H Γοργόνα.

(Τράπεζα Αιγιαλείας Αχαΐας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η νεράιδα" ή "Η αναζήτηση της χαμένης συζύγου")

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια γυναίκα χήρα μ ένα παιδί. Το παιδί ήταν καλό, φιλότιμο και τίμιο, αλλά άτυχο. Σε όποια δουλειά κι αν δούλευε, περισσότερο από μια βδομάδα δεν το κρατούσαν. Η μάνα αναγκαζόταν να δουλεύει για να ζουν και οι δυο. Ώσπου μια φορά το παιδί απελπίστηκε και λέει στη μάνα του:
"Μανούλα, δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η ζωή, να δουλεύεις εσύ κι εγώ να κάθομαι! Δος μου την ευχή σου. θα μπαρκάρω σ' ένα πλοίο και θα δουλέψω".
Βρίσκει έναν καπετάνιο, παίρνει προκαταβολή από το μισθό του για να αφήσει χρήματα στη μάνα του, την αποχαιρετά και φεύγει. Στο πλοίο που τον πήραν δεν τον ήθελαν για δουλειά' τον ήθελαν να τον φάει η Γοργόνα. Όταν έφτασαν στη μέση της θάλασσας λέει ο καπετάνιος στο παιδί: "Πρόσεξε, Γιάννη, εδώ λίγο, γιατί εγώ με τους άλλους ναύτες έχω μια δουλειά στο αμπάρι". "Να πας, καπετάνιο, κι έχω το νου μου".
Μόλις κλείστηκαν όλοι στο αμπάρι, κι έμεινε το παιδί στο κατάστρωμα, σταματάει το πλοίο. Κοιτά το παιδί από δω, κοιτά από κει, δε μπορούσε να καταλάβει γιατί σταμάτησε το πλοίο. "Μα, τι έπαθε; θα μου πει ο καπετάνιος ότι είμαι ανίκανος για δουλειά!" Εκεί 'που σκεπτόταν τι να κάνει, βλέπει μια γυναίκα, που κράταγε με τα δύο της χέρια το πλοίο. "Τι κάνεις εκεί;" την ερωτά. "Α, δεν ξέρεις, αν δε μου ρίξετε έναν άνθρωπο να τον φάω, θα βυθίσω το καράβι κι όσους βρω μέσα, θα τους φάω". "Αχ, καημένη, άμα πέσω κάτω, θα σπάσει η χολή μου" θα πικρίσω και δε θα τρώγουμαι. Ρίξε μου τα μαλλιά σου επάνω, να δεθώ και να πέσω σιγά-σιγά να με φας". Τότε ρίχνει τα μαλλιά της επάνω. Πιάνει αυτός και τα τυλίγει καλά-καλά στο χέρι του και την τραβάει στο κατάστρωμα. Εκεί βλέπει πως ήταν η μισή γυναίκα και η μισή ψάρι! Την αρχίζει αμέσως στο ξύλο. "θα ξαναφάς ανθρώπους από τα πλοία;" "Όχι, άφησε με' δε θα ξαναφάω!" "Ορκίσου ότι 8ε θα ξαναπειράξεις άνθρωπο!" "Μα το γάλα που έφαγα από τη μάνα μου και το γάλα που έδωσα στα παιδιά μου, δε θα ξαναπειράξω άνθρωπο κι άμα ακούω Γιαννάκη, θα κρύβομαι στα κατάβαθα της θάλασσας". Έτσι, της έδωσε μια και την πέταξε στη θάλασσα. Οι άλλοι από το αμπάρι που ακούγανε το χτύπημα: "Α! τον