Τα τρία χρυσά μήλα.

(Καπέσοβο Ιωαννίνων. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα χρυσά μήλα")  

Ήταν και δεν ήταν. Ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρία παιδιά. Κι είχε και μια μηλιά στην αυλή, που έκανε κάθε χρόνο από τρία χρυσά μήλα. Αλλά σαν γίνονταν τα μήλα έρχονταν μια λάμια και τα 'παίρνε.
Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά κι έγιναν άντρες, κι ήρθε ο καιρός που γένονταν τα μήλα, λέει ο πρώτος: "Πατέρα, απόψε θα φυλάξω, μην έρθει η λάμια και μας πάρει τα μήλα. Μόνο να μου δώσεις ένα σιδερένιο τόπι, να τη σκοτώσω". Του δίνει ο βασιλιάς το σιδερένιο τόπι και το βράδυ πάει να παραμονέψει να σκοτώσει τη λάμια. Τη νύχτα, κατά τα μεσάνυχτα, να, έρχεται η λάμια. Σειόνταν ο τόπος από το περπάτημα και κουνιόνταν και τα δέντρα από το φύσημα της λάμιας. Μόλις ακούει το χαλασμό το βασιλόπουλο γίνεται άφαντο από το φόβο του. Φτάνει η λάμια στη μηλιά και παίρνει το ένα μήλο το χρυσό. Το πρωί ρωτάει ο βασιλιάς, αν ήρθε η λάμια. "Ήρθε και πήρε το ένα το μήλο", του λέει ο μεγάλος ο γιος:
"Και συ, τι έκανες;" "Σκιάχτηκα από το χαλασμό πο 'κάνε κι έφυγα". "Α, ρε χαμένε", του λέει ο δεύτερος, "θα πάω εγώ απόψε να φυλάξω και να ιδείς πως θα τη σκοτώσω".
Ήρθε το βράδυ, παίρνει το τόπι ο δεύτερος και πάει να φυλάξει. Τα μεσάνυχτα έρχεται η λάμια. Χαλασμός, κακό εκεί που περνούσε. Ζυγώνει η λάμια, τη βλέπει το βασιλόπουλο και το βάνει κι αυτό στα ποδάρια. Πάει η λάμια παίρνει και το δεύτερο το μήλο. Το πρωί ρωτάει πάλι ο βασιλιάς τι γίνηκε. "Πήρε και το δεύτερο το μήλο η λάμια. Το 'παθα και 'γω, σαν το μεγάλο", απαντάει ο δεύτερος. "Δεν στα είπα εγώ;" του λέει ο πρώτος. "Το βράδυ είναι και η σειρά μου", κάνει ο τρίτος.
Νύχτωσε, πήρε το σιδερένιο τόπι ο μικρότερος και πάει να φυλάξει να σκοτώσει τη λάμια, που θα 'ρχονταν να πάρει και το τρίτο το μήλο. Κατά τα μεσάνυχτα, νάτη πάλι η λάμια. Φυσούσε και πατούσε, σ' έπιανε τρομάρα να τ' ακούς. Σφίγγεται το βασιλόπουλο και την αφήνει να ζυγώσει. Σημαδεύει καλά και της δίνει μία με το τόπι και τη λαβώνει. "Δος μου κι ακόμα μία", του λέει η λάμια. "Μία φορά μ' έκανε η μάνα μου", της απαντάει το βασιλόπουλο. Γιατί ήξερε πως, αν τη χτυπούσε, και δεύτερη θα γύρευε η λάμια. Γυρίζει η λάμια βογγώντας να πάει στη φωλιά της να κοιμηθεί. Το πρωί ξαναρωτάει ο βασιλιάς, αν ήρθε η λάμια. "Ήρθε και τη λάβωσα. Ελάτε", λέει στ' αδέρφια του, "να πάμε να τη σκοτώσουμε".
Ξεκινάν και πάνουν στη σπηλιά της λάμιας. Πετιώνται στάχτες και κάρβουνα και σκαντζιλήθρες απάνω στη λάμια. Πηδάει κι αυτός μέσα, αρπάζει το τόπι και δίνει μια της λάμιας, που ήταν ζαλισμένη από τις στάχτες. "Δος μου κι ακόμα μία", λέει η λάμια. "Μία φορά μ' έκανε η μάνα μου", της απαντάει αυτός. Μαζεύτηκε η λάμια σε μίαν άκρα και ψόφησε.
