Ο Σαραντάρης.

(Κολέντζιο Ιωαννίνων. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο κυνηγός")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που 'χε σαράντα παιδιά. Το τελευταίο απ' αυτά τα παιδιά το λέγαν Σαραντάρη. Αυτό το παιδί είχε μεγάλη δύναμη· με το μικρό του δάχτυλο μπορούσε να γκρεμίσει ένα μεγάλο κάστρο. Επειδή ο βασιλιάς δεν ήθελε τα παιδιά του να έρθουν σε επαφή με το λαό και να πάρουν όλες τις κακίες του, γι' αυτό τα έκλεισε σ' ένα σιδερένιο δωμάτιο του παλατιού κι εκεί τους έδινε κι έτρωγαν. Μια Λαμπρή, επειδή το καλούσε η ημέρα, τους έδωσε κι ήπιαν πολύ κρασί. Τα παιδιά τότε μέθυσαν κι ο Σαραντάρης ο εξυπνότερος κι ο δυνατότερος απ' όλους άνοιξε τη σιδερένια πόρτα κι όλα τα παιδιά βγήκαν στους διαδρόμους του παλατιού.
Αμέσως ο βασιλιάς πήγε ο ίδιος να τα συμάσει, αλλά δε μπόρεσε. Τα παιδιά είχαν σκορπιστεί στις κάμαρες του παλατιού. Σε μια κάμαρη του παλατιού ο βασιλιάς δεν ήθελε να πάνε τα παιδιά του, στην πιο κορφυνή' την είχε γεμάτη χρυσάφι κι είχε εκεί μέσα μια ζωγραφιά που παρίστανε σαράντα κοπέλες, σαράντα νεράιδες. Μα τα παιδιά είχαν πάει κιόλας. Μόλις είδαν τις νεράιδες ζουρλάθηκαν, τόσο ήταν όμορφες. Κι αποφάσισαν αμέσως να ξεκινήσουν για να πάνε να τις βρουν. Ο πατέρας τους ο βασιλιάς έκαμε τα χίλια δύο για να τα καταφέρει να μην ξεκινήσουν, γιατί τις σαράντα κοπέλες τις φύλαγε ένας μεγάλος δράκος. Τα βασιλόπουλα όμως ήθελαν να πάνε να τις βρουν και να τις φέρουν στο παλάτι. Όταν ο βασιλιάς είδε κι απόειδε, τότε άρχισε να τα συμβουλεύει. "Ο δρόμος που θα πάρετε, αφού φτάσετε στην άκρη της χώρας μας, θα τον δείτε να γίνεται δύο. Ένας να πηγαίνει δεξιά κι ένας αριστερά. Εσείς θα πάρετε το δεξιό κι όχι τον αριστερό. Αν τυχόν και πάρετε τον αριστερό θα πάτε και θα βρείτε μια βρύση που στην άκρη της είναι ένα μεγάλο, θεόρατο πλατάνι. Εκεί δε θα καθήσετε. Πιο πέρα θα βρείτε ένα αρχοντικό χάνι με στρωμένα τραπέζια, φαγητά, κρασιά κι ό,τι θέλει η ψυχή σας, έτοιμα κρεβάτια για ύπνο κι άλλα πολλά. Εκεί δε θα 'ναι χαντζής, ούτε κανένας υπηρέτης. Σ' αυτό το χάνι εσείς ούτε θα φάτε ούτε θα κοιμηθείτε". Κανένα όμως από τα παιδιά δεν άκουγε τι έλεγε ο πατέρας τους, μονάχα ο Σαραντάρης τα 'βάζε στο νου του.
Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησαν όλα καβάλα στ' άλογα τους, μπροστά πήγαινε ο πρώτος, ύστερα ο δεύτερος, όλοι με τη σειρά τους και τελευταίος ο Σαραντάρης. Πήγαν, πήγαν, βρήκαν το δρόμο που χώριζε. Αντί όμως να πάρουν το δεξιό, πήραν τον αριστερό. Συνεχίζοντας τον αριστερό δρόμο βρήκαν τη βρύση με το πλατάνι. Ο Σαραντάρης από μακριά που είδε κατάλαβε ότι εκεί ήταν η βρύση με το πλατάνι' αλλά όσο να φωνάξει να μη σταθούν, ο πρώτος, όπως είχε φτάσει, ξεπέζεψε κιόλας. Αφού έφαγαν κι ήπιαν νερό απ' τη βρύση, ξάπλωσαν στον ίσκιο του πλατανιού να ξαποστάσουν. Ο Σαραντάρης ούτε ψωμί έφαγε ούτε νερό από τη βρύση ήπιε. Δεν ξάπλωσε να ξαποστάσει παρά έφερνε γύρω γύρω απ' τα αδέλφια του και πρόσεχε και τ' άλογα που βοσκούσαν κει παρέκει. Σε λίγο και τα τριάντα εννιά παιδιά κοιμούνταν βαθιά, τους είχε αποκοιμήσει το νερό της βρύσης. Καμιά φορά βλέπει ο Σαραντάρης το κακό στοιχειό να βγαίνει μέσα από το κεφαλόβρυσο. Αμέσως ρίχτηκε απάνω του και γερός όπως ήταν το έπιασε από το λαιμό και το 'πνίξε. Του έκοψε τη γλώσσα και την έβαλε στην τσέπη του. Την ίδια στιγμή ξύπνησαν και τα αδέλφια του. Αφού τους είπε πως βγήκε το κακό στοιχειό και πως το σκότωσε, αμέσως συνέχισαν το δρόμο τους.
Καμιά φορά έφτασαν και σ' εκείνη τη λάκκα με το αρχοντικό χάνι. Τραπέζια στρωμένα με φαγητά, κρασιά και του πουλιού το γάλα ήταν εκεί μέσα. Κρεβάτια έτοιμα για ύπνο, μόνο που δεν ήταν ούτε χαντζής, ούτε κανένας άλλος υπηρέτης. Όσο να πει ο Σαραντάρης που ερχόταν τελευταίος, οι πρώτοι είχαν ξεπεζέψει και ρίχτηκαν με τα μούτρα στο φαΐ και στο ποτί. Σε λίγο όλοι εκτός απ' τον Σαραντάρη κοιμόνταν βαθιά στα πουπουλένια κρεβάτια του χανιού. Τότε βλέπει ο Σαραντάρης ν' ανασηκώνεται από λίγο, λίγο ένα μέρος από το πάτωμα κι από μια κρυφή γκλαβανή να βγαίνει ένας τρομερός δράκος. Αμέσως ρίχτηκε απάνω του. Πάλεψαν πολλή ώρα γιατί ήταν και ο ένας και ο άλλος δυνατός και δεν έπεφτε κανένας. Καμιά φορά κατάφερε ο Σαραντάρης να δώσει μια δυνατή σπαθιά στην πλάτη του δράκου. Ούρλιαξε ο δράκος από τον πόνο και γύρισε να χωθεί πάλι στην γκλαβανή. Τον πήρε όμως από κοντά κι ο Σαραντάρης. Μόλις όμως κατέβηκε στην γκλαβανή, τον έχασε το δράκο. Τότε βρέθηκε σε κάτι χρυσαφένιες κάμαρες. Έλαμπαν όλα σαν τον ήλιο εκεί μέσα. Από τη μια κάμαρη στην άλλη βρέθηκε σε μια μεγάλη. Κοιτάζει, τι να δει! Σαράντα κοπέλες, σαράντα νεράιδες. Ήταν εκείνες που είχαν δει στη ζωγραφιά. Άλλη κένταγε, άλλη έραβε, άλλη ύφαινε στον αργαλειό. Σταματήσαν αμέσως μόλις είδαν έναν ξένο. Τότε πάει η μικρότερη, η Σαραντάρισσα, που ήταν και μάγισσα, και τον ρώτησε ποιος είναι και από που ήρθε. Τότε ο Σαραντάρης έκατσε και τα είπε όλα με την αράδα και τις παρακάλεσε να του δείξουν την κάμαρη που 'χε κρυφτεί ο δράκος. Η Σαραντάρισσα του έδειξε την κάμαρη και του είπε, αν δει το δράκο με τα μάτια