Ο Φόβος.

(Ικαρία. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο άφοβος")

Μια γυναίκα είχε ένα παιδί, όλο σε τέχνη το 'βαλε κι όλο εκείνο έφευγε. Του λέει η μάνα του: "Μα, παιδάκι μου, δε φοβάσαι και κάνεις αυτές τις ανοησίες;" Τότε λέει αυτό: "Τι θα πει φόβος; θα πάω να τον βρω". Κείνη τη στιγμή τ' ακούσανε κάτι κλέφτες κι είπαν, "θα το πάρομε εμείς να του δείξομε το φόβο". Το πήραν λοιπόν και το πήγαν σ' ένα νεκροταφείο και το βάλανε να ψήνει χαλβά. Καθώς ήψηνε τον χαλβά ήβγε ένα χέρι από ένα τάφο και γύρευε χαλβά. Το χέρι ήταν μιας γυναίκας πεθαμένης και το παιδί της είπε να περιμένει. Αυτή όμως όλο και γύρευε και γύρευε. Τότε το παιδί ήπιασε ένα κομμάτι ζεματιστό χαλβά και της το 'ρίξε. Αυτή κάηκε και έφυγε. Ύστερα όταν έγινε ο χαλβάς της φώναξε να της δώσει αλλά αυτή ούτε φάνηκε. Ύστερα πήγανε οι κλέφτες και τον ρωτήσανε αν ηύρε τον φόβο, αυτό είπε όχι και τους είπε και την ιστορία.