Η σπηλιά της λάμιας είχε κι άλλον τόπο πολύ μέσα. Προχωράει, προχωράει το βασιλόπουλο, βρίσκει μια πόρτα. Ανοίγει, ήταν μια κοπέλα πολύ όμορφη. Την είχε η λάμια κλεισμένη. "Ούι, τι θέλεις εδώ μέσα; Φεύγα γρήγορα γιατί θα σε φάει η λάμια", φωνάζει η κοπέλα. "Έλα 'δω. Τη σκότωσα τη λάμια". "Να πάρω το νυφικό μου, που μου το 'χει η λάμια σ' ένα αυγότσοφλο", λέει η κοπέλα.
"Φέρ' το δω", της λέει και της το παίρνει και το βάζει στην τσέπη του. "Έχει κι άλλη κοπέλα κλεισμένη η λάμια". "Πάμε να τη βρούμε". Προχωράν παρακάτου, βρίσκουν άλλη μια πόρτα. Την ανοίγουν, ήταν μια κοπέλα μέσα ακόμα ομορφότερη. "Ούι, τι γυρεύετε εδώ; Γρηγοράστε, θα σας φάει η λάμια", κάνει η κοπέλα. "Έλα μετ' εμάς. Τη σκότωσα εγώ τη λάμια", της λέει αυτός. "Για να πάρω το νυφικό μου, που μου το 'χει η λάμια σ' ένα καχτότσοφλο". "Δος μου το εμένα", της λέει και της το παίρνει κι αυτηνής και το βάνει στην τσέπη του. "Έχει κι άλλη κοπέλα κλεισμένη η λάμια". "Πάμε να τη βρούμε κι αυτή".
Περπατάν, περπατάν, βρίσκουν μια τρίτη πόρτα. Ανοίγουν, ήταν μια κοπέλα ακόμα ομορφότερη απ' όλες. "Τι ζητάτε 'δω; Φευγάτε γρήγορα, να μη σας φάει η λάμια", λέει η κοπέλα. "Έλα 'δω. Τη σκότωσα εγώ τη λάμια", της απαντάει το βασιλόπουλο. "Μια στιγμή, να πάρω το νυφικό μου, που μου το 'χει η λάμια σ ένα λεπτοκαρότσοφλο". "Φέρ το δω κι αυτό". Και της το παίρνει και το βάνει κι αυτό στην τσέπη του μαζί με τ' άλλα. "Πάμε, τώρα, να βγούμε απάνω", τους λέει το βασιλόπουλο.
Έφτασαν στην τρύπα, εκεί που ήταν σκοτωμένη η λάμια, και φωνάζει στα αδέρφια του να του ρίξουν την τριχιά. Του ρίχνουν την τριχιά, δένει την πρώτη κοπέλα και φωνάζει.' "Αυτή είναι του πρώτου!" Ανεβαίνει η πρώτη, του ξαναρίχνουν την τριχιά. Δένει τη δεύτερη και φωνάζει: "Αυτή είναι του δεύτερου!" Βγάζει απάνω και τη δεύτερη και του ρίχνουν πάλι την τριχιά. "Έλα να σε δέσω", λέει στην τρίτη. "Όχι, να βγεις εσύ πρώτα, κι ύστερα δένομαι κι εγώ, γιατί άμα με δουν εμένα θα σ' αφήσουν μέσα".
"Εσύ θα βγεις πρώτα", της ξαναλέει. Τη δένει κι αυτή και φωνάζει: "Αυτή είναι δικιά μου!" Αφού έβγαλε και την τρίτη όξω, φωνάζει να του πετάξουν την τριχιά να βγει κι αυτός. Πού, όμως, τ' αδέρφια του να του ρίξουν την τριχιά! Πήραν τις κοπέλες κι έφυγαν. Φωνάζει, φωνάζει αυτός από μέσα. Τίποτα. Βαρέθηκε να φωνάζει, και γυρίζει να βρει καμιά άλλη τρύπα να βγει. Πάει, πάει όλο και παραμέσα στη σπηλιά, όλο και πιο βαθιά. Αφού περπάτησε κάμποσο βρίσκει μια γριά: "Καλημέρα, βάβω", την καλημερίζει. "Καλημέρα σου, παιδί μου". "Πώς θα βγω απάνω, βάβω;" τη ρωτάει. "Χμ, πως να βγεις από 'δω μέσα που μπήκες. Για κοίτα εκεί πέρα. Είναι δύο πρόβατα. Το ένα άσπρο, το άλλο λάιο*. Αν πιάσεις το άσπρο θα βγεις απάνω. Αν πιάσεις το λάιο, θα πας ακόμη παρακάτω, θα πας στον Κάτω Κόσμο". Τρέχει το βασιλόπουλο, κυνηγάει τα πρόβατα, πιάνει το λάιο. Και πάει ακόμα παρακάτω. Έφτασε στον Κάτω Κόσμο.
