Ο Δεκατρής.
 
(Καστανιά Ευρυτανίας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Δεκατρείς")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας πατέρας που είχε δεκατρία παιδιά. Το μικρότερο από αυτά το έλεγαν Δεκατρή. Επειδή όμως ήταν φτωχοί και δεν είχαν να τα ταΐσουν αποφάσισε μαζί με τη γυναίκα του να τα πάνε και να τα αφήσουν σε ένα δάσος για να τα φάνε οι λύκοι. Ο Δεκατρής όμως άκουσε τη κουβέντα του πατέρα τους με τη μητέρα τους. Τους πήραν λοιπόν όλους και ξεκίνησαν να πάνε δήθεν να κόψουν ξύλα στο δάσος. Ο Δεκατρής όμως είχε γεμίσει την τσέπη του με καλαμπόκι που το έσπερνε στο δρόμο.

Όταν έφτασαν βαθιά στο δάσος, οι γονείς είπαν στα παιδιά να σκορπιστούν να μαζέψουν ξύλα και, άμα τα συγκεντρώσουν, να έρθουν στο μέρος που ήταν και αυτοί για να ξεκινήσουν για το σπίτι. Αυτοί όμως έφυγαν κρυφά και όταν γύρισαν τα παιδιά δεν τους βρήκαν. Το κατάλαβαν ότι τους παράτησαν και ο Δεκατρής άρχισε να μαζεύει τα καλαμποκόσπυρα που είχε σπείρει το πρωί κι έτσι το βράδυ ξαναγύρισαν στο σπίτι. Μόλις τους είδαν οι γονείς τους, κατάλαβαν ότι με τη βοήθεια του καλαμποκιού ξαναγύρισαν κι αποφάσισαν να τους πάνε σε άλλο δασός πιο μακριά. Άκουσε πάλι τη συζήτηση ο Δεκατρής αλλά, επειδή είχαν κρύψει το καλαμπόκι, γέμισε τις τσέπες του με σιτάρι. Μόλις τους ξαναπήραν για το δάσος άρχισε να σπέρνει το σιτάρι.
Όταν έφτασαν μέσα στο δάσος μακριά, τους είπαν πάλι να μαζέψουν ξύλα και σε λίγο να συγκεντρωθούν για να φύγουν για το σπίτι. Όταν γύρισαν όμως, ο Δεκατρής και τ' αδέρφια του δε βρήκαν τους γονείς τους γιατί είχαν φύγει. Ο Δεκατρής άρχισε να ψάχνει για να βρει το σιτάρι, αλλά οι γονείς τους είχαν μαζέψει λίγο απ' αυτό και το άλλο το έφαγαν τα πουλιά κι έτσι δεν μπόρεσαν να ξαναγυρίσουν στο σπίτι. Αφού περιπλανήθηκαν μέσα στο δάσος πολλή ώρα, πήραν ύστερα ένα δρόμο χωρίς να ξέρουν που πηγαίνουν. Μετά από λίγη ώρα - είχε πια νυχτώσει - είδαν από μακριά ένα φως. Όταν έφτασαν εκεί χτύπησαν την πόρτα της καλύβας για να τους βάλουν μέσα. Σ' εκείνη την καλύβα ζούσε ένας δράκοντας. Μόλις τα είδε η γυναίκα του δράκοντα, τους άνοιξε και τους είπε: "Πηγαίνετε εκεί στο μπαλκόνι και κοιμηθείτε απόψε μαζί με τα δικά μου παιδιά, αλλά αν πεινάσει ο δράκοντας τη νύχτα, μπορεί να σηκωθεί να σας φάει. Γι' αυτό μη μιλάτε καθόλου".
Όταν ήρθε ο δράκοντας το βράδυ τα μεσάνυχτα πείνασε. Η δράκαινα του είπε ότι ήρθαν κάτι παιδιά και κοιμούνται μαζί με τα δικά τους. Ο δράκοντας τότε αποφάσισε να τα φάει. "Πρόσεξε", του είπε η δράκαινα, "να μη φας τα δικά μας παιδιά που έχουν τις σκούφιες, αλλά τα άλλα". Μόλις τ' άκουσε ο Δεκατρής, βγάζει γρήγορα τις σκούφιες και τις περνάει στα κεφάλια των αδερφών του κι αφήνει τα παιδιά του δράκοντα χωρίς σκούφιες. Ο δράκοντας έφαγε τα δικά του τα παιδιά. Εν τω μεταξύ ο Δεκατρής και τ' αδέρφια του πήδησαν απ' το μπαλκόνι κι έφυγαν.