Τον πήρανε λοιπόν και τον πήγανε σε μια σπηλιά όπου οι καλομοίρες κάνανε φαντασία. Εκεί του δώσανε ένα καρφί και ένα σφυρί για να καρφώσει την νύχτα. Όταν πήγε να 'μπει μέσα, παρουσιάσθη μια καλομοίρα που πολέμα να πιάσει ένα κρεμασμένο από ψηλά παιδί. Τότε αυτός της λέει, "πάτα απάνω μου για να φτάσεις", αυτή ηνέβηκε απάνω του και αντί να πολεμά να πιάσει το κρεμασμένο, ηπολέμα να τον εζουλήσει. Είχε και στο ένα της πόδι ένα χρυσό βραχιόλι. Αυτός τότε την πιάνει, τη χτυπάει κάτω και της παίρνει το βραχιόλι. Έπειτα βρίσκει ένα κόκαλο και το καρφώνει με ένα καρφί. Τότε ακούει βροντές, βλέπει αστραπές, τρομερούς κεραυνούς και δε φοβήθηκε. Με την αστραπήν είδε το ανθρώπινο κεφάλι που ηκάρφωνε προ ολίγου το καρφί. Τότες πάνε πάλι οι κλέφτες τον ρωτούν: "Ηύρες το φόβο;" Λέει πάλι αυτός "όχι". Τους λέει ύστερα: "Ηκάρφωνα το καρφί στο κόκαλο αλλά το φόβο δεν τον ηύρα. Να πάρετε το βραχιόλι να το πουλήσετε", τους λέει, "για να μην κλέβετε πια και γω θα πάω μόνος μου να βρω τον φόβο".
Κατέβηκε λοιπόν στην ακρογιαλιά μοναχός του και είδε από μακριά ένα καράβι. Του φώναξε μ' όση δύναμη είχε μέχρι που τον ακούσανε και πήγαν και το πήρανε μέσα στο καράβι. Εκεί που αρμενίζανε περάσανε και από ένα κάβο, τότες ήβγε μια γοργόνα και ήθελε να πνίξει το καράβι. Τότε πιάσανε να κλαίνε όλοι γιατί έπρεπε να ρίξουνε ένα στη θάλασσα της γοργόνας για να σωθούνε οι άλλοι. Αυτός όμως είπε σ' όλους να κατεβούνε κάτω στ' αμπάρια και να τον αφήσουνε μονάχο. Αυτή όλο και ηδυνάμωνε τη φουρτούνα για να πνίξει το καράβι. Αυτός τότε την άρπαξε από τα μαλλιά, την έδειρε και την ανάγκασε να δώσει όρκον πως δε θα ξαναπειράξει το καράβι. Και έτσι σωθήκανε και συνεχίζανε το ταξίδι τους.
Όταν ξάφνου πατήσανε ένα βράχο. Αυτός τότε είπε στο πλήρωμα να τον βγάλουνε στο βράχο. Δεν ήθελε όμως κανείς γιατί τους έσωσε την ζωή. Αυτός όμως επέμενε και στο τέλος πια τον βγάλανε. Βλέπει από δω βλέπει από κει και στο τέλος είδε σε μια μεριά του βράχου ένα χαλκά. Πάει κοντά και ήπιασε και τον τραβά. Στο τέλος κατάφερε και τον σήκωσε και άνοιξε μια πόρτα απ' όπου είδε μια σκάλα, την κατέβηκε και βρέθηκε μπροστά σ' ένα στρωμένο τραπέζι που είχε πάνω τρία σερβίτσια, τρία κουτάλια, τρία πιάτα. Τότε κρύφτηκε κάτω από το σκεπασμένο με ένα τραπεζομάντηλο τραπέζι για να δει τι θα γίνει. Ύστερα από λίγο είδε τρεις περιστέρες που πήγανε στο παράθυρο, από κει πήγανε σε μια λεκάνη με νερό και σε λίγο βγήκαν τρεις κοπέλες. Ύστερα πήγαν στο τραπέζι και κάτσανε να φάνε και να πιούνε. Όταν η μια σήκωσε το ποτήρι για να πιεί, είπε "εις υγείαν εκείνου που μου έκαψε το χέρι στο νεκροταφείο". Και η άλλη πάλι έλεγεν "εις υγείαν εκείνου του νέου που κάρφωσε το κόκαλο και που μ έριξε κάτω και πήρε το χαλκά". Και η τρίτη έλεγε, "εις υγείαν εκείνου του μασκαρά που μ' έπιασε στο καράβι και με όρκισεν να μην πειράζω πια το καράβι". Εκεί πετιέται και αυτός που ήταν από κάτω απ' το τραπέζι και λέει: "Βρε, εδώ είμαι και εγώ". Τότες αυτές του είπαν ότι οι κλέφτες είναι φυλακή, γιατί ένας Εβραίος είπε ότι ο χαλκάς που είχανε ήταν δικός του. Και τώρα ητοιμάζανε να τους κρεμάσουνε. Ύστερα του δώσανε πέντε χαλκάδες και να πάει να τους ανακατέψει και να τους δώσει του Εβραίου για να διαλέξει ποιος είναι ο δικός του, να βγει ψεύτης να τον κρεμάσουνε και να σωθούνε οι φίλοι τους οι κλέφτες. Αυτός λοιπόν πήγε στο δικαστήριο και ηνεκάτεψε τους χαλκάδες και τους έδωκε του Εβραίου. Αυτός τους ήβλεπε, τους ξανάβλεπε και στο τέλος είπε πως δεν ξέρει ποιος είναι ο δικός του. Τον καταλάβανε λοιπόν πως ήταν ψεύτης και τον κρεμάσανε. Τότε αυτός τους δίνει όλους στους κλέφτες για να μη κλέβουνε πια και πάει να βρει το φόβο.
Πάει σε μια πολιτεία που το παλάτι της ήταν στοιχειωμένο γιατί όποιος πήγαινε να κοιμηθεί πέθαινε, είχε πεθάνει ο βασιλιάς και ύστερα στοίχειωσε το παλάτι. Όταν το βασιλόπουλο έμαθε ότι αυτός ψάχνει το φόβο, είπε να του τον πάνε. Πάει αυτός και ζήτησε μαγκάλι με φωτιά. Τη φωτιά οι καλομοίρες τη φοβούνται. Έτσι λοιπόν ηκάθουντα μες στο παλάτι. Κατά τα μεσάνυχτα παρουσιάστηκαν κάτι μαύρα γατάκια και του πάνε να παίξουνε χαρτιά, ύστερα πήγανε και τον τσαγκρουνίσανε. Τότε αυτός πιάνει αναμμένα κάρβουνα και τους τα πετά και έτσι φύγανε. Ύστερα από λίγο ήπιασε να πηγαίνει κοντά του ένας καναπές με καρούλια, ύστερα άρχισε να φεύγει και να παίρνει κι αυτόν μαζί του. Τότε λέει αυτός, "δε θα με πάρεις από τη φωτιά μου", και έτσι ο καναπές έφυγε μόνος του. Εκεί παρουσιάστηκε ο γερο-βασιλιάς ο πεθαμένος. Του είπε ότι είναι ο πατέρας του βασιλόπουλου και ότι έχει ένα θησαυρό που ο γιος του δεν τον ξέρει. Τον πήγε να του δείξει που τον είχε κρυμμένο και αυτός πήγε μαζί του. Αφού του τον έδειξε, τον πήγε σ' ένα κρεβάτι με σούστα που όποιος έπεφτε απάνω τον έκοβε το φάντασμα του βασιλέα. Ο γερο-βασιλιάς πάλευε να τον ρίξει απάνω αλλά ο άνθρωπος τα κατάφερε και έριξε το βασιλιά. Τότε κόπηκε το φάντασμα. Το πρωί πήγε ο αραμπάς για να πάρει τον άνθρωπο νομίζοντας τον πεθαμένο αλλά τον ηύρε ζωντανό και. πεθαμένο το στοιχειό. Τότε ο γιος του βασιλιά από την χαρά του του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του και αμέτρητους θησαυρούς. Αυτός όμως ήθελε να φύγει να πάει να βρει το φόβο. Η γυναίκα του τότε του έφτιαξε γλυκίσματα και πάνω πάνω του 'βαλε μια πέρδικα ζωντανή. Ύστερα τα 'βαλε σε κουτιά όλα τα γλυκά. Αυτός αφού τα πήρε ξεκίνησε με άλογα και στρατιώτες. Όταν κουραστήκανε κάτσανε να φάνε και λίγο. Μόλις όμως αυτός πάει να ανοίξει τα κουτιά, και ξαφνικά ηπετάχτηκε η ζωντανή πέρδικα και αυτός τρόμαξε και λιποθύμησε. Τότε πια είδε πως ηύρε το φόβο και πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω στη γυναίκα του.
 
(Ικαρία) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.