Εκεί ήταν μια βρύση κι ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος, πο 'κλαιγαν. Ζυγώνει και ρωτάει μια γριά: "Γιατί κλαιν, γιαγιά;" "Ούι, παλικάρι μου. Εμείς εδώ έχομε μοναχά αυτή τη βρύση, που παίρναμε νερό όλη η πόλη κι αυτή την έχει μια λάμια. Και κάθε τόσο της φέρνουμε από μια κοπέλα και μας αφήνει και παίρνουμε νερό. Σήμερα είναι η αράδα της θυγατέρας του βασιλιά. Να, τη φέρνουν κιόλας".
Γυρίζει και βλέπει κόσμο πολύ, πο 'ρχονταν. Μπροστά ήταν ο βασιλιάς κι η βασίλισσα και στη μέση είχαν την κοπέλα τους. Έκλαιγαν κι έσκουζαν και τράβαγαν τα μαλλιά τους, που θα 'παίρνε την κοπέλα η λάμια. Όλοι φορούσαν μαύρα. Ζύγωσαν κοντά στη βρύση, φίλησαν την κοπέλα και με κλάματα και με ακούσματα την άφησαν κι έφυγαν. Έφκε σιγά σιγά κι ο κόσμος και απόμεινε μοναχά το βασιλόπουλο. Πάει κι αυτό κοντά στη βασιλοπούλα και της λέει: "Μην κλαις. Εγώ θα τη σκοτώσω τη λάμια και θα σε γλιτώσω. Μοναχά θα ακουμπήσω στην αγκαλιά σου, να με ψειρήσεις λίγο κι αν αποκοιμηθώ να με ξυπνήσεις ίσια μόλις θα ιδείς τη λάμια". Ξάπλωσε κάτω το βασιλόπουλο και ακούμπησε στην αγκαλιά της βασιλοπούλας, έβγαλε και το σιδερένιο το τόπι και το 'βαλε δίπλα του, να το 'χει έτοιμο κι όπως ήταν κουρασμένος και άυπνος αποκοιμήθηκε αμέσως. Η βασιλοπούλα κάθονταν και τον ψείριζε και περίμενε να ιδεί τι θα γένει κι αν θα γλιτώσει.
Σε λίγη ώρα, να και η λάμια έφτακε. Είδε και τους δύο που κάθονταν και χάρηκε. "Ολοένα μου είχαν από μια και μο 'χουν δυο!". Η βασιλοπούλα μόλις είδε τη λάμια τα 'χασέ και την πήραν τα κλάματα και λησμόνησε να ξυπνήσει το βασιλόπουλο.
Ένα δάκρυ όμως από τα μάτια της βασιλοπούλας έπεσε στο μάτι του βασιλόπουλου και ξυπνάει. Βλέπει τη λάμια, πετάγεται ορθός, αρπάζει το τόπι, σημαδεύει καλά και το τραβάει της λάμιας. Τη χτυπάει στο κεφάλι, βογγάει η λάμια. "Βάρα με ακόμα μία", του λέει. "Μία φορά μ' έκανε η μάνα μου", της απαντάει. Γέρνει η λάμια και ψοφάει. Γυρίζει αυτός στη βασιλοπούλα και της λέει: "Πάει η λάμια, γλυτώσαμαν. Άιντε, να πάμε στο σπίτι σου".
