Το βουβαλόδεντρο. 

(Απείρανθος Νάξου. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η αναζήτηση της τύχης")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόυνο ευτυχισμένο που είχε ένα παιδί χαριτωμένο. Αλλά μια ημέρα η μάνα του αρρώστησε και πέθανε. Ο αφέντης του τότε ξαναπαντρεύτηκε, μα η γυναίκα που πήρε ήταν πολύ κακιά. Είχε κι εκείνη δύο παιδιά, ένα αγοράκι κι ένα κοπελουδάκι. Η μητριά του κάθε πρωί το στέλνε στο χωράφι να βόσκει ένα βουβαλάκι και αντίς για φαΐ του 'δώνε ένα κομμάτι πίτα που την ήψηνε στη στάκτη ενώ στα δικά της παιδιά ήδωνε όλα τα καλά του κόσμου.

Το παιδάκι κάθε πρωί που πάενε το βουβαλάκι στη βοσκή ήκλαιε. Μια μέρα εκεί που έκλαιε, το ρώτηξε το βουβαλάκι είντα 'χει και κλαίει κάθε μέρα. "Να", του λέει το παιδάκι, "η μητριά μου μου δίνει αντί για φαΐ ευτό το κομμάτι την πίτα και δεν μπορώ να τη φάω και γι' ευτό κλαίω. Το βουβαλάκι τότε του λέει: "Άκουσε είντα θα σου πω. Εσύ κάθε μέρα θα μου δώνεις το ψωμί να το τρώω κι εγώ θα σ' αφήνω να βυζαίνεις το κερατάκι μου και να πίνεις γάλα. Το παιδί ήκανε κάθε μέρα ό,τι του 'πε το βουβαλάκι και μετά από λίγο καιρό είνηκε τόσο! Η μητριά απορούσε πως ευτό που 'τρωε την παλιόπιτα ήτονε παχύ ενώ τα δικά της που τρώανε όλα τα καλά του κόσμου ήτονε σαν χτικιασμένα. "Εγώ", είπε, "θα το παραφυλάξω να δω και καλά είντα τρώει". Ετσά, άμε και την άλλη μέρα που φύε το παιδί με το βουβαλάκι το παίρνει από πίσω και παραφυλάει. Τότε είδε είντα κάνανε κι ήβαλε στο νου της να σφάξει το δαμαλάκι για να μην πίνει το παιδί γάλα. Κάλεσε λοιπόν τον ιατρό και του λέει: "Άκουσε, θέλω να με βοηθήσεις και δε θα σε αφήσω ετσά". "Και είντα βοήθεια θες τση;" λέει ο ιατρός. "Να, θα κάμω την αρρωστημένη κι άμα και φωνάζουνε να με δεις, θα πεις πως για να γενώ καλά πρέπει να φάω τη σπλήνα ενούς μαύρου βουβολακιού, αλλά γρήγορα-γρήγορα, για θα πεθάνω". Ετσά, εσυφωνήσανε και την άλλη μέρα ήκαμε την αρρωστημένη, εκαλέσανε τον ιατρό κι εκείνος ήκαμε ό,τι το 'πε η μητριά και αποφασίσανε να σφάξουνε το βουβαλάκι. Το παιδί ευρέθηκε εκεί κι ήκουσε είντα λέανε. Με κλάμα τρέχει στο χωράφι που 'τόνε το δαμαλάκι. "Είντα 'χεις και κλαις πάλι;" του λέει. "Είντα να 'χω; ήκουσα πως θα σε σφάξουνε και είντα θα γενώ;" "Μη σε μέλει", του λέει, "θα με καβαλικεύσεις και θα φύομε απ' εδώ. Αλλά άκουσε, στο δρόμο που θα πααίνουμε θα συναντήσεις έναν άνθρωπο μ' ένα βούδι. Εκείνος θα σου πει, "Κάμε στην πάντα να περάσει το βούδι μου!". Κι εσύ θα του πεις, "Κάμε στην πάντα να περάσει το δικό μου!". Εκεί που θα τσακώνεστε θα του πεις, "Βάνουμε τα βούδια μας να παλαίψουν κι όποιου κερδίσει, θα πάρει και το άλλο". Τότε το παιδί καβαλικεύει το δαμαλάκι και μια και δύο φεύγουνε.
Πραγματικά είνηκε όπως του 'πε το δαμαλάκι, συναντήσανε τον άνθρωπο, επαλαίψανε τα βούδια και εκέρδισε το δικό του. Πήρε λοιπόν και το άλλο βούδι κι εσυνέχισε το δρόμο του. Ύστερα από πολλές μέρες φτάσανε σ ένα βασίλειο που το όριζε ένας βασιλιάς πολύ πλούσιος. Είχε και μια θυατέρα πολύ όμορφη που την εζητούσαν όλα τα καλά παλικάρια του κόσμου, αλλά εκείνος εδιαλάλησε πως θα την πάρει όποιος μπορέσει να σκάψει ένα χωράφι μεγάλο, αλλιώς θα κόβει την κεφαλή του. Όλα τα παλικάρια που δοκιμάσανε δεν εμπόρεσαν να σκάψουν κι ετσά με τσι κεφαλές ο βασιλέας είχε κάμει μια πυραμίδα που μόνο η κεφαλή τση έλειπε. Όταν ήκουσε το παιδί τη διαταγή του βασιλιού λέει στο δαμαλάκι: "θα πάω κι εώ να δοκιμάσω".