κλεισμένα, θα σημαίνει ότι είναι ξύπνιος, αν τα 'χει ανοιχτά, κοιμάται. Μπήκε μέσα στην κάμαρη του Δράκου ο Σαραντάρης και τον βρήκε να βογγάει. Αμέσως ρίχτηκε επάνω του και τον έπιασε από το λαιμό. "Άφησε με", του 'πε ο Δράκος, "και θα σου δώσω ό,τι θελήσεις". "Να μου δώσεις τις κοπέλες", του είπε ο Σαραντάρης. "θα στις δώσω", του λέει ο Δράκος, "αν μου φέρεις το αθάνατο νερό να ρίξω στην πληγή μου για να γιάνει". Βγήκε ο Σαραντάρης έξω σκεφτικός και στεναχωρημένος. Πάει αμέσως στη Σαραντάρισσα και της το λέει. "Μονάχα τ' άλογο του δράκου", του λέγει εκείνη, "ξέρει το δρόμο για τ' αθάνατο νερό". Μια αυτού και πάει στο σταύλο που ήταν το άλογο. "Μπορείς", λέγει ο Σαραντάρης στ' άλογο, "να με πας να πάρω το αθάνατο νερό;" "Αν μου δώσεις πρώτα σαράντα χούφτες και σαράντα γκιούμια νερό σε πηγαίνω αμέσως", του 'πε τ' άλογο. Αμέσως ο Σαραντάρης έδωκε την ταγή και το νερό και ύστερα από λίγο καβαλίκεψε και ξεκίνησαν.
Τ' άλογο δεν περπατούσε, έφευγε φωτιά. Καμιά φορά έφτασαν στο μέρος, που ήταν το αθάνατο νερό. Έπρεπε όμως να περάσουν ένα χάος σαράντα μέτρα. "Κρατήσου καλά", είπε τ' άλογο, "γιατί θα πηδήξω αυτό το χάος' δρόμος δεν υπάρχει". Το θηρίο που φύλαγε το αθάνατο νερό, μόλις ένιωσε να πλησιάζει καβαλάρης, ανασηκώθηκε έτοιμο για να τον αρπάξει1 αλλά την ίδια στιγμή το άλογο είχε φτάσει εκεί και με μια σπαθιά ο Σαραντάρης του πήρε το κεφάλι, του έκοψε τη γλώσσα και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Περνώντας όμως δε βρήκε πουθενά χάνι. Πέρα σε μια λάκκα βοσκούσαν τ' άλογα τους και τ' αδέλφια του, ξαπλωμένα δω και κει, κοιμούνταν βαθιά σαν πεθαμένοι. Έψαξε ώρες και στον πάτο βρήκε μια τρύπα μέσα στη γη. Χωρίς να διστάσει χώθηκε μέσα, βρέθηκε και πάλι στο υπόγειο παλάτι του δράκου. Πήγε και με το αθάνατο νερό του ράντισε την πληγή κι έγινε αμέσως καλά. Κατάβρεξε και τ' αδέλφια του και ξύπνησαν και κείνα. Τότε ο δράκος του 'δώσε τα σαράντα κορίτσια και ξεκίνησαν να φύγουν. Ο καθένας από τα αδέλφια του θα 'παίρνε κι από μια γυναίκα, ο πρώτος την πρώτη, ο δεύτερος τη δεύτερη και με τη σειρά ο Σαραντάρης τη Σαραντάρισσα. Ο μεγαλύτερος όμως αδελφός είδε ότι η Σαραντάρισσα ήταν η ομορφότερη απ' όλες και ήθελε να πάρει αυτή γυναίκα κι ο Σαραντάρης την πρώτη. Η Σαραντάρισσα το κατάλαβε, σα μάγισσα που ήταν, και κρυφά είπε στον Σαραντάρη: "Ο μεγαλύτερος αδελφός σου θέλει να πάρει εμένα γυναίκα και επειδή εγώ ανήκω σε σένα, θα φροντίσει να χαθείς, θα βρούμε στο δρόμο ένα πηγάδι, με τρόπο θα σε ρίξει μέσα και συ θα πας στον κάτω κόσμο, θα βγεις όμως. Βγαίνοντας θα φροντίσεις να λάβω εγώ τούτο το καρύδι που χει μέσα του τρεις φορεσιές! τον ουρανό με τ' άστρα, την άνοιξη με τα λουλούδια και τη θάλασσα με τα κύματα. Έτσι θα καταλάβω ότι βγήκες απ' τον άλλο κόσμο και θα σε καρτερώ". Και του 'δωκε εκείνη τη στιγμή το μαγικό καρύδι.