Χαρούμενοι κι οι δύο παίρνουν το δρόμο και πάνουν στο παλάτι. Εκεί τα 'χαν βαμμένα όλα μαύρα και κάθονταν κι έκλαιγαν. Ανεβαίνει τρεχάτη η βασιλοπούλα και πάει και πέφτει στην αγκαλιά της μάνας της και του πατέρα της. Αυτοί στην αρχή τα 'χασαν. Ύστερα όμως φιλιά, αγκαλιές, κλάματα από τη χαρά τους. "Καλά, και πως γλίτωσες;" τη ρωτάνε. "Με γλίτωσε ένας ξένος. Είναι κάτω", τους απαντάει. Κατεβαίνουν όλοι κάτω, να τον ιδούν και να τον ευχαριστήσουν. "Τι θες να σου κάνω", του λέει ο βασιλιάς, "για το καλό που μο 'καμες; Να σε κάνω γαμπρό μου και να σου δώσω και το μισό βασίλειο!" "Ευχαριστώ", τους απαντάει. "Δε θέλω τίποτε από αυτά. Μια χάρη μόνο θέλω να μου κάνετε. Να με βοηθήσετε να βγω στον Απάνω Κόσμο". "Μετά χαράς", του λέει ο βασιλιάς. "Να φωνάξουμε αυτούς που ξέρουν το δρόμο".
Στέλνει και φωνάζει πρώτα το γερο-Λιόντα. Έρχεται ο γερο-Λιόντας. "Μπορείς να βγεις στον Απάνω Κόσμο μαζί μ' αυτόν εδώ;" τον ρωτάει. "Μπορώ", απαντάει ο γερο-Λιόντας. "Τι τρως και τι πίνεις;" "Κρέας από το κρέας του τρώω και αίμα από το αίμα του πίνω". "Αι, σύρε. Δεν κάνεις εσύ για τ' εμάς". Στέλνει ύστερα και φωνάζει τη κυρά-Ζαχάρω, την αρκούδα. Έρχεται η κυρα-Ζαχάρω. "Μπορείς να βγεις στον Απάνω Κόσμο μαζί με τούτον εδώ;" τη ρωτάει κι αυτή. "Μπορώ", λέει η κυρά-Ζαχάρω. "Τι τρως και τι πίνεις;" "Κρέας από το κρέας του τρώω και αίμα από το αίμα του πίνω". "Σύρε και συ. Δεν κάνεις για τ εμάς". Διώχνει και τη κυρά-Ζαχάρω. Στέλνει και φωνάζει τρίτον τον κυρ-Κόρακα. Έρχεται κι ο κυρ-Κόρακας. "Μπορείς να βγεις με τούτον εδώ αντάμα στον Απάνω Κόσμο;" τον ρωτάει ο βασιλιάς κι αυτόν. "Μπορώ", απαντάει ο γερο-Κόρακας. "Τι τρως και τι πίνεις;" "Κρέας τρώω και κρασί πίνω". "Καλά", λέει ο βασιλιάς. "Να 'τοιμαστείς και να 'ρθεις να φύγετε".
'Τοιμάστηκε ο γερο-Κόρακας, πήρε και τα κορακόπουλα από κοντά του κι ήρθε στο παλάτι. Έφεραν το κρέας και το κρασί στ' ασκί, χαιρέτησε το βασιλόπουλο το βασιλιά και όλους τους άλλους, τον παίρνει ο γερο-Κόρακας απάνω στις φτερούγες, έβαλαν και το κρέας και το κρασί και πέταξαν για τον Απάνω Κόσμο. Στο δρόμο γυρίζει ο γερο-Κόρακας και λέει στο βασιλόπουλο: "Άμα θα λέω κρα, θα μου δίνεις κρέας και άμα θα λέω κρι, θα μου δίνεις κρασί". Πέταξεν κάμποσο, "Κρα!" κάνει ο γερο-Κορακας. Κόβει κρέας το βασιλόπουλο και το δίνει στο γερο-Κόρακα. Τρώγει εκείνος και δίνει και στα κορακόπουλα. "Κρι!" κάνει ο γερο-Κόρακας, του δίνει κρασί το βασιλόπουλο. Κι έτσι έφτασαν κοντά να βγουν στον Απάνω Κόσμο και σώθηκε το κρέας. Σε λίγο φωνάζει ο γέρο-Κόρακας, "Κρα!" Τούτος δεν του 'δώσε τίποτα. Ματαφωνάζει ο γερο-Κορακας, "Κρα! Κρα!". Πιάνει και το βασιλόπουλο και κόβει ένα κομμάτι κρέας από την άντζα** του και το δίνει στο γερο-Κόρακα. Τρώει εκείνος και δίνει και στα παιδιά του. Κι έτσι βγήκαν στον Απάνω Κόσμο. Τον κατεβάζει από τα φτερά του ο γερο-Κόρακας και τον βλέπει που κούτσαινε. "Τι έπαθες;" τον ρωτάει. "Να, μου είχε σωθεί το κρέας και δεν είχα τι να σου δώσω κι έκοψα ένα κομμάτι από την άντζα μου και σου το 'δωκα και το 'φαγες". "Γλήγορα, ξεράστε το", λέει στα κορακόπουλα ο γερο-Κόρακας. 
