Το αραπόπουλο.

(Πόρος Τροιζηνίας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα γραμμένα δεν ξεγράφονται")

Μια φορά ήτανε ένας βασιλέας και δεν έκανε παιδιά. Κάποτε εγκυώθηκε η γυναίκα του και έκανε κορίτσι. Στο σπίτι ο βασιλέας είχε ένα αραπόπουλο από μικρό. Όταν, στις τρεις ημέρες, πήγαν οι μοίρες να μοιράνουνε το μωρό, είπαν ότι όταν θα μεγαλώσει θα πάρει για άντρα της το αραπόπουλο. Ο βασιλέας όταν το άκουσε στενοχωρήθηκε και είπε: "Αδύνατο, αυτό δε θα γίνει, όταν το αραπόπουλο θα μεγαλώσει, εγώ θα το διώξω".

Εμεγάλωσε το παιδί, έγινε δεκαεφτά-δεκαοκτώ χρόνων. Το κορίτσι ήτανε δεκαπέντε. Τότε ο βασιλέας του λέει: "Πήγαινε να βρεις και συ την τύχη σου". Χαιρέτησε το αραπόπουλο και έφυγε. Στο δρόμο που πήγαινε κουρασμένο συνάντησε μια σπηλιά. Μέσα ήτανε ένας καλόγερος και έβραζε φακές. Όταν είδε το παιδί, του λέει: "Καλώς το, αλλά δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω να ξεκουραστείς". Τον αρώτησε δε που πηγαίνει. Αυτό του λέει: "Πάω να συναντήσω τον Χριστό". Και του λέει : "Πες και για μένα ως πότε να καθίσω στην έρημο που ασκητεύω τόσα χρόνια". Τότε το παιδί ανεχώρησε. Καθώς προχωρούσε, βλέπει μακρά του ένα περιβόλι και μέσα έναν πύργο. Εκεί κατοικούσε μια κυρία πολύ πλούσια. Πήγε το παιδί, χτύπησε την πόρτα. Βγήκε η υπηρεσία και του λέει: "Τι ζητάτε;" Τότε το αραπάκι της λέει: "Να μείνω την νύχτα γιατί δεν ξέρω που να πάω". Τότε η υπηρεσία πήγε και το είπε της κυρίας της. Αυτή όταν το άκουσε, διέταξε να ανεβεί απάνω. Τότε τον ρώτησε που πηγαίνει. Της λέει: "Πηγαίνω να βρω τον Χριστό". Τότε αυτή του λέει: "Πες του και για μένα να μη μου δίνει άλλα πλούτη". Του έβαλε έφαγε, τον έλουσαν και τον έντυσαν. Το πρωί έφυγε.
Καθώς προχωρούσε, βλέπει πέρα στην αμμουδιά έναν άντρα. Προχώρησε, τον πλησίασε, τον χαιρέτησε και ο κύριος του λέει: "Πού πηγαίνεις παιδί μου;" Τότε το αραπόπουλο του λέει: "Πηγαίνω να βρω το Χριστό". "Μα εγώ είμαι ο Χριστός". Αμέσως άνοιξε μια γουβίτσα, πήρε τη λάσπη, τον ράντισε και τον έκανε λευκό-λευκό και ωραίο σαν άγγελο. Του άφησε όμως μια μαύρη ταινία στο σώμα του που έγραφε: "Τα γραμμένα δε γίνονται άγραφα". Τότε το παιδί του λέει: "Πέρασα από έναν καλόγηρον και μου είπε ότι ως ποτέ θα τιμωρείται στην έρημο;" Τότε ο Χριστός του λέει: "Τόσα χρόνια όσες φακές είχε και δεν σου έδωσε". Του είπε και για την κυρία. "Αυτής", είπε ο Χριστός, "θα της δίνω δεκαπλάσια απ' όσα δίνει". Τότε το αραπόπουλο χαρούμενο ανεχώρησε. Πήγε στην κυρία, το είπε, πήγε και στον καλόγερο και μετά στην πατρίδα του. Πλούσιο όπως ήτανε, πήγε στο πιο όμορφο ξενοδοχείο και κάθησε. Όπως καθότανε μια μέρα, κάτω στο κέντρο καθότανε σ' ένα τραπέζι ο βασιλέας με την κόρη του. Όταν αυτή είδε το αραπόπουλο το αγάπησε πολύ. Την άλλη μέρα ξαναπήγε με το βασιλέα εκεί. Τότε ο βασιλέας του έστειλε ένα γλυκό. Αυτός το εδέχτηκε. Ύστερα τον κάλεσε στο τραπέζι του. Κάθησαν αρκετή ώρα μαζί και ο βασιλέας του λέει: "Αύριο να 'ρθεις σπίτι μου να φάμε ένα γεύμα". Έτσι και έγινε. Την κόρη του βασιλέα την είχανε ζητήσει πολλοί πρίγκιπες και βασιλόπουλα. Αλλά αυτή ήθελε το αραπόπουλο. Τότε ο βασιλέας του πρότεινε να γίνει γαμπρός του και αυτός δέχτηκε. Και μετά τη στέψη, όλοι οι συμπεθέροι έλεγε ο καθένας το δικό του. Ο βασιλέας είπε: "Τα γραμμένα να που' δε γίνονται άγραφα. Για κοιτάξτε η κόρη μου τι άγγελο πήρε. Όχι, θα έπαιρνε τον αράπη όπως είπαν οι μοίρες". Τότε ο γαμπρός γδύθηκε και έδειξε το σώμα του. "Να, διαβάστε: τα γραμμένα δε γίνονται άγραφα" και είπε όλη του την ιστορία. Και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

(Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Νόση Παναγιώτα, το 1960, στον Πόρο Τροιζηνίας)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.