Μπήκαν καβάλα τα βασιλόπουλα στ' άλογα τους και πήραν το δρόμο του γυρισμού. Στο δρόμο βρήκαν ένα πηγάδι. Σταμάτησαν να φάνε ψωμί. Δίψασαν όμως τρώγοντας κι ο μεγαλύτερος αποφάσισε να κατεβεί ο Σαραντάρης να γεμίσει τα γκιούμια νερό. Τον έδεσαν κι εκείνος κατέβηκε. Πρώτα γέμισε τα γκιούμια και τ' ανέβαζε απάνω ο μεγαλύτερος. Ξανάριξε το σχοινί για να δεθεί και ν' ανεβάσει τον Σαραντάρη. Αλλά, μόλις τον έφερε ως τη μέση, αφήνει το σχοινί για να πέσει κάτω
ο αδελφός του και να σκοτωθεί και να του μείνει αυτού η Σαραντάρισσα. Φώναξαν τάχα τ' άλλα αδέλφια ύστερα από το κακό, αλλά τι να έκαναν; Πίστεψαν ότι ο Σαραντάρης σκοτώθηκε και συνέχισαν το δρόμο τους. Ο Σαραντάρης όμως πέφτοντας μέσα στο πηγάδι έπεσε ψηλά σε τρία κριάρια. Το μεγαλύτερο απ' αυτά τον κράτησε στο κορμί του και απαλά τον κατέβασε στον κάτω κόσμο, τον άφησε στη σκεπή του σπιτιού μιας γριούλας. Κατέβηκε από πάνω και μπήκε μέσα. Η γριά του 'δώσε να φάει και του είπε ότι αυτή θα φύγει, θα πάει να πάρει νερό για σαράντα μέρες' γιατί το νερό το κρατάει ένα κακό στοιχειό και μια φορά στις σαράντα μέρες το αφήνει, αφού πρώτα του δώσουν να φάει έναν άνθρωπο' "αυτόν", του είπε, τον άνθρωπο τον βγάζουμε με κλήρο κι ο κλήρος τώρα τελευταία έπεσε στη βασιλοπούλα". Έφυγε η γριά και σε λίγο πήγε και το βασιλόπουλο εκεί. Είχε πει όμως στη γριά να μη μαρτυρήσει τίποτα γι' αυτόν σε κανένα. Όλος ο κόσμος είχε μαζευτεί εκεί και μπροστά στην τρύπα στέκονταν η βασιλοπούλα καρτερώντας να βγει το στοιχειό να τη φάει και ν' αφήσει το νερό. Πήγε τότε κοντά της ο Σαραντάρης και της είπε κρυφά ότι αυτός θα τη σώσει, γιατί θα σκοτώσει το στοιχειό. Την παρακάλεσε όμως να τον αφήσει λίγο να κοιμηθεί στην ποδιά της γιατί είχε μέρες άυπνος και να τον ξυπνήσει όταν δει το στοιχειό να βγαίνει.