Το ξερνούν τα κορακόπουλα ξερνάει κι αυτός εκείνο πο 'φάγε, το ζυμώνουν και το κολλάν στην άντζα του βασιλόπουλου κι έθρεψε το κρέας πάλι.
Χαιρετήθηκαν κι έφυγε ο γερο-Κόρακας με τα κορακόπουλα. Το βασιλόπουλο πήρε το δρόμο και περπάτησε. Περπάτησε ως που 'βρε έναν τζιομπάνο. "Καλημέρα". "Καλημέρα". Χαιρετήθηκαν. "Τι νέα από την πόλη;" ρωτάει το βασιλόπουλο. "Τι νέα;" απαντάει ο τζιομπάνος. "Να, ο βασιλιάς παντρεύει το μεγάλο γιο του και η νύφη θέλει νυφικό, που να χωράει σ' ένα αυγότσοφλο και δε μπορεί κανένας ράφτης να το φτιάσει και τους σκοτώνει ο βασιλιάς". "Καλά", λέει το βασιλόπουλο. "Μου δίνεις τα ρούχα σου να σου δώκω τα δικά μου;" "Αχά!", λέει ο τζιομπάνος. Αλλάζουν τα ρούχα τους, ντυέται τζιομπάνος το βασιλόπουλο και κινάει για την πόλη.
Σαν έφτασε άρχισε να φέρνει γύρα και να φωνάζει! "Ράφτης καλός! Ράφτης καλός!" Ακούνε οι δούλοι και παν και λεν του βασιλιά. Στέλνει ο βασιλιάς και τον φωνάζει. "Είσαι καλός ράφτης;" τον ρωτάει. "Είμαι", απαντάει αυτός. "Μπορείς να ράψεις ένα νυφικό φουστάνι που να χωράει μέσα σ' ένα αυγότσοφλο;" "Μπορώ". "Και τι παζάρι θέλεις;" "Ένα σακί κάστανα κι ένα βαένι κρασί". "Εντάξει", λέει ο βασιλιάς. "Μοναχά κοίταξε καλά, αν δεν το φκιάσεις, θα σου πάρω το κεφάλι". "Σύμφωνοι", λέει το βασιλόπουλο. "Το Σάββατο θα είναι έτοιμο". Διατάζει ο βασιλιάς τους δούλους και του δίνουν ένα δωμάτιο να κάτσει και του πάνε και το σακί με τα κάστανα.
Κλείδωσε την πόρτα αυτός κι άρχισε να ψένει κάστανα και να πίνει και κρασί. Πήγαιναν οι δούλοι και κοίταζαν από την κλειδωνόπορτα και πήγαιναν κι έλεγαν του βασιλιά. "Αυτός, βασιλιά μου, δεν κάνει τίποτε. Κάθεται τρώει κάστανα και πίνει και κρασί και κοιμάται". "Καλά", έλεγε ο βασιλιάς, "αυτός θα φάει το κεφάλι του, αν δεν το φκιάσει ως το Σάββατο". Πέρασε και η Παρασκευή κι ήρθε και το Σάββατο. Πρωί-πρωί αυτός βγάζει το αυγότσοφλο από την τσέπη του, που το 'χε από τη λάμια, το ανοίγει, παίρνει το νυφικό και το κρεμάει στον τοίχο. Σε λίγο πάει ο βασιλιάς. "Το 'φκιασες;" τον ρωτάει. "Για το", του απαντάει το βασιλόπουλο. Και το ξεκρεμάει και το μαζεύει μέσα στο αυγότσοφλο. Το παίρνει ο βασιλιάς και το πάει στη νύφη κι έγινε ο γάμος.
