Άτιτλο.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η κόρη βοηθός στη φυγή του ήρωα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας βασιλιάς που ήτονε κασίδης και τον ελέγανε Μοσκαμπέρη Τσελεπή. Το 'χε μεγάλο καημό που ήτονε κασίδης και γύρευε να βρει τρόπο να του φυτρώσουνε πάλι μαλλιά. Του 'πάνε το λοιπό πως θα του φυτρώσουνε μαλλιά μόνο ανέ σφάξει ένα παιδί, μα βασιλόπουλο, και βάλει το αίμα του απάνω στην κεφαλήν του, μα και το παιδί να το 'χει πιο μπρος ταΐσει με πολλά γλυκά για να γλυκάνει το αίμα του. Σε μίαν άλλη χώρα, ζούσε ένας βασιλιάς με τη βασίλισσα του κι είχανε κι ένα παιδί, τον Φιορεντίνη, όπου το βλέπανε σαν τα μάθια τους, γιατί μια μάγισσα τους είπε πως θα το χάσουνε όντε γενεί εφτά χρονώ.
Μα όντεν εγίνηκε εφτά χρονώ το παιδί ήκουσεν πως ήρθε στην πόλη τους ένα πολλά ωραίο καράβι όπου χε μέσα του κόσμου τα παιγνίδια και τσ' ομορφιές και πήγαινε όλος ο κόσμος και το θώρειε. Ήκλαψε το λοιπό το παιδί που δεν τ' αφήνανε να πάει κι αυτό να το δει. Κι η μάνα του η βασίλισσα εφοβήθηκε να μην πάθει πράμα το παιδί από τα πολλά τα κλάηματά του και ήδωκε την άδεια να πάει με την πίστη του παραμάνα, μα να πάει να δει και να φύγει, να μην κάτσει πολλή ώρα εκειά. Μόλις όμως εμπήκε το παιδί στο καράβι, ο Μοσκαμπέρης Τσελεπής, ο κασίδης βασιλιάς, γιατί εκειουνά ήτανε το καράβι, εδιάταξε να βγάλουν όξω όλο τον κόσμο και την παραμάνα του παιδιού που ήκλαιγε κι εχτυπιούτανε και να σηκώσει άγκυρα το καράβι να φύγουνε. Επήγανε το λοιπό στο βασίλειο του κασίδη βασιλιά. Και το παιδί το βάλανε σ' ένα δωμάτιο κλειδωμένο καλά-καλά απ' όξω, φαλακρός και μόνον του πήγαινε όλη την ώρα γλυκά να τρώει για να γλυκάνει το αίμα του. Αυτό γινόντανε πολύν καιρό κι επεράσανε ετσά πολλά χρόνια και το παιδί εγίνηκε παλικάρι. Ο βασιλιάς ο κασίδης είχε μια γυναίκα που ήτονε μάγισσα και μια κόρη μιαολιά πιο μικρή από το φυλακισμένο βασιλόπουλο και ήτονε πολύ έξυπνη.
Μια φορά είδε από την κλειδαρότρυπα το βασιλόπουλο και το αγάπησε και δεν ήθελε να το ξεβγάλει ο κύρης τση. Πάει το λοιπό μια μέρα που δεν την ήβλεπε κανείς στο διπλανό δωμάτιο από κείνο που ήτονε φυλακισμένο το βασιλόπουλο, και του λέει να ζητήξει να του φέρουνε ξύδι και να πιτούνε και οι δύο στον τοίχο, ο ένας απ' τη μια μπάντα κι ο άλλος από την άλλη, να πέσει ο τοίχος να λευτερωθεί το βασιλόπουλο και να την πάρει μαζί του να την κάμει γυναίκα του στο βασίλειο του πατέρα του. Ετσά και γίνηκε και πιτούσανε όλη μέρα κι όλη νύχτα τον τοίχο, όντα δεν τσι βλέπανε, κι ήπεσε ο τοίχος και λευτερώθηκε το βασιλόπουλο και φύγανε με τη βασιλοπούλα. Λίγη ώρα όμως από τότες που φύγανε, ο κασίδης το πήρε μυρωδιά κι ήτρεξε από πίσω τους να προλάβει και την κόρη του να τη σφάξει κι αυτή. Μα η μάνα τση, που ήτανε μάγισσα και φοβήθηκε για την κόρη τση, τση λέει, ρίχνει τ' αποχτενίδια τση και γίνονται λαγκάδια και βάτος και δεν εμπόρειε να τση φτάξει ο βασιλιάς με τσι φρουρούς του. Όντο την επλησίαζε πάλι ο βασιλιάς ρίχνει η κόρη το χτένι τση και γινήκανε βουνά και δεν εμπόρειε να τα περάσει ο βασιλιάς, όντο τσι πλησίαζε πάλι, ρίχνει, όπως τση είπε η μάνα τση, τον καθρέφτη τση πίσω τση και γίνεται θάλασσα και τοτεσάς δεν εμπόρειε να τσι φτάξει καθόλου ο βασιλιάς και αυτοί εφτάξανε στο σπίτι του. Μα όντο δεν εμπόρειε μπλιο ο κασίδης να την κυνηγά τση 'δώσε την κατάρα του να τόνε φιλήσει η μάνα του το βασιλόπουλο να ξεχάσει την κοπέλα που τον εβοήθησε. Μα η μάνα τση επειδή αγαπούσε την κόρη τση λέει κι αυτή "και να τόνε ξαναφιλήσει η μάνα του και να τση ξαναθυμηθεί πάλι". Αυτά τα 'κουσε η κόρη κι είπε στον Φιορεντίνη, το βασιλόπουλο, σαν πάει 'ς τση μάνας του να μην την αφήσει να τόνε φιλήσει, γιατί θα την ξεχάσει κι αυτός τση το υποσχέθηκε και την άφησε κάπου να τόνε περιμένει και πήγε στο παλάτι και παρουσιάστηκε 'ς τσι γονιούς του. Ο καθένας εδά βάνει με το νου του τη χαρά που κάνανε οι γονιοί του αφού 'χάνε από χρόνια το παιδί τους ξεγραμμένο. Αυτός όμως είπε τση μάνας του να μην τόνε φιλήσει. Ετοιμάσανε το λοιπό στο παλάτι κουλούρια και γλυκά για να εορτάσουνε τον ερχομό του βασιλόπουλου. Εκειά που κάνανε το λοιπό τα κουλούρια η βασίλισσα είπε 'ς τσι φιλενάδες τση πως δεν την αφήνει ο γιος τση να τόνε φιλήσει κι αυτές τση λένε "Ε, και δεν πας εσύ να τόνε φιλήσεις χωρίς να το κατέχει εκειά που κοιμάται;" "Μωρέ, καλά μου το λέτε", λέει η βασίλισσα και πάει και τόνε φιλεί και ξυπνά σε λίγο ο νιος και δεν εθυμούντονε καθόλου τη βασιλοπούλα που τον εγλύτωσε.