κακομοίρη", λέγανε, "πώς τον κάνει το θηρίο! Τώρα, για να προχωρεί το πλοίο, θα τον έφαγε. Ας ανεβούμε επάνω". Μόλις ανέβηκαν, τον είδαν να βγάζει νερό από τη θάλασσα και να πλένει τα αίματα που είχαν γεμίσει το καράβι. Του λέει ο καπετάνιος: "Τι έγινε, Γιάννη, γιατί σφουγγαρίζεις;" "Αμ, που να στα λέω, καπετάνιε! Μόλις κατεβήκατε στο αμπάρι, σταμάτησε το πλοίο. Κοιτάζω γιατί, και βλέπω μια γυναίκα να το κρατά. Τι κάνεις εκεί; της λέω, δεν το ξέρετε ότι θα βυθίσω το πλοίο αν δε μου ρίξετε έναν άνθρωπο να φάω, μου απάντησεν εκείνη. Τότε της είπα να φάει εμένα. Την κατάφερα και ήλθε στο πλοίο' της έδωσα τόσο ξύλο, που δεν πρόκειται να ξαναπειράξει άνθρωπο!" "Τι λες βρε Γιάννη; τα έβαλες με το θηρίο της θάλασσας;"
Μετά απ' αυτό, συνεννοείται κρυφά από τον Γιάννη με τους άλλους ναύτες. "Αν αυτός τα 'βαλε με τη Γοργόνα, δε θα κοτάμε να του μιλήσουμε, με μια γροθιά του θα μας ξεκάνει. Πρέπει να βρούμε ένα ξερονήσι, να τον στείλουμε να μας φέρει νερό' έτσι θα χαθεί και θα γλιτώσουμε". Μόλις αράξανε στο νησί, λέει ο καπετάνιος: "Παιδιά, δεν έχουμε νερό, ποιος θα πάει να φέρει;" "Καπετάνιο, θα πάω εγώ", λέει ο Γιάννης. "Να μου πείτε που υπάρχει". "Στη μέση του νησιού είναι ένα πηγάδι. Από κει να φέρεις". Παίρνει τις βαρέλες να τις γεμίσει. Βρίσκει το πηγάδι. Με τον πρώτο κουβά που έριξε, βγήκε μια αραπίνα. "Δώσε μου νερό να πιω", του είπε αυτή. "Να γεμίσω πρώτα τις βαρέλες". "Όχι, ή θα μου δώσεις να πιω ή θα σε φάω!" "Τι είπες; να με φας;" Την αρπάζει αμέσως από τα μαλλιά και της δίνει ένα γερό ξύλο. "θα ξαναφάς άνθρωπον;" "Όχι, κι όταν ακούω Γιάννη, θα κρύβομαι στα κατάβαθα της γης!" Κι από τη βιασύνη της να φύγει, της βγήκε το ένα ολόχρυσο πασουμάκι της. Το παίρνει ο Γιάννης και το κρύβει στον κόρφο του. Πήρε τα δοχεία με το νερό και ξεκίνησε. Από μακριά, που τον είδαν να γυρίζει, είπε ο καπετάνιος: "Βρε, αυτός είναι θηρίο! πως θ' απαλλαγούμε από δαύτον; Να βγούμε στο επόμενο νησί' εκεί οπωσδήποτε θα χαθεί". Σε λίγο φτάνει ο Γιάννης. "Γεια σου καπετάνιο!" "Καλώς το Γιάννη! πως τα πέρασες, το βρήκες εύκολα το πήγα- ;' δι;" "Εύκολα το βρήκα, αλλά το τι έπαθα, δε λέγεται". "Τι έπαθες πάλι, Γιάννη;" Και ο Γιάννης διηγήθηκε τι έπαθε στο πηγάδι.
Στο μεταξύ το παιδί έστελνε συχνά χρήματα στη μάνα του κι εκείνη του έστελνε την ευχή της.
