Ο Γιάννης του Χρίστου.

(Τραγαία Νάξου. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το ταξίδι στο Θεό για την αναζήτηση αμοιβής")

Μια φορά στα παλιά τα χρόνια ήταν ένας πλούσιος άνθρωπος, μα πάρα πολύ καλός, γιατί βοηθούσε όλους τους φτωχούς. Αλλά λίγο-λίγο μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και του έμειναν μόνον εκατό φλουριά. Η γυναίκα του που 'ταν το ίδιο καλή με αυτόν του 'λέγε:
"Άντρα μου, έχεις κάνει τόσα καλά, έδωσες σ' όσους είχαν ανάγκη αλλά κανείς δεν σου επέστρεψε τίποτε. Γι' αυτό τώρα μη δώσεις, καημένε, τίποτε γιατί δε θα 'χουμε να φάμε μετά".
Μια ημέρα όμως έφθασε ένας που, όπως έλεγε, είχε μεγάλη ανάγκη από εκατό φλουριά. Έκλαιγε λοιπόν και σέρνονταν στα γόνατα και παρακαλούσε να του τα δώσει κι ο καλός μας άνθρωπος τον λυπήθηκε. Μ αφού αρώτησε και τη γυναίκα του, του τα 'δώσε μ' όλη του την καρδιά. Έφυε ο φτωχός αλλά προηγουμένως του 'δωκε ένα χαρτί που 'γράφε απάνω, έτσι όπως το διάβασε ο καλός άνθρωπος, "ο Γιάννης του Χρίστου" αλλά στην πραγματικότητα έγραφε "Ιησούς Χριστός". Του 'πε λοιπόν να πάει να τον βρει όταν θα χρειαστεί για να του επιστρέψει τα φλουριά.
Πέρασε λίγος καιρός κι ο άνθρωπος μας ξεκίνησε. Πέρασε βουνά και λαγκάδια κι άμα νύχτωσε ζήτησε από ένα βοσκό να κοιμηθεί στο καλύβι του. Ο βοσκός δέχτηκε και του 'πε να του κάνει και το τραπέζι και του 'σφάξε κι ένα αρνί. Τον αρώτησε μετά ποιον γύρευε κι αυτός είπε "τον Γιάννη του Χρίστου". "Και πως θα τόνε γνωρίσεις;" τον ξαναρώτησε. "Μα 'γω του 'δωκα τα φλουριά μου και δε θα τον γνωρίσω! Μα μου 'δωκε ένα χαρτί, αυτό εδώ" και έδειξε το χαρτί. Ο βοσκός τότε διάβασε απάνω "Ιησούς Χριστός". "Άμα θα τον βρεις πες του γιάντα τα ζα μου είναι εννιακόσια ενενήντα εννιά και δε γίνονται χίλια".
Αφού πήρε την παραγγελία, ήφυε και βάδιζε πάλι όλη μέρα, άμα νύχτωσε κουρασμένος και πεινασμένος βρήκε ένα γέρο. Αυτός ο γέρος ήταν πολύ κολασμένος και ο Χριστός τον τιμώρησε να είναι πάντα μοναχός του στο βουνό και να τρώει κάθε μέρα μια πίτα που την ηύρισκεν κάτω από ένα χάλαρο. Κείνη τη μέρα βρήκε δύο πίτες αλλά έκρυψε τη μία και μοιράστηκαν την άλλη μαζί με τον καλό μας άνθρωπο. Ο γερός τον αρώτανε: "Πού πας από δω;" "Ενούς ήδωκα εκατό φλουριά και μου 'πε να πάω να τον εύρω!" "Και πως θα τον ευρείς;" "Μου 'δωκε ένα χαρτί, να το" και ο γέρος το διάβασε "Ιησούς Χριστός". "Άμα τον δεις, πες του, μέχρι πότε θα κάθομαι εδώ μοναχός μου, δεν τιμωρήθηκα πολύ για να με συγχωρέσει;"
Ήφυεν μετά ο άνθρωπος και τράβηξε πάρα κάτω κι έτσι έφτασε σε ένα μεγάλο μέρος. Εκεί εζήτανε τον Γιάννη του Χρίστου. Οι άνθρωποι που τους έδειξε το χαρτί τον επήανε στην εκκλησιά και του 'παν: "Μέσα είναι κι έμπα". Βρήκε λοιπόν τον Χριστό εσταυρωμένο και του 'πε! "Γιάννη, Γιάννη, έμη σου πήρανε τα εκατό φλουριά, μη σε σταύρωσαν κιόλα;" "Έννοια σου, φύε και θα στα δώκω", του 'πε ο Χριστός. Αλλά όταν έφευγε θυμήθηκε τις παραγγελίες και γύρισε πίσω. Του 'πε πρώτα την παραγγελία του βοσκού. "Άμε να του πεις, όχι μόνο δε θα γίνουν χίλια αλλά θα ψοφήσουν όλα, γιατί αυτό το ζώο που σε τάισε, το 'χε κλεψίμιο της χήρας". Μετά του 'πε την παραγγελία του γέρου, "θα κάμει άλλα τόσα χρόνια γιατί του στειλα δύο πίτες και φάγατε μόνο τη μία".
Έφυε μετά ο γέρος και γύρισε σπίτι του. "Τον βρήκες, άντρα μου, τον Γιάννη;" "Τον εβρήκα, γυναίκα, μα ήταν κρεμασμένος και μου 'πε πως θα μου τα στείλει". Τη νύχτα άκουσαν ένα μεγάλο βουητό. Ήταν μουλάρια και γαδούρια γεμάτα θησαυρό που τα 'στέλνε ο Χριστός. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

(Συλλέχτηκε το 1960 από την Κωνσταντίνα Διασίτου στην Τραγαία Νάξου. Αφηγήτρια η Κατίνα Χωματά, ετών 75)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.