Ύστερα από κάμποση ώρα άρχισε να βγαίνει μέσα από τη σπηλιά του το στοιχειό. Μόλις το είδε η βασιλοπούλα ταράχτηκε τόσο που ξέχασε να ξυπνήσει τον Σαραντάρη. Δάκρυσε, κι ένα δάκρυ της έπεσε στο μάγουλο του νιου που κοιμόταν και τον ξύπνησε. Αμέσως ο Σαραντάρης ρίχτηκε απάνω στο στοιχειό κι ύστερα από σκληρό αγώνα το σκότωσε. Το στοιχειό είχε τρεις γλώσσες' του 'κόψε τη μεσαία και την έβαλε στην τσέπη του. Μέσα στην ταραχή, που έγινε απ' το λαό για το σκοτωμό του στοιχειού και τη σωτηρία της βασιλοπούλας, κατάφερε ο Σαραντάρης να φύγει κρυφά και να γυρίσει πάλι στο σπίτι της γριάς. Της είπε δε και πάλι να μη μαρτυρήσει σε κανέναν ότι βρίσκεται εκεί και ότι αυτός σκότωσε το θηρίο.
Ο βασιλιάς του κάτω κόσμου χάρηκε πάρα πολύ που γλίτωσε η κόρη του, αλλά στεναχωρέθηκε που δε μπόρεσε να βρει ποιος ήταν αυτός που σκότωσε το στοιχειό και τη γλίτωσε. Έβαλε ντελάληδες να φωνάζουν πως πρέπει να παρουσιαστεί εκείνος που σκότωσε το στοιχειό να πάρει τη βασιλοπούλα γυναίκα του και να γίνει βασιλιάς. Τότε ένας γύφτος πήγε κι έκοψε κρυφά τις άλλες δύο γλώσσες του στοιχειού και παρουσιάστηκε στο βασιλιά λέγοντας ότι αυτός γλίτωσε τη βασιλοπούλα και έδειξε τις γλώσσες του στοιχειού. Η βασιλοπούλα όμως, όταν τον είδε, είπε ότι δεν ήταν αυτός κι ο βασιλιάς διέταξε να τον κρεμάσουν. Τότε ο βασιλιάς έκαμε ένα μεγάλο τραπέζι στο λαό και διέταξε να πάνε όλοι από κάθε σπίτι, να μη μείνει κανένας. Όταν έγινε το τραπέζι, πέρασε η βασιλοπούλα και κοίταξε να δει μη γνωρίσει το νέο που την έσωσε' τίποτε όμως. Σε κάθε τραπέζι ο βασιλιάς είχε βάλει κι έναν άνθρωπο του να παρακολουθεί. Στο τραπέζι του βασιλιά είχε πάει κι η γριά. Εκεί που έτρωγε, παίρνει με τρόπο ένα ψαχνό κομμάτι κρέας και το κρύβει στον κόρφο της για τον Σαραντάρη. Την είδε όμως ο άνθρωπος του βασιλιά που καθόταν εκεί τάχα να εξυπηρετεί το τραπέζι και πήγε και το πε στο βασιλιά.
