Ο Αράπης.

(Ιστιαία Εύβοιας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο μαθητευόμενος μάγος")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας φτωχός πατέρας κι είχε τρία παιδιά. Λεφτά δεν είχε να τα ζήσει και πήγαινε στο βουνό κι έκοβε ξύλα και τα πούλαγε κι έτσι ζούσε τα παιδιά του. Μια μέρα εκεί που ήτανε στο βουνό κι έκοβε ξύλα βρήκε μια μεγάλη πλάκα. Τη σήκωσε και τότε φανερώθηκε ένας αράπης και τον ρώτησε τι ήθελε. Ο γέρος είπε ότι είχε τρία παιδιά και δεν μπορούσε να τα ζήσει και έκοβε ξύλα. Ο αράπης τον λυπήθηκε και του πε να στείλει στο παλάτι του, που ήτανε κάτω από την πλάκα, το μεγαλύτερο παιδί του. Ο γέρος άκουσε στα λόγια του και τον έστειλε.

Το παιδί όταν μπήκε μέσα τα έχασε από την πολυτέλεια. Ο αράπης του 'δώσε μία βέργα για να τη χτυπάει όταν ήθελε τίποτα. Του 'δώσε επίσης και μερικά βιβλία που είχανε τα κατορθώματα του αράπη. Αλλά το παιδί ήτανε τόσο μουρλό που καλά καλά δεν ήξερε ούτε να χτυπήσει τη βέργα. Οι υπηρέτριες του φέρνανε πολυτελή φαγητά. Μια μέρα, εκεί που καθότανε το παιδί για να διώξει μια μύγα, χτύπησε τη βέργα και τότε παρουσιαστήκανε οι υπηρέτριες και τον ρωτήσανε τι θέλει. "Τίποτα", είπε αυτός. "Πώς πάνε τα βιβλία, τα διαβάζεις;" "Όχι", είπε, "δεν ξέρω γράμματα". "Κοίταξε", του είπαν, "εάν σε ρώτησε ο αράπης τι διάβασες, θα πεις, τίποτα γιατί δεν ξέρω γράμματα". Ήρθε καμιά φορά ο αράπης. "Τι έμαθες;" ρωτάει το παιδί. "Τίποτα", είπε αυτό, "γιατί δεν ξέρω γράμματα". "Καλά", είπε, "δεν πειράζει" και του δώσε ένα σακουλάκι φλουριά και το 'στείλε στον πατέρα του. Ο πατέρας μόλις είδε τα λεφτά τρελλάθηκε από τη χαρά του γιατί έγινε πλούσιος και δε θα ξαναπήγαινε για ξύλα. Μετά από λίγο καιρό έστειλε το δεύτερο παιδί. Κι αυτό έκανε τα ίδια με το πρώτο. Και τελευταία πήγε ο μικρός που ήτανε πιο έξυπνος από τους άλλους. Αυτός κάθε λίγο χτύπαγε τη βέργα και όλο ωραία φαγητά του φέρνανε. Τα βιβλία του αράπη μέσα σε μία μέρα τα διάβασε και έμαθε όλα τα κατορθώματα του. Όταν τον ρωτήσανε οι υπηρέτριες τι έμαθε από τα βιβλία είπε: "Όλα τα κατορθώματα του αράπη και ένα παραπάνω".
"Κοίταξε, καημένε, να μην πεις στον αράπη τι έμαθες, πας χαμένος θα σε φάει". Όταν ήρθε ο αράπης και τον ρώτησε τι έμαθε είπε, τίποτε γιατί δεν ξέρω γράμματα. Αφού έδωσε και σ αυτόν λεφτά τον άφησε κι έφυγε.
