Ο αδελφός που γλίτωσε τις αδελφές του.

(Κάρπαθος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο αδελφός που σώζει την αδελφή του από το δράκο")

Μια βολά κι έναν καιρό, ήτανε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχαν τρεις κόρες, που την πρώτη την έλεγαν Χρυσή, τη δεύτερη Ασημένη και την τρίτη Κρυσταλλένη. Είχαν και τρεις βρύσες, που η πρώτη έτρεχε χρυσό, η δεύτερη ασήμι και η τρίτη κρύσταλλο.
Ύστερα από καιρό ήρθε ένα βασιλόπουλο από την Ολλανδία και ζήτησε την πρώτη κόρη να την παντρευτεί. Ο πατέρας κι η μάνα ήτο πρόθυμοι και γι' αυτό την εστείλανε με τους δούλους και τις δούλες, ν' αγοράσει ούλα τα χρειαζούμενα του γάμου. Όταν όμως εγυρίζαν στο παλάτι από τα μαγαζιά, ένα μαύρο σύννεφο ήρθε και πήρε την κόρη μέσα πο τ αμάξι. Οι άλλοι ήρθαν στο παλάτι και τα πάνε ούλα. Οι γονείς της κόρης εστεναχωρήθησαν τότε πολύ, γιατί εχάσανε την πρωτοκόρη τους.