"Καλά", του λέει το δαμαλάκι, "πάρε με μαζί σου και σάλευγε". Ο κόσμος άμαν είδε το παιδί να θέλει να σκάψει το χωράφι που δεν μπορούσαν να σκάψουν τόσα καλά παλικάρια το λυπήθηκε και θέλησε να το 'μποδίσει. Εκείνο όμως δεν ήκουσε σε κανένα και μπήκε να σκάψει το χωράφι. Το μεσημέρι του 'φέρε φαΐ η βασιλιοπούλα και κρασί. Αλλά μόλις πίνει το κρασί, του κολλά ένας ύπνος κι εκοιμήθηκε βαθιά. Ευτό είνηκε γιατί η βασιλιοπούλα ήβαλε μες στο κρασί υπνωτικό, όπως ήκανε και στους άλλους κι ετσά εκοιμούντανε όλοι ως αργά και δεν επρόφθαιναν να σκάψουν το χωράφι. Άμα το δαμαλάκι είδε το παιδί να κοιμάται, ήνοιξε ένα λακκάκι, εκατούρησε μέσα και ήβρεξε την ορία του και μ' αυτή εράντισε τη μούρη του παιδιού. Εκείνο ήνοιξε τα μάτια του και βλέπει από πάνω του το δαμαλάκι. "Ξύπνα, γλήορα, μαύρε σκύλε", του λέει το δαμαλάκι, "γιατί εβράδιαξε". Εκείνο  εσηκώθηκε αμέσως και ήρχισε το σκάψιμο μάνι-μάνι. Το βράδυ πριν να κάτσει ο ήλιος, το χωράφι ήταν έτοιμο. Ο βασιλιάς λοιπόν του 'δώσε την κόρη του και όλο το βασίλειο του, κι είνηκε βασιλιάς ευτό.
Το δαμαλάκι όμως με τον καιρό εγέρασε και μια μέρα του λέει: "Άκουσε, εγώ πια εγέρασα και θα ψοφήσω. Άμα θα ψοφήσω, να βγάλεις τα κοκαλάκια μου και να τα θάψεις. Τότε θα φυτρώσει ένα δέντρο που θα το λένε βουβαλόδεντρο. θα καλείς λοιπόν όποιον θέλεις και θα τον αρωτάς είντα δέντρο είναι ευτό, αφού πρώτα θα στοιχηματίζεις πως δεν θα μπορεί να το βρει. Ετσά λοιπόν με τα στοιχήματα θα κερδίζεις όλο τον κόσμο". Το δαμαλάκι την άλλη μέρα εψόφησε, του 'βγάλε τα
κοκαλάκια του το παιδί και τα 'θάψε. Ύστερα από λίγο καιρό, εφύτρωσε ένα μεγάλο δέντρο, θεόρατο και φουντωτό. Το παιδί εκάλιε όλους τους αρχοντους και ήβαζε στοίχημα πως κανένας δεν μπορούσε να βρει το όνομα του δέντρου. Όλοι εχάνανε κι ετσά εκέρδιζε όλα τα έχια του κόσμου. Αλλά η γυναίκα του είχε έναν καύκο* που σώνει και καλά ήθελε να μάθει το όνομα του δέντρου κι ετσά να κερδίσει στο στοίχημα και να πάρει το θρόνο, γιατί το παιδί ήβανε στοίχημα το βασίλειο και τη γυναίκα του όποιος θα μπόριε να βρει το όνομα του δέντρου. Λέει λοιπόν της καυκους του: "Άκουσε, να προσπαθήσεις να μάθεις το όνομα του δέντρου και να μου το πεις, που ετσά θα τον εκερδίσω".
Από τότε βάλθηκε ναι και ναι να μάθει το δέντρο. Κάθε μέρα λοιπόν παρακάλιε τον άντρα της να της πει το όνομα του δέντρου αλλά εκείνος δεν της το 'λέγε. Με τα συχνά όμως παρακάλια την ελυπήθηκε γιατί ήκλαιε κάθε φορά που τον παρακαλούσε και του 'λέγε πως δεν την αγαπά, της υποσχέθηκε πως θα τση πει το βράδυ. Εκείνη τότε ήκρυψε τον καύκο της από κάτω απ' το κρεβάτι και το βράδυ είπε στον άντρα τση να τση πει το όνομα, όπως τση είχε υποσχεθεί. Ο άντρας τση τότε της λέει: "Ακουσε, θα σου το πω, αλλά τα μάτια σου κι ευτό να μην το μάθει κανείς γιατί χάνομαι. Το λένε βουβαλόδεντρο", τση λέει σιγά-σιγά. "Βουβαλόδεντρο", λέει εκείνη με όλη τση τη δύναμη να τ' ακούσει ο καύκος. Εκείνος τ' άκουσε και την άλλη μέρα που λέει το παιδί "ποιος θέλει να στοιχηματίσαμε πως δε θα βρει το όνομα του δέντρου; θα στοιχηματίσω το βασίλειο και τη γυναίκα μου". Τότε βγαίνει ο καύκος και του λέει: "Εγώ!" Του 'πε λοιπόν το όνομα του δέντρου κι έτσι το παιδί ήχασε θρόνο και γυναίκα και 'πόμεινε μονάχο εξαιτίας της κακίας της γυναίκας του.

(Απείρανθος Νάξου)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.