Ο βασιλιάς, και με τα πολλά, την κατάφερε να του φανερώσει ότι στο σπίτι της κρύβει το νιο που σκότωσε το στοιχειό και γλίτωσε τη βασιλοπούλα. Πήγε αμέσως ο βασιλιάς, η βασιλοπούλα κι όλος ο λαός από κοντά στο σπίτι της γριάς και βρήκαν τον Σαραντάρη. Η βασιλοπούλα τον γνώρισε αμέσως κι ο βασιλιάς τον κάλεσε να πάρει την κόρη του για γυναίκα του και ν' ανεβεί στο θρόνο. Ο Σαραντάρης όμως δε δέχτηκε' ζήτησε μοναχά μια χάρη του βασιλιά. Να τον βοηθήσει ν'ανεβεί στον επάνω κόσμο. Ο βασιλιάς ζήτησε τρεις μέρες προθεσμία για να σκεφτεί. Αυτές τις μέρες, ο Σαραντάρης έβγαινε μέχρι έξω απ' την πολιτεία και πήγαινε περίπατο. Σ' ένα μέρος ήταν ένας πολύ μεγάλος πλάτανος. Στην κορφή του είχε φτιάξει φωλιά ένας Σταυραϊτός. Κάθε χρόνο όμως ένα κακό φίδι πήγαινε και του έτρωγε τα σταυραϊτόπουλα. Την ώρα που έλειπε ο Σταυραϊτός, το κακό φίδι διάλεξε για ν' ανεβεί στον πλάτανο να φάει τα πουλάκια. Στον ίσκιο του καθόταν ο Σαραντάρης. Σφυρίζοντας πλησιάζει το φίδι. Τα σταυραϊτόπουλα άρχισαν να ουρλιάζουν. Τότε ρίχνεται επάνω τους ο Σαραντάρης κι έπνιξε το φίδι ύστερα από πολύ αγώνα. Τη στιγμή αυτή γύριζε κι ο Σταυραϊτός. Είδε τι έγινε και κατεβαίνοντας στον Σαραντάρη τον ρώτησε τι χάρη ήθελε να του κάνει. "Να με βοηθήσεις", του είπε εκείνος, "ν' ανεβώ στον πάνω κόσμο". "Αυτό γίνεται", του είπε ο Σταυρα'ιτός. "θα φέρεις σαράντα κριάρια σφαγμένα και τα τομάρια τους θα τα 'χεις γεμίσει με νερό. Κι εγώ θα καλέσω όλα τα πουλιά του Κόσμου να σε βγάλουμε από πάνω". Ο Σαραντάρης γύρεψε τότε τα κριάρια απ' το βασιλιά, ο οποίος τα 'δώσε πολύ πρόθυμα, τα έσφαξε, γέμισε τα τομάρια τους με νερό και την κανονισμένη μέρα ήταν στον πλάτανο του Σταυραίτού. "Σε λίγο θ' αρχίσουμε ν' ανεβαίνουμε", του είπε ο Σταυραϊτός' "πρόσεξε, όποιο πουλί φωνάξει "Κρα" θα του ρίχνεις κρέας κι όποιο "Ko" θα του δίνεις νερό" γιατί κι ένα πουλάκι μικρό από τον κάτω κόσμο να μη θελήσει δεν μπορώ να σ' ανεβάσω επάνω". Όπως του είπε ο Σταυραϊτός, έτσι κι έκανε κι ο Σαραντάρης. Καμιά φορά όταν κόντευαν να φτάσουν στην κορυφή, σώθηκε το κρέας. "Κρά!", φώναξε τότε ένα πουλάκι. Αμέσως αυτός έκοψε ένα κομμάτι κρέας απ' το πόδι του και το 'ρίξε και το ταξίδι προς τον επάνω κόσμο συνεχίστηκε. Σε λίγο ήταν και πάλι στον επάνω κόσμο. Ευχαρίστησε πάρα πολύ το Σταυραϊτό και τ' άλλα πουλιά που επέστρεψαν στον κάτω κόσμο.
