Το χρυσόψαρο.

(Μέγα Κεφαλόβρυσο Τρικάλων. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα Δίδυμα")

Μια φορά χι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο και δεν είχαν παιδιά. Αυτός πήγαινε κάθε ημέρα και ψάρευε και με τα ψάρια που έπιανε ζούσε τη γυναίκα του. Μια μέρα, εκεί που ψάρευε, έπιασε ένα χρυσό ψάρι. Το ψάρι τον παρακάλεσε να το απολύσει και ό,τι καλό θα ζητούσε από το ψάρι θα του το έκανε. Αυτός πήγε στην γυναίκα του και την είπε πως έπιασε ένα χρυσό ψάρι και το απόλυσε. Αυτή μόλις άκουσε του είπε:
"Αχ! μωρέ άντρα, τι βλάκας που είσαι, άλλη φορά αν το ξαναπιάσεις να το φέρεις εδώ". Σηκώθηκε κι αυτός και πήγε και το φώναξε: "Χρυσόψαρο, που είσαι;" Αυτό βγήκε και το έπιασε. Τότε του είπε πως η γυναίκα του του έδωσε εντολή να το πιάσει κι αν δεν το πιάσει, θα σκοτωθεί. Και τότε το ψάρι του είπε: "Αφού επιμένει η γυναίκα σ', άκουσε τι θα σου πω. Να με κόψεις σε οκτώ κομμάτια. Δύο θα φάει η γυναίκα σ', δύο η φοράδα, δύο η σκύλα και δύο να τα θάψεις έξω από την πόρτα". Έτσι κι έγινε. Μετά κάμποσο καιρό γέννησε η σκύλα δύο σκυλάκια, η φοράδα δύο αλογάκια και η γυναίκα τ' δύο παιδάκια και στο μέρος που έθαψε τα δύο κομμάτια φύτρωσαν δύο κυπαρίσσια.
Σιγά-σιγά τα παιδιά μεγάλωσαν αρκετά' το μεγαλύτερο παιδί απεφάσισε να ξενιτευθεί να γνωρίσει κι άλλες χώρες παρά πέρα. Η μάνα τ' και πατέρας του είπαν: "Κάτσε καλέ μ', κάτσε χαμνέ μ', εμείς είδαμε και πάθαμε να δούμε παιδιά, δύο αδελφάκια είσαστε, καθήστε, καλά είσαστε και δω". Αλλά το παιδί δεν έπαιρνε από λόγια και οι γονείς αφού έβλεπαν πως τίποτε δεν γινόταν τ' άφησαν να κάνει ό,τι θέλει. Αυτό ετοιμάστηκε, πήρε από κοντά του το άλογο, το σκυλάκι και λίγα τρόφιμα και ξεκίνησε. Και τους είπε πριν φύγει: "Εάν το κυπαρίσσι είναι δροσερό, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα για την ζωή μου, εάν όμως το κυπαρίσσι μαραθεί, τότε θα κινδυνεύω". Χαιρέτησε τους γονείς του και τον αδερφό του και έφυγε.
