζούσανε μέσα στην καλύβα.
Πέρασαν χρόνια κι ο βασιλές έχασε το φως του, οι γιατροί είπανε πως μόνε με το αθάνατο νερό θα γίνουνταν καλά, και οι γαμπροί του είπανε να πάνε να το βρούνε. Τον κασιδιάρη, για να τον περιπαίξουνε, τον έδωσαν ένα αδύνατο άλογο που δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Ο κασιδιάρης τσίτωσε την τρίχα κι ήλθε το άλογο και ανέβκε και πήγε κι έφερε το αθάνατο νερό. Στο δρόμο συνάντησε τα δύο βασιλόπουλα, το είπανε πως πήγαν να φέρουνε το αθάνατο νερό για το βασιλέα και δεν το ηύρανε, εκείνο είπε ότι εγώ έχω και τα έδωσε σ' ένα μπουκαλάκι νερό. Αυτά για να το ευχαριστήσουνε το έδωσαν το δαχτυλίδι τους. Το βασιλόπουλο γύρισε πιο γλήγορα, έγινε κασιδιάρης και κάθησε στο αδύνατο άλογο, πέρασαν τα δύο βασιλόπουλα και τον έφτυσαν, που ακόμα κει φύλαγε, και αυτά έφεραν το αθάνατο νερό. Πήγαν στο παλάτι, έδωσαν στο βασιλέα το αθάνατο νερό να πλύνει τα μάτια του, μα το φως του δεν ήλθε, ήτανε νερό. Τότε γύρεψε να πάγει στο βασιλέα κι ο κασιδιάρης, τον έδωσε το αθάνατο νερό και μόλις έπλυνε τα μάτια, είδε. Ο βασιλές χάρηκε, ο κασιδιάρης τσίτωσε την τρίχα κι έγινε ένα ωραίο βασιλόπουλο και είπε όλη την ιστορία του στον βασιλέ, κι η βασιλοπούλα πετούσε απ' τη χαρά της. Τους πήρε στο παλάτι να κάθουνται, τους έδωσε όλο το βασίλειο κι έζησαν καλά και μεις καλύτερα.

(Ελπινίκη Σταμούλη-Σαραντή, Παραμύθια της Θράκης)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.