Μετά από πολύ καιρό το μικρό παιδί είπε στον πατέρα του: "Πατέρα, θα γίνω άλογο και θα με πας να με πουλήσεις στο παζάρι και θα μου βάλεις καλά γκέμια και σέλα. θα έρθει ο αράπης να με πάρει, θα με δώσεις ακριβά, αλλά τα γκέμια θα τα κρατήσεις εσύ, γιατί αυτά θα είμαι εγώ". Την άλλη μέρα το παιδί έγινε ένα ωραίο άλογο και ο πατέρας του το πήγε στο παζάρι. Μόλις το είδε ο αράπης το θαύμασε και ήθελε να το πάρει. "Πόσο το δίνεις;" "Τόσο", είπε. "Εντάξει", είπε ο αράπης και το πήρε, αλλά τα γκέμια δεν τα 'δίνε με κανένα τρόπο. "Τι", είπε, "εγώ γι' αυτά τα γκέμια το παίρνω". Ο πατέρας δεν μπόρεσε να κάνει διαφορετικά και τα έδωσε. Το πήρε ο αράπης το άλογο και το 'δέσε έξω απ την πλάκα. Το άλογο όμως φώναζε και έλεγε: "Λύσε με". Μερικοί κυνηγοί που πέρναγαν από εκεί το ακούσανε και το λύσανε. Το άλογο το έβαλε στα πόδια. Μόλις βγαίνει έξω ο αράπης από το παλάτι του δε βρήκε το άλογο δεμένο και έτρεχε να το βρει. Από μακριά το 'δε και έτρεχε πιο δυνατά για να το φτάσει. Τότε το άλογο γίνεται πουλί, ο δε αράπης αϊτός και κυνήγαγε το πουλί. Πετώντας το πουλί έφτασε στο σπίτι της βασιλοπούλας και χτύπησε το τζάμι. Η βασιλοπούλα όταν το δε άνοιξε και μπήκε μέσα. Αφού το 'πιάσε, το 'βαλε σ' ένα κλουβί και κελάηδαγε. Το βράδυ γινότανε άνθρωπος και έβγαινε από το κλουβί. Τα δε φαγητά, όπως τρώγανε, τ' αφήνανε πάνω στο τραπέζι και το πουλί πήγαινε και έτρωγε το φαγητό της βασιλοπούλας. Ένα βράδυ, τον είδε η βασιλοπούλα και σκιάχτηκε. Αυτός όμως την καθησύχασε και της είπε όλη την ιστορία του. Η βασιλοπούλα τον λυπήθηκε.
Ο αράπης για να μπορέσει να πάρει το πουλί απ' τη βασιλοπούλα πήγε και έφκιασε ένα παλάτι απέναντι από του βασιλιά και έπιασε σχέσεις μ' αυτόν. Τον καλούσε σε τραπέζια και του 'κάνε διάφορα δώρα. Το πουλί όμως που ήτανε το παιδί του φτωχού κατάλαβε ότι ο βασιλιάς θα καλέσει τον αράπη και θα θελήσει να του κάνει δώρο ό,τι θέλει. "Εγώ", είπε, "θα γίνω δαχτυλίδι και θα με φορέσεις. Ο δε αράπης θα ζητήσει το δαχτυλίδι σου, αλλά εσύ με κανένα τρόπο δε θα με δώσεις. Και άμα επιμένει θα με βγάλεις και θα με πετάξεις".
Πράγματι ο βασιλιάς κάλεσε τον αράπη για τραπέζι. Αφού φάγανε, είπε ο βασιλιάς ότι "θέλω να σε κάνω ένα δώρο, ποιο θέλεις εσύ". Και ο αράπης είπε το δαχτυλίδι της βασιλοπούλας. Η βασιλοπούλα όμως είπε "ό,τι άλλο θέλεις ναι, όχι όμως το δαχτυλίδι μου". Ο βασιλιάς επέμενε ότι είναι ντροπή και πρέπει να το δώσει, θυμώνει τότε η βασιλοπούλα βγάζει το δαχτυλίδι και το πετάει καταγής. Το δαχτυλίδι όμως έγινε στάρι και σκόρπισε, ο δε αράπης έγινε κότα για να φάει το στάρι. Τότε το στάρι έγινε αλεπού και έφαγε την κλώσσα που ήταν ο αράπης και ησύχασε.
 
(Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Ελένη Κουκούρα στην Ιστιαία Εύβοιας) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.