Μετά από ένα χρόνο ήρθε ένα βασιλόπουλο και ζήτησε σε γάμο τη δεύτερη κόρη. Η μάνα κι ο πατέρας της εδέχτησαν χωρίς καμιά αντίρρηση. Εστειλαν πάλι την κόρη, για να ψουνίσει στα μαγαζιά μαζί με τους δούλους των. Στο γυρισμό όμως επαρουσιάστη πάλι το μαύρο εκείνο σύννεφο και παίρνει κι αυτή. Οι δούλοι εγυρίσανε πίσω καταλυπημένοι και βάψανε το παλάτι στα μαύρα.
Επέρασε πάλι ένας χρόνος κι ήρθε άλλο ένα βασιλόπουλο 'πο την Αμερική και ζήτησε και την τρίτη κόρη. Οι γονείς της έδωσαν και γι' αυτή το λόγο τους και ευχαριστημένοι εδέχτησαν να την παντρέψουν, μια που 'χασαν τις άλλες κι έμεινε μόνο μία. Την έστειλαν, όπως και τις άλλες, για ψούνια. Στο γυρισμό ήρθε πάλι το μαύρο σύννεφο και την πήρε!
Όταν εγυρίσαν στο παλάτι και είπανε στο βασιλιά και στη βασίλισσα τα καθέκαστα, εβάψανε το παλάτι πιο μαύρο ακόμη κι ο βασιλιάς κι η βασίλισσα δεν ήξεραν τι να κάμουν από τη στεναχώρια τους. Όταν εφύγανε και οι τρεις του κόρες, εστερέψαν και οι τρεις βρύσες, που τρέχανε χρυσό, ασήμι και κρύσταλλο.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν όμως, εκτός από τις κόρες, κι ένα παλικάρι. Αυτό, επειδή ήβλεπε τη στενοχώρια που είχαν οι γονείς τους, αποφάσισε να πάει να βρει τις αδερφές του. "Εγώ, μητέρα, θα φύγω, θα πάω να βρω τις αδερφές μου", είπε μια μέρα στη μάνα του. "Αφού θέλεις, παιδί μου, να πας, πήγαινε με την ευχή του θεού και της Παναγίας".
Εξεκίνησε τότε και περπατούσε ουλή την ημέρα μέσα στο δάσος με τ άλογο του, όταν βλέπει μακριά ένα φως. Επροχώρησε πολύ, ώσπου επήγε στο φως. Όταν τον είδε η γυναίκα που ήταν εκεί, δεν ήξερε τι να του λέει. Τέλος του 'πε: "Πού ήσουν, παιδί μου, εδώ, που πουλιά δεν έρχουνται, πουλιά δεν φαίνουνται;" "Η μοίρα μου μ' έφερε", της λέει το παλικάρι και τότε της είπε ούλα όσα γίνησαν. Αυτή του 'πε τότε: "Κοιμήσου και το πρωί θα σου πω τι θα κάνεις". Εκοιμήθη το παλικάρι και το πρωί του λέει: "Όταν πάρεις αυτό το δρόμο, θα συναντήσεις μια γυναίκα που θα 'ναι μες στη λάσπη, θα σου φωνάξει να πας να τη σύρεις, αλλά να μην πας, γιατί θα σε τραβήξει και σένα μέσα και θα πνιγείς. Μετά θα προχωρήσεις και θα δεις ένα πύργο, θα πας να χτυπήσεις κι εκεί θα δεις τις αδερφές σου. Μέσα στο πύργο όμως κατοικούν κάτι δράκοι που γυρίζουν ούλη την ημέρα και το βράδυ έρχουνται στον πύργο. Αυτοί είναι που πήρανε τις αδερφές σου. θα σου δώκω όμως αυτό μπουκάλι κι όταν βάλεις μια σταγόνα πάνω σου, θα σου δώκουν αυτές ένα χαστούκι και θε γενείς πορτοκάλι".
Έφυγε το παλικάρι και πραγματικά, ό,τι του 'πε η γριά γυναίκα τα συνάντησε ούλα. Σαν έφτασε στον πύργο, χτυπά και του ανοίγει η αδερφή του, που δεν τον γνώρισε όμως. Μπήκε μέσα και διηγήθη την ιστορία τους. Έτσι τα τέσσερα αδέρφια ενώθηκαν, για να προσπαθήσουν να ξεφύγουν μαζί από τους δράκους.
Το βράδυ όμως που γύριζαν οι δράκοι, το παλικάρι ήβγαλε το μπουκάλι με το φάρμακο, ήκανε όπως του 'πε η γριά και σε λίγο έγινε ένα μικρό πορτοκάλι, που οι αδερφές του το βαλαν στο ράφι. Όταν ήρθαν οι δράκοι, ελεγανε πως μυρίζει ανθρωπινό κρέας, αλλά οι κόρες δεν έδιναν σημασία.
Την άλλη μέρα φεύγουν πάλι οι δράκοι και το πορτοκάλι ξαναγίνεται άνθρωπος. Όταν το βράδυ ξαναγύρισαν, οι κόρες τους αρώτησαν, αν είδαν τον αδερφό τους πουθενά, αλλά εκείνοι ελέγανε πως δεν τον ξέρουν και μπορεί να τον είχαν σκοτώσει κιόλας. Τότες οι κόρες τους λέγουν, αν θα τον σκοτώνανε, αν τον φέρνανε στο παλάτι. "Όχι", απαντούν οι δράκοι. Πάει μετά η μια κόρη και δίνει του πορτοκαλιού μια και φανερώνεται ένα λαμπρό και όμορφο παλικάρι. Οι δράκοι του κάμανε τραπέζι και του παν να καθήσει μαζί με τις αδερφές του. Την άλλη μέρα επήγε μαζί τους εκεί που θα πηγαίνανε. Εκυνηγούσαν ελάφια, και ό,τι άλλο βρίσκανε το σκοτώνανε. Εν τω μεταξύ έφτασαν κοντά σ' ένα μεγάλο γκρεμό. "Εδώ ρίχτομε τους ανθρώπους", του λέγουν. Τότε, χωρίς να χάσει καιρό το παλικάρι, βγάζει το μπουκάλι με το φάρμακο και στάζει πάνω στον καθένα μια σταγόνα. Οι δράκοι μείνανε ακίνητοι. Μετά πάλι, χωρίς να χάσει καιρό, τους δίνει μια και πέφτουν ούλοι, στον γκρεμό. Γυρίζει τότε στον πύργο και. παίρνει τις αδερφές του και ξεκίνησαν ούλοι μαζί για το παλάτι, αφού πήρανε και πολλούς θησαυρούς από τον πύργο.
Όταν αντικρίσανε το παλάτι, ήταν ακόμα βαμμένο κατάμαυρα. Βρίσκουν το φύλακα και του λέγουν να πει στο βασιλιά πως τον ζητούσε ένα παλικάρι και τρεις κόρες. Ο βασιλιάς καταλυπημένος όπως ήτο, έρχεται στην εξώθυρα και βλέπει το γιο του και τις τρεις κόρες του και του ρθε να τρελλαθεί 'πο τη χαρά του. Αμέσως άρχισαν και οι τρεις βρύσες να τρέχουν όπως πρώτα χρυσό, ασήμι και κρύσταλλο.
Ο βασιλιάς έκαμε γλέντι στο παλάτι, που κράτησε πολλές μέρες, μετά από τόσα βάσανα που είχαν περάσει. Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
 
(Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης "Καρπαθιακά παραμύθια", Καρπαθιακές Μελέτες, τ. Α', 1979. Αναδημοσίευση από Κ. Καφαντάρη, Ελληνικά Λαϊκά Παραμυθία, τ. 1: Ο Φεγγαράς)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.