Ξεκίνησε τότε ο Σαραντάρης και πήγε σ' ένα ράφτη. "Πάρε με", του είπε, "να σε δουλεύω για ψωμί". Εκείνος τότε τον κράτησε για να του κάνει και δουλειές στο σπίτι, επειδή ήταν γερός. Τότε έφτασε στην πολιτεία αυτή και απεσταλμένος του βασιλιά που ζήτησε απ' τον ράφτη να του φτιάξει, αν μπορεί, τρία φορέματα! το ένα να 'χει επάνω του τον ουρανό με τ' άστρα, το άλλο την άνοιξη με τα λουλούδια και το τρίτο τη θάλασσα με τα κύματα κι αυτά βαλμένα σ' ένα καρύδι. Αυτά τα είχε ζητήσει ως δώρο η Σαραντάρισσα απ το πρώτο βασιλόπουλο για να γίνει γυναίκα του. Κανένας ράφτης μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε μπορέσει να το φτιάξει. Ο ράφτης ζήτησε προθεσμία εννιά μέρες. Όλες αυτές τις μέρες ήταν καταστεναχωρημένος. "Τι έχεις αφέντη", του είπε ο Σαραντάρης, "κι είσαι χολιασμένος;" "Αυτό κι αυτό", του είπε ο ράφτης. "Αυτό σε στεναχωρεί; Φέρε μου εμένα τρία σακιά καρύδια, τρία σακιά αμύγδαλα και τρία βαρέλια κρασί και σε τρεις μέρες θα σου τα 'χω έτοιμα". Έτσι κι έγινε. Κλείστηκε μάλιστα ο Σαραντάρης για να κάνει καλή δουλειά σ' ένα δωμάτιο μοναχός του. Ήταν όλος χαρά γιατί κατάλαβε ότι η Σαραντάρισσα τον περίμενε. Μέσα που ήταν κλεισμένος δεν έκανε άλλη δουλειά, παρά έσπαγε καρύδια κι αμύγδαλα κι έτρωγε κι έπινε κρασί. Τον παραφύλαξε το αφεντικό απ' την κλειδαρότρυπα κι απορούσε πότε θα έκανε αυτός ο άνθρωπος τη δουλειά που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι καλύτεροι ραφτάδες του βασιλείου. Στις τρεις μέρες βγήκε ο Σαραντάρης απ' το δωμάτιο κι έδωσε στ αφεντικό του το καρύδι που 'χε μέσα τα τρία φορέματα που του είχε δώσει κάποτε η Σαραντάρισσα.
Ο ράφτης το έστειλε στο βασιλόπουλο και σε λίγες μέρες θα γινόταν ο γάμος. Χάρηκε πάρα πολύ η Σαραντάρισσα όταν είδε το μαγικό καρύδι, γιατί κατάλαβε ότι βγήκε στον επάνω κόσμο ο Σαραντάρης. Τότε έφυγε απ' το ραφτάδικο ο Σαραντάρης. Καβαλίκεψε ένα άλογο και ξεκίνησε για την πρωτεύουσα. Όταν έφτασε, είδε το παλάτι του πατέρα του στα μαύρα. Ρ αίτησε γιατί είναι έτσι ντυμένο το παλάτι, αφού εκείνη τη μέρα παντρευόταν το βασιλόπουλο και του είπαν ότι ο βασιλιάς πενθεί για το μικρότερο του γιο που πέθανε. Ο ίδιος δε ο βασιλιάς απ' τη στεναχώρια έχει στραβωθεί και δε βλέπει. Τότε πάει αμέσως ο Σαραντάρης στην εκκλησία που ήταν όλος ο κόσμος μαζεμένος κι ο γαμπρός με τη νύφη έτοιμος να στεφανωθεί. Μόλις τον είδε ο αδελφός του, τον γνώρισε κι έπεσε κάτω πεθαμένος. Τότε ο Σαραντάρης του έριξε λίγο αθάνατο νερό κι αναστήθηκε και τότε του είπε ότι είναι ελεύθερος να φύγει. Ο κακός αδελφός έφυγε μακρυά απ' τα σύνορα του βασιλείου κι από τότε δεν ξανακούστηκε λόγος γι' αυτόν. Ο Σαραντάρης παντρεύτηκε τη Σαραντάρισσα. Όταν γύρισε στο παλάτι, έκανε και τον πατέρα του καλά με λίγο αθάνατο νερό. Κι όταν πέθανε εκείνος, έγινε αυτός βασιλιάς κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα.

(Παραλλαγή που συλλέχτηκε στο Κολέντζιο Ιωαννίνων, από τον Κωνσταντίνο Φίλιο καθ' υπαγόρευση του Χρήστου Ζαφείρη)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.