Αφού βάδισε αρκετές μέρες και νύχτες, έφθασε σ ένα χωριουδάκι. Εκεί είδε μια καλύβα. Κατέβηκε λοιπόν από το άλογο του και χτύπησε την πόρτα. Τότε του άνοιξε μια γριούλα. "Καλησπέρα γριούλα", της είπε. "Βρε, καλώς το παλικάρι!" Τη ρώτησε εάν έχει μέρος να μείνει το βράδυ. Αυτή τον δέχτηκε με μεγάλη χαρά. 'ΐστερα ζήτησε λίγο νερό. "Αχ! παιδάκι μου δεν θα έχω νερό, αλλά θα πάω να ζητήσω από καμιά γειτόνισσα". Το παιδί την ρώτησε για ποιο λόγο αναστέναξε. Αυτή του είπε: "Αχ! παλικάρι μου, μια φορά το μήνα παίρνουμε νερό γιατί το φυλάει ένας δράκος και κάθε φορά που παίρνουμε νερό τρώγει κι ένα κορίτσι. Αύριο είναι η σειρά της βασιλοπούλας". Τότε το παιδί είπε να τον ξυπνήσει πολύ πρωί, "να δω πως θα πηγαίνουν τη βασιλοπούλα". "Τι να κάνεις, παιδάκι μου, να πας εκεί; ούτε να δω θέλω ούτε να ακούσω τέτοια πράγματα". Αλλά το παιδί την είπε "όχι, θα πάμε" και πήγαν πρωί-πρωί. Δεν πέρασε κάμποση ώρα και είδαν να έρχεται η άμαξα του βασιλιά και μέσα να κάθεται η βασιλοπούλα στολισμένη. Όλοι δέρνονταν και χτυπιόντουσαν για τον άδικο χαμό της. Μόλις πλησίασαν, παρουσιάστηκε το παιδί και τους είπε να φύγουν όλοι και να μείνει μόνον η βασιλοπούλα. Τότε ο βασιλιάς του είπε: "Φύγε, παλικάρι μ', να μη φάει δύο το άγριο θηρίο". Τότε το παιδί είπε στη βασιλοπούλα ότι θα κοιμηθεί γιατί νύσταζε κι αν έρθει το θηρίο να τον ξυπνήσει. Σε λίγο φάνηκε να έρχεται το θηρίο. Όλος ο τόπος έτριξε, η γη αναταράχτηκε και ακούστηκε ένας δυνατός κρότος. Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα και εκεί που έκλαιγε τα δάκρυα έπεσαν πάνω στο παλικάρι και το ξύπνησε. Αμέσως πετάχτηκε και την είπε: "Γιατί στέκεσαι και δεν με ξυπνάς", αλλά αυτή από το φόβο της δεν μίλησε καθόλου. Χωρίς να χάσει καιρό, έβγαλε το σπαθί και πάλεψε με το θηρίο, το νίκησε και το σκότωσε. Από τότε το νερό έμεινε. Το θεριό είχε εννέα γλώσσες, τις οκτώ τις κράτησε το παιδί και μίαν την έδωσε στη βασιλοπούλα. Η βασιλοπούλα για να τον γνωρίζει του έβαλε μια δαχτυλιά αίμα στην πλάτη. Το παιδί έφυγε και πήγε στη γριά και η βασιλοπούλα ξεκίνησε για το σπίτι της.
Στο δρόμο που πήγαινε, βρήκε έναν αράπη που την ρώτησε ποιος τη γλίτωσε. Αυτή του είπε πως ένα άγνωστο παιδί τη γλίτωσε από το θεριό και του έδειξε τη γλώσσα που είχε. Αυτός την ξεγέλασε και πήρε τη γλώσσα και τη φοβέρισε.' "Να πεις τον πατέρα σου πως σε γλίτωσα εγώ, ο αράπης, αν δεν το πεις θα σε φάω". Αυτή πήγε στο σπίτι της και οι γονείς της μόλις την είδανε άρχισαν να τη φιλούν και να γλεντούν για το αναπάντεχο καλό. Τη ρώτησαν ποιος τη γλίτωσε κι αυτή από τον φόβο της είπε πως τη γλίτωσε ο αράπης. Ο