Αυτή επερίμενε, επερίμενε και σαν είδε πως δεν ηρχούντονε ο Φιορεντίνης εκατάλαβε πως τον είχε φιλήσει η μάνα του και τση ξέχασε. Πάει το λοιπό κι αυτή και νοικιάζει ένα ωραίο σπίτι με μπαλκόνι - γιατί είχε πολλά λεφτά, βασιλοπούλα μαθές ήτονε - και βάνει και τα πιο ωραία τση ρούχα και κάθεται στο μπαλκόνι και παίζει το μαντολίνο τση. Ήτονε ετσά πολύ όμορφη και όλοι οι νιοι, τ' αρχοντόπουλα, που περνούσανε από κάτω την ερέγουνταν και τση φωνάζουνε "Αμήν, κυρία μου, να 'ρθω το βράδυ". "Ναι", ήλεγε αυτή σ' ένα-ένα χωριστά, "μα κοίταξε να 'ρθεις 'ς τσι οχτώ, αν έρθεις ένα λεφτό πιο μπρος ή πιο ύστερα, δε σε βάνω μέσα. Μόνο τώρα δος μου και λεφτά να ετοιμάσω το δείπνο". Τση 'δίνε λοιπόν το κάθε αρχοντόπουλο. Μα την ώρα που του 'πε και πήγαινε, αυτή είχε σάξει το ρολόι τση με τσι διαμαντόπετρες να πηγαίνει δύο λεφτά μπροστά και δεν του 'νοιγε την πόρτα, μόνο του 'λέγε πως ήρθε αργά. Λέει αυτός: "Μα εμένα το ρολόι μου λέει οχτώ". Λέει αυτή; "Αν είναι καλύτερο το δικό σου το ρολόι από το δικό μου με τις διαμαντόπετρες να το σπάσω εγώ το δικό μου". Και τ' αρχοντόπουλο δεν εμπόρειε να πει πράμα μόνο ήφευγε ντροπιασμένο. Αυτό όμως το 'κάμε σε πολλά αρχοντόπουλα και στο τέλος αποφασίσανε κι αυτοί να τση κάμουνε δικαστήριο να τους εδώσει πίσω τα λεφτά τους. Στο δικαστήριο θα 'κάνε την κρίση ο βασιλιάς και θα 'τόνε και η βασίλισσα με τον Φιορεντίνη. Ενωρίς το λοιπό εντύθηκε η βασιλοπούλα να πάει να τη δικάσουνε και πήρε το δρόμο κουνιστή και λυγιστή, στο δρόμο τση λέγανε "Σιγά, κερά, τη ζάλα σου κι ας είν' τα λόγια λίγα γιατί στο σπίτι που θα πας είναι ο γιος του ρήγα" κι αυτή τους ήλεγε "Μαγάρι να ναι ο βασιλιάς, μαγάρι να 'ναι ο ρήγας κι εγώ αιτία γύρευα να μπω στην αφεντιά". Οντόνε γίνουντονε το δικαστήριο ήτονε μέσα κι ο Φιορεντίνης, μα δεν την εγνώρισε, και την εκατηγόρειε κι αυτός. Τοτεσάς αυτή του λέει:
 "Αφέντη Φιορεντίνη μου, κάνεις δε με γνωρίζεις 
κι έχεις τα μάτια σφαλιχτά και δεν τ' ανεντρανίζεις; 
Θυμάσαι που πιτούσαμε τον τοίχο με το ξύδι 
και σε 'φερα και κάναμε ετούτο το ταξίδι;
Παρακαλώ σε, ρήγισσα, κι αρχόντισσα μεγάλη 
να του γυρίσεις το φιλί να με γνωρίσει πάλι". 
Και τότες η βασίλισσα τον εφίλησε κι αμέσως την εγνώρισε και την ήκαμε γυναίκα του και εζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

(Κρήτη) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.