Ο Γιαννάκης και η κερά θάλασσα.

(Αδριανούπολη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το ταμένο παιδί")
 
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας ψαράς και δεν είχε παιδιά, ένα βράδυ έβγαλε πολύ ψάρι και κουράστηκε κι είπε: "Αι, σε μένα τον καημένο, που δεν έχω παιδί να με βοηθήσ'". Κει που το 'λέγε, βγήκε η κερά θάλασσα και τον έπιασε το καΐκι τ' και τον είπε: "Αϊσέ με λένε, τι θέλεις από μένα;" "Είπα, Αι, σε μένα που δεν έχω παιδί να με βοηθήσ'". Η κυρά θάλασσα τον βοήθησε κι έβγαλε το ψάρ' και τον έδωσε ένα χρυσό μήλο να το δώσ' τη γυναίκα τ', να καν' παιδί. Ο γέρος το πήρε και στο δρόμο το καθάρισε και κείνος έβγαλε τις φλούδες και τις έφαγε και το 'πο μέσα φαγί έδωσε στη γριά. Το 'φάγε η γριά κι έμεινε έγκυα κι ο γέρος έμεινε έγκυος στο πόδι τ' .

Ήρθ' ο καιρός να γεννήσ' η γριά, είπε στο γέρο: "Να πάρ'ς την τριχιά και τον μπαλτά, να πας να φέρ'ς ξύλα, να ψήσ'με το ψωμί". Πήγε ο γέρος, 'κει στο δρόμο σχίσθηκε το πόδι τ' μ' εν' αγκάθι κι έπεσε ένα κορίτσ' και πήγε ο σταυραετός κι το ανέβασ πάνω στο δέντρο, γέν'σε κι η γριά αρσενικό κι έκαμε το Γιαννακ τον αντρειωμένο.
Σαν μεγάλωσε, είπε στον πατέρα τ': "'γω, πατέρα, θα πάρω τις φίλ' μου και θα πάγω με το καΐκ' να συργιανίσω"' έπαιζε και καλό βιολί. Πήγε με τις φίλ' του στη θάλασσα και βγήκε η κερά θάλασσα να τον παρ , κείνος πέταξε και πήγε στα βουνά, έμειναν οι φίλ του και πήγανε και το είπανε στο γέρο πως ο Γιαννάκης πέταξε και τον εχάσαμε. Στα βουνά που γύριζε με τους μήνιδοι έζηγε με τα χόρτα. Μια μέρα, κει που πήγαινε ήταν όλα τα ζα, μερμήγκια, μέλισσες, σταυραετοί, λύκοι, τσακάλια και μάλωναν ποιος θα φάγει το παχύ και το πολύ κι ο Γιαννάκης καθούντανε και τα έβλεπε, γύρισανε και τον είδανε και τον φώναξαν: "Έλα να μας γλιτώσεις, να μας χωρίσεις αυτό που τρώμε". "Φοβούμαι", λέει ο Γιαννάκης, "μη με φάτε". "Δε σε τρώμε, κάνε μας το καλό". Πήγε κοντά και τους χώρισε το κρέας για τις σταυραετοί, για τα μερμήγκια, για τις μέλισσες και τα κόκαλα για τα τσακάλια και τις λυκ . Είπανε τα ζα: "Για το καλό που μας έκανες, τι θέλεις να σε κάνουμε;" Ο μέρμηγκας τον δίνει ένα φτερό, κι ένα φτερό ο σταυραετός και τα 'βαλε μέσα στο μαντίλι τ , τα 'δέσε κι έφυε.
Κει που πάγενε, ήβρε έναν πύργο του βασιλέ κι είχε μέσα τα πρόβατα, τα κατσίκια, τα βόδια και μια φορά το χρόνο πήγαινε ο βασιλές για ν' αλλάξ' τις τσομπάνηδοι. Πήγ' ο Γιαννάκης κοντά, είδε που από 'να λιοντάρι φύλαγε τις σαράντα πόρτες, κάθησε από 'ξω στην ακρούλα κι άναψε ένα σπίρτο και κόρωσε το φτερό του μέρμηγκα. Παρουσιάστηκε ο μέρμηγκας και τον ρώτησε! "Τι θέλεις, αφέντη;" κι εκείνος είπε πως θέλει να τον κάνει μέρμηγκα να περάσει να πάγει μέσα. "Μάλιστα, αφέντη". Τον έκανε μέρμηγκα και πέρασε.