Όταν έφτασαν μακριά είδαν ένα βασιλιά κοντά στο παλάτι του, ανεβασμένο στο άλογο του. "Φαίνομαι καλός;" τους ρώτησε. "Καλός φαίνεσαι", του απάντησαν, "μα αν είχες το άλογο του δράκοντα, θα ήσουν ακόμα καλύτερος". "Και ποιος θα πάει να το φέρει;" "Ο Δεκατρής", απάντησαν τ' αδέρφια του, που δεν τον χώνευαν, επειδή ήταν εξυπνότερος απ' αυτούς.
Ξεκίνησε λοιπόν ο Δεκατρής, κι έφτασε στο κατώγι του δράκοντα. Αλλά το άλογο του χλιμιντρούσε, μόλις αντίκρυζε ξένο. Τ' άκουσε λοιπόν ο Δράκοντας από πάνω. Κατέβηκε κάτω και το τάισε κι ο Δεκατρής κρύφτηκε πίσω από ένα σωρό ξύλα. Ξαναπήγε να το πιάσει όταν έφυγε ο Δράκοντας, ξαναχλιμιντρισε το άλογο. Κατέβηκε ο Δράκοντας και το άρχισε στο ξύλο το άλογο του, λέγοντας του: "Εγώ σε τάισα, τι έχεις και φωνάζεις;" Σε λίγο ξανάγινε το ίδιο και μόλις πρόλαβε ο Δεκατρής να κρυφτεί. Τότε ο Δεκατρής το πήρε με το καλό το άλογο, ανέβηκε καβάλα, και το άλογο, ευχαριστημένο που μπήκε και λίγο βάρος πάνω του, δε μίλησε. Το πήγε στο βασιλιά. "Φαίνομαι καλός τώρα;" ξαναρώτησε. "Καλός φαίνεσαι", του είπαν, "αλλά αν είχες και το πάπλωμα του Δράκοντα, θα σουνα καλύτερος". "Και ποιος θα πάει να το φέρει;" "Ο Δεκατρής".
Πήγε ο Δεκατρής στο σπίτι του Δράκοντα. Το πάπλωμα ήταν απλωμένο στο μπαλκόνι. Ήταν ένα πελώριο χρυσοκέντητο πάπλωμα, αλλά είχε και πολλά κουδούνια. Το τράβηξε λίγο ο Δεκατρής, αλλά τα κουδούνια βρόντησαν. Βγήκε ο Δράκοντας, αλλά ο Δεκατρής κρύφτηκε και δεν τον είδε. Ξανατράβηξε. Βγήκε γρήγορα ο Δράκοντας και τον έπιασε. Κι επειδή τον είχε βάλει να φάει τα παιδιά του, τον έπιασε, τον έδεσε, τον κρέμασε πάνω από ένα πελώριο καζάνι κι είπε στη γυναίκα του να σκίσει ξύλα, να βράσει το νερό και ύστερα να κόψει το σκοινί για να πέσει μέσα ο Δεκατρής και να τον φάει, σαν θα γύριζε απ το κυνήγι. 
Καθώς έσκιζε τα ξύλα η γριά, ο Δεκατρής της λέει: "Δεν τα σκίζουν έτσι τα ξύλα, έτσι παιδεύεσαι περισσότερο". "Και πως τα σκίζουνε;" ρώτησε. "Να πώς, να σου το πω. Λύσε με και κατέβασε με, να σου δείξω μια στιγμή και ύστερα με ξαναδένεις", είπε ο Δεκατρής. Μόλις τον έλυσε, πήρε το τσεκούρι και είπε! "Πρόσεχε μη σκύβεις, γιατί θα σε χτυπήσει το τσεκούρι", και με μια τσεκουριά στο κεφάλι σκότωσε τη δράκαινα και την έβαλε μέσα στο καζάνι να βράσει, πήρε το πάπλωμα και το πήγε στο βασιλιά. "Φαίνομαι καλός τώρα;", ξαναρώτησε. "Καλός φαίνεσαι, αλλά που να 'χες και τον ίδιο το Δράκοντα ζωντανό", απάντησαν τ' αδέρφια του Δεκατρή. "Και ποιος θα πάει να τον φέρει;" "Ο Δεκατρής", του είπαν.
