Άτιτλο.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Οι ζηλιάρες αδελφές")

Μια φορά ήσαν τρεις αδελφές. Η μία κεντούσε, η άλλη ύφαινε, η τρίτη (που ήταν πολύ ωραία) έκανε τις άλλες δουλειές, πήγαινε για ξύλα και για άλλες. Οι αδελφές όμως τη μισούσαν και την έστελναν όσο το δυνατόν μπορούσαν πιο μακριά για να τη βρει κανένας λύκος για να τη φάει. Μια μέρα την έστειλαν επάνω σ ένα βουνό για να φέρει ξύλα. Μια μέρα την είδε επάνω στο βουνό ένα βασιλόπουλο. Όταν την είδε έτσι στενοχωρημένη (διότι οι αδερφές της την τιμωρούσαν πολύ), τη λυπήθηκε και της είπε ότι θε να την πάρει γυναίκα του.
Γυρίζει η κοπέλα στις αδελφές της και το λέει. Αυτές όμως δεν το πίστευαν και για να την τιμωρήσουν την έστειλαν πάλι στο βουνό, σε πιο μακρινό, για να τη φάνε οι λύκοι. Το κορίτσι πήγε πάλι στο βουνό κι εκεί την περίμενε το βασιλόπουλο. Την πήρε και την πήγε στο παλάτι, ενώ οι αδελφές της νόμιζαν ότι την είχαν φάει οι λύκοι, επειδή δεν ξαναγύρισε.
Περνάει μια μέρα ο ήλιος και καλημερνάει την αδελφή που κεντούσε και της λέει ότι η αδελφή της η μικρότερη είναι στα ανάκτορα βασίλισσα. Τότε αυτή αμέσως ντύνεται σαν ζητιάνα και πάει στα ανάκτορα. Οι αυλικοί δεν την άφηναν. Αλλά η βασίλισσα τη λυπήθηκε και την άφησε να κοιμηθεί στο παλάτι. Ο βασιλιάς εκείνη την εποχή είχε φύγει για πόλεμο. Αυτή η ζητιάνα (η αδελφή της) με τα μάγια που έκανε μεταμόρφωσε τη βασίλισσα σε χρυσό πουλί που κελαηδούσε μέσα στον κήπο και έλεγε "κοιμάται ο βασιλιάς, κοιμάται το παιδί" και της έλεγαν "κοιμάται". Η δε αδελφή της η ζητιάνα μεταμορφώθηκε αυτή σε βασίλισσα και όταν ήρθε ο βασιλιάς και την είδε έτσι απόρησε και της είπε.' "Γιατί είσαι έτσι;" και αυτή του απάντησε! "Επειδή έφυγες εσύ και στενοχωρήθηκα". Μόλις δε έφευγε το χρυσό πουλί από τα δέντρα, αυτά ξεριζώνοντο.
Αυτό το είπαν οι υπηρέτες στο βασιλιά και αυτός θέλησε να ιδεί το πουλί. Το πρωί λοιπόν παρουσιάστηκε το χρυσό πουλί και είπε! "Καλημέρα, περιβολάκι μου, κοιμάται ο βασιλιάς, κοιμάται το παιδί μου", "κοιμάται", της έλεγαν, και αυτή έλεγε "και εκείνη που με μάγεψε στα γούργουρα να πέσει και το δεντρί να ξεριζωθεί" κι αμέσως το δέντρο έπεφτε. Αυτό το είπε ο βασιλιάς στη βασίλισσα και του είπε ότι πρέπει να σκοτώσουν το πουλί. Το έπιασαν το πουλί και το σκότωσαν μπροστά στην πόρτα κι εκεί ακριβώς που χύθηκε το αίμα φύτρωσε μια ωραία μηλιά με κόκκινα μήλα. Όταν πήγαινε κοντά το παιδί, έσκυβε η μηλιά και το παιδί έτρωγε τα μήλα, όταν δε πήγαινε η βασίλισσα, πήγαινε ψηλά. Τότε η βασίλισσα είπε να το κόψουν το δέντρο και όπως πράγματι το έκοψαν. Όταν το έκοβαν, άκουσαν μια φωνή που έλεγε: "Μη χτυπάτε στη μέση, γιατί είναι η βασίλισσα που πονάει". Περνάει μια που ασκήτευε σ' ένα μοναστήρι και ζητάει ένα ξύλο. Οι δούλοι της έδωσαν ένα κομμάτι και έτυχε μέσα σ' αυτό να ήταν κλεισμένη η βασίλισσα. Παίρνει το ξύλο και το πηγαίνει εκεί που έμενε.
Όταν γύρισε το βράδυ η ασκήτρια βρήκε όλα έτοιμα και το φαγητό και τη φωτιά αναμμένη. Και λέει: "Ποιος μου τα ετοίμασε;" Τότε παρουσιάστηκε η βασίλισσα και της λέει τι είχε γίνει. Την παρακαλεί όμως να πάει στο βασιλιά και να του δείξει το δαχτυλίδι που αυτός της είχε δώσει. Τη στιγμή εκείνη περνούσε έξω ο βασιλιάς και όταν άκουσε τη συζήτηση μπήκε μέσα και ρωτά τη γερόντισσα με ποια συζητάει. Αυτή του λέει ότι του παρουσιάστηκε μια άγια κόρη και αμέσως παρουσιάζεται η βασίλισσα που την αναγνωρίζει ο βασιλιάς από το δαχτυλίδι που του έδειξε. Τότε την παίρνει και τη φέρνει στο παλάτι. Τότε αυτός, όταν έφτασε στο παλάτι, θέλησε να σκοτώσει την κακούργα βασίλισσα. Η πραγματική όμως βασίλισσα του λέει: "Να μην τη σκοτώσεις, αλλά να τη συγχωρήσεις, διότι εγώ μετά από λίγο θα φύγω για τους ουρανούς" και όπως πράγματι έγινε' έφυγε για τον άλλο κόσμο και αγίασε. 

(Πελοπόννησος)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.