Έφυγαν απ' αυτό το μέρος και πήγαν σε άλλο νησί. "Παιδιά, σ' αυτόν τον τόπο που ήλθαμε", λέει ο καπετάνιος, "είναι ένα μάρμαρο' άμα ακουμπήσεις τηγάνι επάνω του, τηγανίζει ό,τι θέλεις. Ποιο παιδί από σας θα πάει τηγανίτες να φάμε;" "Εγώ, καπετάνιο", λέει ο Γιάννης, που ήταν πάντα πρόθυμος και καλός. Παίρνει αλεύρι, λάδι, μέλι και πάει στο μάρμαρο. Με την πρώτη τηγανίτα, που έβγαλε στο πιάτο, βλέπει ένα μαλλιαρό χέρι να την παίρνει. Βγάζει δεύτερη, τα ίδια. Αυτό είχε σκοπό να πάρει όλες τις τηγανίτες και στο τέλος να χαθεί κι ο άνθρωπος! "Για σταμάτα", λέει ο Γιάννης. "Τι γίνεται εδώ; Δε θα μου αφήσεις καμιά;" Βάζει το πιρούνι στο ζεματιστό λάδι, κι εκεί που πάει το χέρι ν' αρπάξει την τηγανίτα, του δίνει μια τρυπησιά με το πιρούνι. Πόνεσε το χέρι κι άφησε την τηγανίτα. Αυτό έγινε δυο, τρεις φορές, ώσπου τελικά, τις άφησε τις τηγανίτες. Όταν τις τηγάνισε όλες και τις μέλωσε, άφησε πέντε-έξι στο μάρμαρο και είπε: "Τώρα που θα φάνε οι ζωντανοί, ας φάνε κι οι πεθαμένοι". Και έφυγε. Από μακριά που τον είδε πάλι ο καπετάνιος να γυρίζει, είπε στους άλλους: "Αυτός τα βάζει με τα θηρία και βγαίνει νικητής! Εμείς τι θα γίνουμε; αν του πούμε καμιά κουβέντα, θα μας σκοτώσει! Στην επόμενη πολιτεία που θα βγούμε, πρέπει να τον ξεμπαρκάρουμε, για να ησυχάσουμε απ' αυτόν". Αλλά και πάλι, πως να τον διώξουν; δεν είχαν κανένα παράπονο!
Μόλις βγήκαν στη νέα πολιτεία, λέει ο καπετάνιος στο Γιάννη: "Γιάννη, να βάλουμε ένα στοίχημα' αν κερδίσεις, θα σου δώσω το μισό εμπόρευμα του πλοίου' αν όμως χάσεις, δε θα πάρεις τίποτε, θα μείνεις εδώ". "Δέχομαι", απαντά ο Γιάννης. "Πες μου όποτε θες. Τι στοίχημα είναι αυτό;" "Αύριο το βράδυ, με μάρτυρες, θα περάσεις από το ένα μέρος της γέφυρας και θα βγεις στο άλλο. Αν περάσεις, κέρδισες. Αν φοβηθείς και δεν περάσεις, το 'χασές το στοίχημα!"
Από αυτήν τη γέφυρα δεν έβγαινε κανείς στο άλλο μέρος. Επήγαν λοιπόν με μάρτυρες. Πέρασε ο Γιάννης στη γέφυρα. Αυτή ήταν στενή και πολύ σκοτεινή. Από κάτω ήταν η θάλασσα. Καθώς έφτασε στη μέση της γέφυρας, ένιωσε δύο χέρια να τον σπρώχνουν προς τα κάτω, για να τον βυθίσουν στη θάλασσα. "Έλα, ευχή της μάνας μου! Τι είναι πάλιν αυτό; Μα θα με πνίξει!" είπε μέσα του και πιάνει δυνατά τα δύο χέρια. Τότε, του 'μειναν στα χέρια πέντε ολόχρυσα βραχιόλια! Έτσι, πέρασε τη γέφυρα, που κανένας δεν την είχε περάσει. Έκρυψε τα βραχιόλια για να μην τα δούνε οι άλλοι. Όταν τον είδε ο καπετάνιος, τα 'χασέ. Δεν το περίμενε ποτέ αυτό. Δεν μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά και του 'δώσε το στοίχημα. Πάντως δεν τον πήρε μαζί του στο πλοίο, τον άφησε σ' αυτήν την πολιτεία. Μόλις πήρε τα χρήματα ο Γιάννης, θυμήθηκε τη μάνα του. Της έστειλε τα μισά. Έζησε ξένιαστη ζωή, ώσπου τα 'σώσε τα λεπτά. Τώρα τι να κάνει, που ήταν άφραγκος; "Έχει ο θεός", σκέφτηκε, "θα πάω σ' ένα χρυσοχόο, να πουλήσω τ' ολόχρυσο πασουμάκι".