βασιλιάς είπε πως θα τον κάνει γαμπρό. Άρχισαν να ετοιμάζουν όλα για τον γάμο. Αλλά η βασιλοπούλα παρακάλεσε τον πατέρα της να καλέσει όλους τους ανθρώπους στο γάμο, ακόμη να πάρουν μαζί τους και τις γάτες και τα σκυλιά. Κι ο βασιλιάς έκανε ό,τι του είπε η κόρη του, δεν τη χάλασε το χατίρι της. Την Κυριακή έγινε ο γάμος και πήγανε όλοι στο γάμο. Η βασιλοπούλα ήταν πολύ στενοχωρημένη και περίμενε να 'ρθει το παιδί που τη γλίτωσε. Αυτό όμως δεν ήρθε, έστειλε μόνο τη γριά και την είπε να τρώγει μία μπουκιά και μία να βάζει στην τσέπη της γι' αυτόν, κι αν τυχόν και τη ρωτήσουν γιατί το κάνει αυτό να πει πως στο σπίτι της έχει ένα γατάκι. Πράγματι πήγε η γριά κι έκανε όπως της είπε, μία μπουκιά έτρωγε και μία έβαζε στην τσέπη. Οι σκοποί την είδανε κι αμέσως είπανε το βασιλιά. Τότε πήγε ο βασιλιάς και τη ρώτησε γιατί το κάνει αυτό. Η γριά του είπε: "Αχ! βασιλιά μ', έχω μια γατούλα στο σπίτι". "Δεν σας είπαμε να τα φέρετε όλα εδώ;" Αυτή πήγε και είπε στο παιδί αυτό και αυτό συμβαίνει. Το παιδί της είπε να πει στο βασιλιά ότι έχω ένα παιδί και δεν έρχεται έτσι, αλλά με όργανα και βιολιά. Η γριά τα είπε στο βασιλιά. Αμέσως σηκώθηκε ο βασιλιάς και πήγε με τη μουσική για να πάρει το παιδί. Μόλις τον είδε η βασιλοπούλα, κρεμάστηκε στο λαιμό του πατέρα της και του είπε: "Πατέρα, αυτός με γλίτωσε από το θεριό". Ο αράπης ισχυριζόταν πως αυτός τη γλίτωσε. Το παιδί μόλις το κερασανε, ζήτησε να δει τον γαμπρό. Μόλις είδε τον αράπη, τον ευχήθηκε και τον ρώτησε: "Πόσες γλώσσες είχε το θεριό;" και αυτός του είπε πως είχεν εννέα. Του είπε τότε να τις μετρήσει. Ο αράπης άρχισε να μετρά τη μια γλώσσα" την έβαζε τη γλώσσα στην τσέπη του, την έβγαζε και τις μέτρησε εννέα. Το παιδί όμως του είπε: "Αν είσαι, βγάλ' τες εδώ όλες να τις δούμε". Το παιδί έβγαλε τις οκτώ γλώσσες και ο αράπης είχε μόνο μία. Τότε ο βασιλιάς τους είπε να παλέψουν κι όποιος θα νικήσει θα πάρει τη βασιλοπούλα. Πάλεψαν και νίκησε το παιδί, τον δε αράπη τον πέταξε κάτω. Η βασιλοπούλα είπε τότε πως το παιδί τη γλίτωσε κι όχι ο αράπης, επειδή όμως τη φοβέρισε, γι' αυτό είπε αυτά. Έπειτα έγινε ο γάμος και παντρεύτηκε η βασιλοπούλα με το παιδί. Αφού πέρασε μια βδομάδα το παιδί θέλησε να κυνηγήσει. Η βασιλοπούλα όμως τον παρακάλεσε να μην πάει γιατί μόλις παντρευτήκανε δεν ήταν σωστό να φύγει. Αυτός όμως επέμεινε και ο βασιλιάς του έδωσε την άδεια και του είπε να μην περάσει από ένα δρόμο γιατί ήταν μια μάγισσα και θα τον μάγευε. Αυτός ξεκίνησε και πήγε κατευθείαν εκεί. Εκεί μόλις πήγε δεν πρόφθασε να δει τίποτε και η μάγισσα τον μάγεψε αυτόν και το άλογο του καθώς και