Άτιτλο.

(Αργιθέα Καρδίτσας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τ' αδέλφια που έγιναν πουλιά")

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς που είχε δώδεκα αγόρια και η βασίλισσα ήταν έτοιμη να γεννήσει πάλι. Τότε όμως ο βασιλιάς αναγκάστηκε να φύγει στον πόλεμο και είπε στη βασίλισσα πριν ξεκινήσει, αν το παιδί που θα γεννηθεί είναι κορίτσι, να σκοτώσουν τα δώδεκα αγόρια για να γίνει βασίλισσα η κόρη του, αν γεννηθεί αγόρι, θα έχουν ακόμα ένα αγόρι.
Όταν έφυγε ο βασιλιάς, η βασίλισσα άρχισε να κλαίει και να οδύρεται χωρίς να λέει σε κανέναν τίποτε. Ώσπου μια μέρα, ο μικρότερος γιος την πολιόρκησε τόσο, που δεν μπόρεσε να μην του φανερώσει τον καημό της κλαίγοντας σπαραχτικά. Ο μικρός γιος χωρίς να στεναχωρηθεί της λέει:
"Μητέρα, μην κλαις, εμείς δε θα καθήσουμε εδώ να μας σκοτώσουν. Όλοι μαζί θα φύγουμε πολύ μακριά, μόνο συ, όταν φέρεις στον κόσμο το παιδί, θα βάλεις στην κορυφή του παλατιού μία σημαία, αν είναι κορίτσι, κόκκινη, κι αν είναι αγόρι, γαλάζια, για να τη δούμε μεις που θα είμαστε έξω από την πόλη, γιατί αν μείνουμε εδώ δεν τη γλιτώνουμε". Μόλις πλησίαζαν οι μέρες του τοκετού, τα δώδεκα αδέλφια έφυγαν, αφού ευχαρίστησαν και φίλησαν τη μητέρα τους που ησύχασε λίγο.
Μετά από λίγες μέρες, τα αδέλφια είδαν την κόκκινη σημαία να κυματίζει στο ψηλό φρούριο, κατάλαβαν πως τώρα πια είχαν αδελφή κι άρχισαν να απομακρύνονται. Έφτασαν πολύ μακριά σ' ένα δάσος και εκεί έφτιαξαν μια καλύβα και με το κυνήγι ζούσαν αγαπημένα. Πέρασαν χρόνια, η βασιλοπούλα ήταν δώδεκα χρονώ. Μία μέρα, ανακατεύοντας ένα παλιό μπαούλο βρήκε δώδεκα πουκαμισάκια. Παραξενεμένη ρωτά τη μητέρα της τίνος ήταν αυτά και η μητέρα της της λέει πως ήταν του βασιλιά. Η βασιλοπούλα δεν την πίστεψε και την πίεσε μέχρι που την ανάγκασε να πει το μυστικό. Η βασιλοπούλα σηκώνεται ξαφνικά, "θα πάω να βρω τ' αδέρφια μου", λέει, και μια και δύο φεύγει. Κάποτε φτάνει στην καλύβα των αδελφών της που στην αυλή της είχε δώδεκα τριανταφυλλιές με δώδεκα τριαντάφυλλα. Ανοίγει την πόρτα και βλέπει δώδεκα κρεβάτια. Αμέσως άρχισε να συγυρίζει και μαγείρεψε και το κυνήγι που είχαν φέρει την προηγουμένη μέρα τα παιδιά. Μόλις τελείωσε, πήγε και κρύφτηκε. Όταν ήλθαν τα αδέλφια της, ξαφνιάστηκαν που τα βρήκαν όλα τόσο όμορφα συγυρισμένα. Αυτό έγινε κάνα δύο φορές μέχρι που ο μικρός παραφύλαξε και την ανακάλυψε. Την άφησε και, αφού τέλειωσε το νοικοκυριό της, φανερώθηκε και, το βράδυ, πριν γυρίσουν τα αδέλφια, την έκρυψε. Όταν ήλθαν οι υπόλοιποι τον ρώτησαν τι βρήκε, ο μικρός τους όρκισε να μην κάνουν κακό και τους φανέρωσε την αδελφή τους. Συγκινημένοι αγκάλιασαν και φίλησαν τη μικρή αδελφή τους και από τότε περνούσαν καλά.
Μία μέρα η αδελφή για να τους ευχαριστήσει έκοψε τα τριαντάφυλλα και τα έβαλε στο ανθοδοχείο για να μοσχοβολά το σπίτι και τότε από την τριανταφυλλιά πετάχτηκαν δώδεκα γεράκια που πέταξαν μακριά κι έφυγαν. Εκείνη τη στιγμή η βασιλοπούλα κατάλαβε το κακό που έκανε στ' αδέλφια της, και άρχισε να κλαίει και να χτυπιέται που τα έχασε και έμεινε ολομόναχη. Μέσα στα κλάματα της και εκεί που τριγυρνούσε γύρω στην καλύβα, βλέπει μια γριά που τη ρώτησε τι έχει και κλαίει. Η βασιλοπούλα της τα διηγήθηκε και η γριά, που ήταν μάγισσα, της είπε πως τα αδέλφια της θα ξαναγίνουν όπως ήταν, αν αυτή, επί επτά ολόκληρα χρόνια, δε βγάλει μιλιά από το στόμα της. Μόλις το άκουσε αυτό η βασιλοπούλα, για να μη μιλά σε κανένα ανέβηκε πάνω σε ένα δέντρο, όπου έφτιαξε μια φωλιά και ζούσε σαν πουλί τρώγοντας καρπούς και φύλλα.
Ένα πρωί, το γειτονικό βασιλόπουλο πήγε να κυνηγήσει σ' αυτό το δάσος και καθώς σημάδευε τα πουλιά βλέπει τη βασιλοπούλα πάνω στο δέντρο και της λέει να κατεβεί, την ξαναφωνάζει, τίποτε αυτή. Τότε ανεβαίνει αυτός και την κατεβάζει, θαμπώθηκε από την πολλή ομορφιά της και αποφασίζει να την παντρευτεί.
Στο παλάτι που την πήγε, η μητέρα του δεν την ήθελε με κανένα τρόπο για νύφη της, γιατί τη θεωρούσε μουγγή. Κάθε τόσο μάλωνε με το βασιλόπουλο. Στο τέλος κατάφερε το γιο της να δεχθεί να την κάψουν ζωντανή για να γλιτώσουν από αυτή.
Στο μεταξύ είχαν περάσει επτά χρόνια και ήταν η τελευταία μέρα, η μέρα που ετοίμαζαν να την κάψουν στη φωτιά. Την ώρα εκείνη την κρίσιμη παρουσιάστηκαν δώδεκα γεράκια και την άρπαξαν και τη γλίτωσαν. Αμέσως τα γεράκια έγιναν πάλι άνθρωποι και η βασιλοπούλα μίλησε. Το βασιλόπουλο χάρηκε πολύ και την παντρεύτηκε και όλοι μαζί πήγαν στους γονείς τους και έζησαν καλά.

(Συλλέχτηκε από την Ευγενία Μαρκοπούλου το 1959, στην Αργιθέα Καρδίτσας. Αφηγητής ο Γ. Θώδης, ετών 68)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.