Ο χρυσοχόος, μόλις το είδε, θέλησε να το κρατήσει, και να μην του δώσει τίποτε. Συνεννοείται με το βασιλιά ότι τάχα το 'κλέψε από τη βασιλοπούλα. Το παιδί έγινε θηρίο. Λέει σ' αυτούς: "Αφού σας το έχω κλέψει, παρουσιάστε μου το ταίρι του. Σας δίνω προθεσμία μια βδομάδα. Εγώ θα σας παρουσιάσω το ταίρι του κι άλλο ένα ζευγάρι. Αν δε μου παρουσιάσετε το ταίρι του, να χάνετε το χρυσοχοείο όπως είναι και φαίνεται!"
Φεύγει το παιδί και πάει στο πηγάδι. Παρουσιάζεται η αραπίνα. "Τι θες, Γιαννάκη;" του λέει. "θέλω να μου δώσεις το ταίρι του πασουμιού, κι άλλο ένα ζευγάρι, γιατί θα με κρεμάσουν". Δεν πρόφτασε να τελειώσει την κουβέντα του και του τα φέρε. Τη χαιρέτησε κι έφυγε. Γυρίζει στο χρυσοχόο, παρουσία και του βασιλιά. Έτσι κέρδισε το στοίχημα! Πήρε το χρυσοχοείο, όπως ήταν και βρισκόταν. Έστειλε κι άλλα λεπτά στη μάνα του κι άρχισε πάλι τις τρέλες του. Σαν έφαγεν όλα τα χρήματα του χρυσοχοείου, έμεινε πάλι απένταρος. "Ας πάω σε άλλο χρυσοχοείο", σκέφτηκε, "θα πουλήσω τα βραχιόλια, να δω τι θα γίνω". Όπως πήγε, ο χρυσοχόος του είπε.' "Τι ήρθες να μου πουλήσεις της βασιλοπούλας τα βραχιόλια;" Και τον κατάγγειλε στο βασιλιά, για να του τα πάρουνε.
"Βασιλιά μου", του λέγει, "δεν είναι της κόρης σου τα βραχιόλια και με στοίχημα! Εσείς να μου παρουσιάσετε ένα από αυτά κι εγώ άλλα πέντε". Φεύγει και πάει στη γέφυρα. Μόλις έφτασε στα μισά, παρουσιάστηκε μια γυναίκα και του λέγει: "Τι θέλεις, Γιαννάκη;" "θέλω πέντε βραχιόλια, απ' αυτά που σου πήρα, γιατί θα με κρεμάσουνε!" Μόλις του τα έδωσε, την ευχαρίστησε κι έφυγε. Έτσι, κέρδισε κι αυτό το χρυσοχοείο!
Στέλνει πάλιν αρκετά χρήματα στη μάνα του κι αποφάσισε να δουλέψει στο μαγαζί. Μια μέρα, λέει στους υπαλλήλους του: "Παιδιά, σήμερα δεν έχουμε δουλειά' πάρτε το μεροκάματο σας και ξεκουρασθείτε. Εγώ θα πάω για κυνήγι". Όπως ανέβαινε στο βουνό, είδε μερικά σκαλοπάτια που κατέβαιναν στη γη. "Μπα", σκέφτηκε, "τι είναι εδώ; Ας κατέβω κάτω να δω". Και κατέβηκε σαράντα σκαλοπάτια. Έτσι βρέθηκε σ' ένα παλάτι. Άνοιξε ένα δωμάτιο κι είδε πολλά τρόφιμα. Ανοίγει το άλλο, βλέπει λεφτά. Ανοίγει ένα τρίτο, βλέπει ρούχα! Ανοίγει ένα μεγάλο δωμάτιο και βλέπει τέσσερα κρεβάτια. Πάει σ' ένα άλλο και βλέπει μια τραπεζαρία με τέσσερα σερβίτσια πάνω στο τραπέζι. Το φαΐ ήταν σερβιρισμένο κι αχνιστό. "Αχ!", λέει, "κι έχω μια πείνα! θα καθήσω να φάω". Τρώει μια πηρουνιά από κάθε πιάτο και πίνει μια γουλιά από κάθε ποτήρι. Σκέφτηκε, "θα κρυφτώ από κάτω από ένα κρεβάτι, για να δω ποιοι κάθονται εδώ μέσα".