το σκυλάκι. Ας αφήσουμε αυτόν και τη βασιλοπούλα κι ας πάμε στο σπίτι του παιδιού. Μόλις έγινε το κακό, το κυπαρίσσι μαράθηκε. Μόλις το είδε η μάνα του, έβγαλε μια φωνή: "Αχ! άντρα μου, πάει το παιδάκι μας". Άρχισε στο σπίτι η ανησυχία. Το άλλο όμως παιδί πήρε την απόφαση να πάει να βρει τον αδελφό του και είπε στη μάνα του'. "Μην ανησυχείς, εγώ θα τον βρω". Η μάνα του όμως δεν τον άφηνε γιατί δεν είχε και άλλο, ένα της έμενε για στήριγμα στα γεράματα. Αυτός όμως δεν άκουσε κανένα και ξεκίνησε αφού πήρε την ευχή των γονέων του. Ξέχασα να πω πως το παιδί ήταν παρόμοιο με τον αδελφό του. Ακολούθησε κι αυτός τον δρόμο του αδελφού του κι έφθασε στο σπίτι της γριάς. Μόλις τον είδε η γριά του είπε. "Πού είσαι, παιδάκι μου; Ο βασιλιάς με τη γυναίκα σου ανησυχούν τόσον καιρό". Το παιδί τότε κατάλαβε πως εδώ ζούσε ο αδελφός του. "Γιαγιά, δεν πάμε μαζί στο παλάτι; γιατί θα μ' αρχίσουν τις φωνές και να με δικαιολογήσεις σαν γριά που 'σαι". Μόλις πήγανε, τον αγκάλιασε η βασιλοπούλα κι έκλαιγε από τη χαρά της: "Αχ! αντρούλη μου, που είσαι τόσον καιρό;" Το παιδί άνοιγε συζητήσεις για να καταλάβει που ήταν ο αδελφός του. Αυτοί του 'λεγαν πως φοβήθηκαν μήπως πήγε στο δρόμο που ήταν η μάγισσα. Τότε αυτός κατάλαβε πως η μάγισσα θα τον είχε μαγέψει. Το βράδυ, μόλις πέσανε να κοιμηθούν, το παιδί είπε στη γυναίκα του 
πως ήταν κουρασμένος γιατί σκεφτόταν πως ήταν η γυναίκα του αδελφού. Την άλλη ημέρα είπε το παιδί: "θα πάω ακόμη σήμερα για κυνήγι κι έπειτα δεν πάω άλλη φορά". Η βασιλοπούλα όμως ήταν αρκετά στενοχωρημένη. Και του είπε να μην περάσει από το δρόμο της μάγισσας. Αυτός πήγε αμέσως εκεί και είπε στο σκυλάκι και στο άλογο να ριχθούν στη μάγισσα και να την ξεσχίσουν. Κι έτσι κι έγινε. Μόλις έφθασε, χύθηκε κατά απάνω στη μάγισσα και την άρπαξε από τα μαλλιά. Αυτή αφού κινδύνευε του είπε: "Χάρισε μου την ζωή και θα σου πω πως να τους αναστήσεις όλους μαζί και τον αδελφό σου". Του είπε: "Πάρε αυτή τη βεργούλα και χτύπα από τρεις φορές τον καθένα και θα ανασταίνεται". Κι αμέσως χτύπησε πρώτα τον αδελφό του, το άλογο, το σκυλάκι και όλους τους άλλους που βρισκότανε εκεί. Όλοι με μιας αναστήθηκαν. Τη στιγμή αυτή στο σπίτι το κυπαρίσσι άνθισε και η μάνα μόλις το είδε χάρηκε. Τότε τα δύο αδέλφια πήγανε στο βασιλιά, πήρανε τη βασιλοπούλα και την πήγανε στη μάνα τους. Κι έτσι ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 

(Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Ανθούλα Πρεκατέ, στο Μέγα Κεφαλόβρυσο Τρικάλων. Της το διηγήθηκε η γιαγιά της, 70 ετών, το 1958) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.