Μόλις πέρασε, έγινε πάλι άνθρωπος και χτύπησε την πόρτα, άκουσαν οι τσομπάνηδοι και τον ρώτησαν πως πέρασε μέσα από σαράντα λιοντάρια που φύλαγαν τις σαράντα πόρτες και δεν τον έφαγαν. "Ξέρω κι εγώ;" λέει ο Γιαννάκης, "αφήστε με απόψε να κοιμηθώ". Πήγαν απάνω κι είπαν στο βασιλέ: "Αφέντη βασιλέ, ήρθε ένα παλικάρι, πως πέρασε μεσ' από σαράντα λιοντάρια που φύλαγαν τις σαράντα πόρτες και δεν τον έφαγαν είναι θάμα, γύρεψε απόψε να κοιμηθεί και το πρωί να φύγει". Ο βασιλές έδωσε την άδεια. Το πρωί τον είδε, τον άρεσε και τον έκανε τσομπάνη.
Κάθε πρωί άρμεγαν το γάλα και το 'στελναν στο παλάτι του βασιλέ στην πολιτεία, ώσπου να το πάνε κρύωνε και δεν είχε αφρό, σαν πήραν τον Γιαννάκη τσομπάνη και το στέλναν με τα κείνονα, το γάλα ήτανε ζεστό και με τον αφρό. Μόλις τον έδωσαν να πάγει το γάλα, άναψε τη φτερούγα του σταυραετού, παρουσιάστηκε ο σταυραετός και τον είπε! "Τι θέλεις, αφέντη μου;" "Να με πας στο παλάτι του βασιλέ". Ο Γιαννάκης κάθησε στις φτερούγες του και πήγε το γάλα ζεστό, αυτό γίνουνταν κάθε πρωί. Η βασιλοπούλα αγάπησε τον Γιαννάκη αν κι ήτανε αρραβωνισμένη με τον ιγιό του βεζίρη.
Ένα βράδυ, πήγε ο σταυραετός τον Γιαννάκη απ' το παράθυρο στην κάμαρα της βασιλοπούλας, άλλαξε τις λαμπάδες που έκαιγαν στο κρεβάτι της, του κεφαλιού έβαλε στα ποδάρια και του ποδαριού στο κεφάλι, έφαγε το παξιμάδι κι ήπιε το μισό σερμπέτι κι έφυγε. Δυο νύχτες το 'κάμε. Την τρίτη μέρα λέγει η βασιλοπούλα στη βασίλισσα τη μητέρα της: "Να με στείλετε διπλό σερμπέτι, διπλό παξιμάδι και μαστίχα για να μασώ τη νύχτα, γιατί δεν έχω ύπνο αυτές τις νύχτες", για να ιδεί ποιος ερχόταν τη νύχτα. Η βασιλοπούλα έπεσε στο κρεβάτι και μασούσε μαστίχα για να μην αποκοιμηθεί, πήγε πάλι ο Γιαννάκης, η βασιλοπούλα έκαμνε που κοιμάται, άλλαξε τις λαμπάδες, έφαγε το παξιμάδι, ήπιε το σερμπέτι, φίλησε τη βασιλοπούλα κι η βασιλοπούλα τον δάγκασε στο λαιμό. Ο Γιαννάκης άναψε τη φτερούγα του σταυραετού, ήλθε ο σταυραετός, κάθισε στις φτερούγες του και πέταξε απ' το παράθυρο.
Το πρωί, η βασιλοπούλα διέταξε τις δούλες σαν έλθει ο καινούργιος ο τσομπάνης να τη φωνάξουνε. Το πρωί, σαν ήλθε, τη φώναξαν. "Γιατί, Γιαννάκη", τον ρωτάει, "φορείς στο λαιμό σ' λερό μαντίλι; τι έχεις;" "Στραβοκοιμήθηκα και με πονεί". Η βασιλοπούλα άρπαξε το μαντίλι κι είδε τη δαγκαματιά. "Συ ήσουνα που ήρχουσαν κι άλλαζες τις λαμπάδες κι έτρωγες το παξιμάδι κι έπινες το σερμπέτι; Από σήμερα να φύγεις από κει που είσαι τσομπάνης, από τροφή και ύπνο μη σε μέλει. Τω είμαι αρραβωνιασμένη με του βεζίρη τον ιγιό, θα τον αφήσω και θα πάρω σένα".