Σε λίγην ώρα ακούει ένα θόρυβο και βλέπει τέσσερα περιστέρια. Τινάχτηκαν κι αμέσως μεταμορφώθηκαν κι έγιναν τέσσερεις πεντάμορφες κοπέλες. Η μια ήταν καλύτερη από την άλλη. Κάθησαν στο τραπέζι να φάνε. Λένε κι οι τέσσερεις με μια φωνή: "Σήμερα το τραπέζι μας κάποιος το πάτησε! Αν είναι ο Γιάννης, χαλάλι του!" Μόλις ακούει η μάνα τα λόγια των άλλων λέει: "Πού τον ξέρετε, κόρες μου, τον Γιάννη;" "Αμ, εσύ, που τον ξέρεις;" αποκρίνονται κι αυτές. Λέει τότε η μάνα τους: "Εγώ, κορίτσια μου, ήμουν στη μέση της θάλασσας κι όποιο πλοίο περνούσε, μου έριχνε έναν άνθρωπο να τον φάω' αλλιώς εβύθιζα το πλοίο κι όσους έβρισκα μέσα τους έτρωγα. Με έκανε όμως ο Γιάννης να μην ξαναπειράξω άνθρωπο!"
"Κι εγώ, μάνα μου", λέει η μεγαλύτερη κόρη, "ήμουν αραπίνα σ' ένα πηγάδι κι έτρωγα τους ανθρώπους. Μ' έκανε όμως ο Γιάννης να μην ξαναφάω άνθρωπο!"
"Κι εγώ", λέει η άλλη, "είχα ένα μάρμαρο, που τηγάνιζε τηγανίτες, κι έτρωγα όσους ανθρώπους ερχόντουσαν εκεί. Έκανα όμως όρκο να μη ξαναπειράξω άνθρωπο!"
Η μικρότερη λέει: "Ήμουνα σε μια γέφυρα, κι όποιος πέρναγε απ' εκεί, τον έπνιγα, αλλά κόντεψα να πνιγώ από τον Γιάννη κι έτσι δεν πρόκειται να ξαναπειράξω άνθρωπο!"
Τότε λέει η μάνα: "Κόρες μου, ας πιούμε στην υγεία του, μας ημέρεψεν, από θηρία που ήμαστε!" Ήπιαν το κρασί τους και είπαν: "Ώρα του καλή κι όπου να 'ναι, γεια του!" Σαν έφαγαν, ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Το απογευματάκι σηκώθηκαν για να φύγουν. Πάει η καθεμιά να φορέσει τη φορεσιά της την περιστερίσια. Προλαβαίνει ο Γιάννης και παίρνει της μικρότερης τη φορεσιά και την καίει. Τότε τον είδαν όλες και λένε: "Α, να ο Γιάννης, εδώ είναι κι εμείς νομίσαμε ότι ήταν μακριά!" "Γιατί Γιάννη", λέει η μικρότερη, "μου έκαψες τη φορεσιά; οι άλλες θα φύγουν κι εγώ θα μείνω εδώ!" "Σε θέλω για γυναίκα μου", απαντά τότε αυτός.
Κι έδωσεν η Γοργόνα την ευχή της. Την πήρε αυτός κι έφυγαν. Πούλησε το χρυσοχοείο και γύρισε στην πατρίδα του. Εκεί στεφανώθηκαν. Ζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα.
 
(Τράπεζα Αιγιαλείας Αχαΐας 1963-1964). 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.