Ο Γερονικολής.

(Χιλιομόδι Κορινθίας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το άφαντο σκουφάκι" ή "Η βασιλοπούλα που χαλούσε τα παπούτσια της")

Παλαιά, πολύ παλαιά, στα όμορφα εκείνα χρόνια, ήτανε ένας ξακουστός βασιλιάς με ένανε μεγάλο πύργο όπου μέσα ζούσε η βασιλοπούλα κόρη του. Ευτυχισμένος ήτανε με μοναχικό καημό το ότι η βασιλοπούλα έσκιζε τα παπούτσια της μονομερίς και ότι δαιμονιζόταν. Δεν μπόραγε να καταλάβει την αιτία. Κοντά στο παλάτι βόσκαγε τα πρόβατα ένας τσομπάνης και πολλές νυχτιές έβλεπε τη βασιλοπούλα να κατηφορίζει μαζί με έναν άλλο και να χάνεται μακριά. Αυτό το είχε μολογήσει και σε άλλους και από αυτί σε αυτί έφτασε στο βασιλιά. "Τρεχάτε", λέγει στους δούλους του, "και φέρ'τε τον εδώ". Δεν αργούν να τον κουβαλήσουν στο παλάτι. Εκεί ο βασιλιάς του δίνει τρεις μέρες διορία να του πει που συριανάει η βασιλοπούλα τα βράδυα. Γιομάτος στεναχώρια ο τσομπάνης τραβάει κατά το σπίτι του. Ήταν πολύ θεοσεβούμενος άνθρωπος, της εκκλησίας, γι' αυτό με όλη του την καρδιά παρακάλεγε τον θεό να τον βοηθήσει. Το βράδυ όταν πλάγιασε ονειρεύτηκε την Παναγία. "Πάρε", του λέει, "αυτό το σκουφί και όταν το φοράς θα γίνεσαι αόρατος να την πάρεις ξοπίσω. Αυτή θα πάει με τον έξω από εδώ. θα πιει από τρία ποτήρια, να πιεις και συ, να φας από το φαΐ της. θα χορέψει σε ξυραφάκια και τελευταία θα βυζάξει το παιδί της. Να της το πάρεις".
Ακολούθησε της Παναγίας τα λόγια ο τσομπάνης και σαν τον μετακάλεσε ο βασιλιάς μπροστά στην κόρη του αρχίνησε να του δείχνει το φαΐ που έφαγε η κόρη του. Αυτή φώναζε και τον έβριζε. Όταν έδειξε και το μωρό στο βασιλιά, αυτή έπεσε πεθαμένη χάμου. "Να, βασιλιά μου, γιατί σκίζει τα παπούτσια της", λέει.
Την πεθαμένη την πήγανε σε ένα ξωκκλήσι και βάλανε φύλακες να την φυλάνε. Την άλλη μέρα, οι φρουροί βρισκόντουσαν σκοτωμένοι με ρουφηγμένο το αίμα τους. Το ίδιο ολοένα γινότανε κάθε βραδιά. Όπου μια βραδιά ανάμεσα στους φρουρούς ήτανε και το παιδί μιας παπαδιάς. Εκείνη η κακομοίρα μπροστά στο εικονίσματα προσευχήθηκε να σωθεί το παιδί της. Παρουσιάζεται η Παναγία και της λέει να καθήσει το παιδί της κάτω από την Αγία Τράπεζα, όπου καμία διαβολική δύναμη δεν μπορούσε να το βλάψει. Το παιδί, πράγματι, πηγαίνει κάτω από την Αγία Τράπεζα και βλέπει την πεθαμένη να σηκώνεται από την κάσα και να φωνάζει: "Πατέρα μου, σήμερα με άφησες νηστική, γιατί δε μου έστειλες να φάω;" Απόκαμε και πάει και κάθεται γονατιστή μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Το παιδί πετιέται τότε από την Αγία Τράπεζα και κάθεται δίπλα της και οι δύο μαζί μαρμαρώνουνε. Έτσι μαρμαρωμένοι μένουν μαζί μέχρι την άλλη μέρα, όπου κόσμος πολύς μαζεύτηκε να δούνε το περίεργο πράμα. Την ώρα όμως που ο παπάς βάζει το "ευλογητός ει ο θεός..." ξεμαρμαρώνουν και οι δύο τους. Η κοπέλα ένα μοναχικό αμάρτημα είχε κάνει και τώρα απαλλάχτηκε. Έπεσε και προσκύναε το εικόνισμα γιομάτη συγκίνηση. Ο βασιλιάς τρισευτυχισμένος τους πάντρεψε και ζήσανε ευτυχισμένοι. 

(Παραλλαγή που συλλέχτηκε το 1959 από την Κωνσταντίνα Κάππαρη, από διήγηση της Δέσποινας Μεζίνη, ετών 72, στο Χιλιομόδι Κορινθίας) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.