[... Ο γιος του βεζίρη τον καλεί σε μονομαχία. Ακολουθώντας τη συμβουλή της βασιλοπούλας, ο Γιαννάκης παίρνει μια γριά φοράδα και της κόβει τα τσίνορα, τη χτενίζει, της δίνει να πιει κρασί και να φάει σταφίδες. Νικάει τον αντίπαλο του, του κόβει τη μύτη και πηγαίνει στη θάλασσα να πλυθεί. Η θάλασσα τον αρπάζει και τον αρραβωνιάζει με τη μεγάλη της κόρη...] Η βασιλοπούλα αρρώστησε από τον καημό, γιατροί ανέβαιναν, γιατροί κατέβαιναν, την αρρώστια δεν μπορούσανε να τη βρούνε. Τη λέγει ο βασιλές: "Τι έχεις, κόρη μ';" "Πατέρα, να με πάρεις ένα χρυσό κάτεργο με σαράντα χρυσιά κουπιά και σαράντα κοπέλες για ναύτες, να με τις ντύσεις αντρίκια κι εγώ θα πάγω να βρω τον Γιαννάκη".
Ο βασιλές έδωσε διαταγή κι ως το βράδυ ήτανε το κάτεργο έτοιμο, ο καιρός πήγε πρίμα, μπήκε η βασιλοπούλα κι έφυγαν και πήγανε κατ' απ' τα παράθυρα του παλατιού της κερά θάλασσας. II βασιλοπούλα έπιαζε το χρυσόμηλο κι έλεγε!
- Ανέβα μήλο κατέβα ρόδι να σε ρωτήσω τι κάνει η κόρη.
- Πλέκει γαϊτάνι και δεν αδειάζει.
Την κερά θάλασσα η κόρη της την είπε: "Είν' ένα παλικάρι όμορφο και παίζει ένα χρυσό μήλο και το θέλω το μήλο". Πήγε η κερά θάλασσα και το γύρεψε: "Δος με, παλικάρι μου, το μήλο που παίζεις". Είπε το παλικάρι: "Δείξε με το γαμπρό που έκανες αυτές τις μέρες να στο δώσω". Βγήκε ο Γιαννάκης λίγο και τον είδε. Πήρε το μήλο η κερά θάλασσα.
[...Την άλλη μέρα παίζει η βασιλοπούλα λέγοντας τα ίδια λόγια. Η άλλη κόρη της θάλασσας θέλησε το δεύτερο μήλο...]
Βγήκε η κερά θάλασσα: "Δος με, παλικάρι μου, και τ' άλλο σου το μήλο", βγήκε ο Γιαννάκης ως τη μέση, τον είδε η βασιλοπούλα κι έριξε το μήλο. Την άλλη μέρα λέγει η βασιλοπούλα στους ναύτες: "Να είσαστε έτοιμοι και θα τον πάρω". Η βασιλοπούλα παίζει και τ' άλλο χρυσόμηλο και λέει τα ίδια λόγια. Η μικρότερη κόρη λέγει στη μητέρα της: "Κι εγώ θέλω μήλο". Η κερά θάλασσα ανέβηκε επάνω και λέγει: "Παλικάρι μου, δος με και τ' άλλο μήλο". "Σαν ανέβει και πατήσει στις φούχτες ο γαμπρός σ', θα σε δώσω και τ' άλλο". Πήγε η κερά θάλασσα και φώναξε τον Γιαννάκη: "Έλα, Γιαννάκη μου, να σε διούνε, να μας δωσ' νε και τ' άλλο μήλο". Ο Γιαννάκης βγήκε και στάθηκε στις φούχτες της κερά θάλασσας, η βασιλοπούλα ρίχνει το μήλο, αρπάζει τον Γιαννάκη και δρόμο για τη στεριά, τον πήγε στον πατέρα της και τον είπε: "Αυτός είναι ο αρραβωνιστικός μου". Ο βασιλές και η βασίλισσα, ολόχαροι που ήλθεν η βασιλοπούλα κι ο Γιαννάκης, στο παλάτι γίνουνταν μεγάλες ετοιμασίες για τη στεφάνωση κι ήλθαν απ' όλο το βασίλειο. Ο γάμος βάσταξε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, άρχονται, φτωχοί έφαγαν στο βασιλικό τραπέζι, εκατό μάγειροι μαγέρευαν τα καλύτερα φαγιά.
Ήμουνα κι εγώ εκεί κι έφαγα, έδωσαν και μένα μια σακούλα φλουριά, περνώντας απ' το ποτάμι, άκουσα που φώναζαν "βρακ, βρακ", θάρρεψα κι έλεγα "μπρακ, μπρακ" και τ' άφησα κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
 
(Ελπινίκη Σταμούλη-Σαραντή, θρακικά, Αδριανούπολη)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.