Ξανακίνησε ο Δεκατρής. Στο σπίτι του Δράκοντα κοντά, βρίσκει ένα γέροντα. "Πού πας;" του λέει ο Δεκατρής. "Πάω στο σπίτι του φίλου μου του Δράκου να τον δω". "Α, εκεί πάω κι εγώ", και του διηγήθηκε τι ήθελε να κάνει. Τότε ο γέρος του λέει: "Για να πετύχεις αυτό που θέλεις, πρέπει να βρεις ένα γέροντα σαν κι εμένα, να τον γδάρεις, να φορέσεις το τομάρι του και να πας στο Δράκο". "Πού θα βρω καλύτερο γέροντα από σένα;", του λέει ο Δεκατρής, "εσύ έτσι κι έτσι τα ψωμιά σου τα 'φαγες". Σκοτώνει το γέροντα, παίρνει το τομάρι του, το φοράει και πάει στο Δράκο. "Ε, καλώς το φίλο!", είπε ο Δράκοντας, "καιρό είχα να σε δω, πως ήρθες κατά δω!". Του έβαλε ύστερα να φάει. Φάγανε μαζί μια καρδάρα με χοντρόγαλο. Ύστερα ο Δεκατρής τρεμουλιαστά, κάνοντας όπως κι ο γέρος που σκότωσε, του είπε: "Ξέρεις φίλε μου, πέθανε αυτές τις μέρες ένας γνωστός μου και θέλω να φτιάσω μια κάσα. Αυτός είναι σαν και σένα μεγάλος. Έρχεσαι λοιπόν να δοκιμάσω στα δικά σου μέτρα την κάσα;" "Γιατί όχι;" απάντησε ο Δράκοντας. Τον έβαλε λοιπόν μέσα στην κάσα ξαπλωμένο, κι αφού κάρφωσε όλα τα γύρω, έβαλε ένα σανίδι επάνω, του έμπηξε γρήγορα καρφιά, και έκλεισε το Δράκο μέσα. Έκοψε ύστερα την κάσα στον ώμο του, φανέρωσε στο Δράκοντα ότι ήταν ο Δεκατρής, που ο Δράκος νόμιζε ότι τον είχε φάει, και τον πήγε στο βασιλιά.
Πήρε τότε ο βασιλιάς το Δεκατρή και τ' αδέρφια του και τα 'βαλε γύρω στο θρόνο του και κάθονταν ήσυχοι. Σε μια στιγμή όμως ο Δράκος σπάζει το κασόνι που ήταν μέσα και ορμά επάνω τους. Έφαγε το βασιλιά και τ' αδέρφια του Δεκατρή και μόνο ο Δεκατρής το 'σκάσε τρέχοντας κι ανέβηκε σ' ένα ψηλό δέντρο παίρνοντας πάνω και δύο μεγάλες πέτρες. Σε λίγο φτάνει από κάτω ο Δράκοντας κι άρχισε να τρώει το δέντρο αφρίζοντας από λύσσα γιατί τον έβαλε να φάει τη γυναίκα και τα παιδιά του, για να γκρεμίσει κάτω τον Δεκατρή. Ο πονηρός Δεκατρής όμως του λέει: "τώρα το κατάλαβα ότι δε γλιτώνω με κανένα τρόπο κι ότι θα με φας. Γιατί λοιπόν να παιδεύεσαι έτσι; άνοιξε το στόμα σου και κλείσε τα μάτια σου για να πηδήξω μέσα και να με ευχαριστηθείς". Μόλις όμως το 'κάνε αυτό ο Δράκοντας, του αμολάει τις πέτρες μες στο στόμα και τον ξέκανε το Δράκοντα. Μετά κατέβηκε, πήρε το πάπλωμα και το άλογο του Δράκοντα, έστειλε και βρήκε τους γονείς του και τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Κι ο κόσμος εκτιμώντας την εξυπνάδα και τα κατορθώματα του τον έκανε βασιλιά και έζησε ύστερα ευτυχισμένος στη χώρα εκείνη.
 
(Παραλλαγή που συλλέχτηκε από τον Δημήτριο Κουτρούμπα στην Καστανιά της Ευρυτανίας)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.