Την άλλη μέρα, τη Δευτέρα, τον φωνάζει πάλι ο βασιλιάς και του λέει! "Την άλλη Κυριακή θα φωνάξω τον άλλο μου το γιο και η νύφη θέλει νυφικό, που να χωράει μέσα σ' ένα καχτότσοφλο. Μπορείς να το φκιάσεις;" "Μπορώ". "Τι παζάρι θέλεις;" "Το ίδιο το παζάρι. Ένα σακί κάστανα και ένα βαένι κρασί και το Σάββατο να 'ρθετε να το πάρετε". "Εντάξει, αλλ' αν δεν το φκιάσεις θα σου κόψω το κεφάλι". "Να μου το κόψεις". Τον βάνουν πάλι στο ίδιο το δωμάτιο, του πάνε και τα κάστανα με το κρασί. Κλειέται αυτός μέσα και αρχίνηκε πάλι να ψενει κάστανα και να πίνει κρασί. Ματαπάηναν οι δούλοι και κοίταζαν από την κλειδωνότρυπα, να ιδούν τι κάνει και πάηναν και έλεγαν του βασιλιά. "Αυτός, βασιλιά μου, δεν κάνει τίποτε. Τρώει και πίνει μοναχά". "Έτσι λέγηταν και για τ' άλλο το φουστάνι και το 'φκιακε. Αφήστε να ιδούμε". Έφτακε και το Σάββατο, βγάζει αυτός από την τσέπη του το καχτότσοφλο, το ανοίγει και κρεμάει το νυφικό. Έρχεται ο βασιλιάς και το βλέπει κρεμασμένο. Το ξεκρεμάει ο ράφτης, το μαζεύει και το βάζει μέσα στο καχτότσοφλο και το δίνει του βασιλιά. Το παίρνει ο βασιλιάς και το πάει στη νύφη να γίνει ο γάμος.
Την Κυριακή γίνεται κι αυτός ο γάμος και την άλλη μέρα τον φωνάζει πάλι ο βασιλιάς! "Τώρα θέλω να παντρέψω ένα από τους μεγάλους του παλατιού, αλλά η νύφη θέλει νυφικό που να χωράει μέσα σ' ένα λεπτοκαρότσοφλο. Μπορείς να το φκιάσεις;" "Μπορώ". "Και τι παζάρι ζητάς;" "Το ίδιο παζάρι, όπως και τις άλλες φορές". Μέσα πάλι στο ίδιο δωμάτιο, έψενε κάστανα κι έπινε κρασί, ώσπου έφτασε και το Σάββατο. Πάει ο βασιλιάς, το βρίσκει κρεμασμένο, έτοιμο το νυφικό. Το ξεκρεμάει το βασιλόπουλο, το μαζεύει μέσα στο λεπτοκαρότσοφλο. "Εντάξει", λέει ο βασιλιάς. "Δος μου το". "Να σου πω, βασιλιά μου. Δε στο δίνω και την κοπέλα αυτή θα την πάρω εγώ γυναίκα μου".
"Πώς;" κάνει ο βασιλιάς παρεξενεμένος. "Ναι, κι εγώ είμαι το τρίτο το παιδί σου, που μ' άφησαν τ' αδέρφια μου μέσα στην τρύπα της λάμιας, όταν κατέβηκα και τη σκότωσα και γλίτωσα τις τρεις κοπέλες και τ' αδέρφια μου σου είπαν πως χάθηκα μέσα στη σπηλιά. Αν δε με γνωρίζεις, να και το γιλέκι, που μας είχες και των τριών απ' όνα όμοιο". Και ξεκουμπώνεται και δείχνει το γιλέκι. Το γνωρίζει ο βασιλιάς. Κοιτάει ύστερα καλά και γνωρίζει το γιο του με τα ρούχα του τζιομπάνου. Τον αρπάζει και τον φιλάει από τη χαρά του, που τον είχε πεθαμένο και τον παίρνει και πάει και τον ντύνει και του δίνει και την κοπέλα, που ήταν η ομορφότερη και του λέει! "Και τ' αδέρφια σου τι θέλεις να τα κάνω, που σο καναν και σένα και μένα τέτοιο κακό;" "Τ' αδέρφια μου τίποτα δε θα τα κάνεις. Εγώ τα συχωράω, συχωρά τα και συ".
Τα συχωράει και ο βασιλιάς και κάνουν την άλλη μέρα το γάμο, που έγινε καλύτερος απ' ολονών κι' έζησαν αυτοί καλά κι' αγαπημένα και μεις ακόμα καλύτερα.

(Καπέσοβο Ιωαννίνων)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.