Άτιτλο.

(Γαλαξείδι Φωκίδας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Της κάτω γης ο αφέντης")

Κάποτε ζούσε ένας φτωχός γέρος με τις τρεις κόρες του. Συχνά ο γέρος έβγαινε να μαζέψει χόρτα. Μια μέρα, εκεί που μάζευε χόρτα είδε μια μεγάλη βρούβα. Προσπάθησε να την ξεριζώσει, μα δεν έβγαινε. Εκεί που την κουνούσε, πετάχτηκε μπροστά του ένας αράπης, "θέλεις", είπε ο αράπης στον έκπληκτο γέρο, "να σου δώσω ένα τσουβάλι λίρες και να μου φέρεις την πρώτη κόρη σου;" Το σκέφτηκε ο γέρος και μια και το ποσόν ήταν μεγάλο δέχτηκε. Την άλλη μέρα, ο αράπης του πήγε τις λίρες και ο γέρος παρέδωσε την κόρη του.
Την πήρε ο αράπης και την κατέβασε σε ένα υπέροχο παλάτι με σαράντα δύο δωμάτια. Αφού τη γύρισε να δει όλους τους θησαυρούς του, της είπε:
"'Ολ' αυτά θα γίνουν δικά σου αρκεί να φας αυτήν την ανθρώπινη γλώσσα". Και της έδωσε τη γλώσσα συνεχίζοντας: "Εγώ θα φύγω για τρεις μέρες και, όταν θα ξανάρθω και έχεις φάει τη γλώσσα, θα γίνεις κυρία του παλατιού". Η κοπέλα συμφώνησε κι ο αράπης έφυγε. Αλλά η γλώσσα ήταν σκληρή και η κοπέλα σκέφτηκε: "Δεν την πετάω καλύτερα στα κεραμίδια και, όταν με ρωτήσει αν την έφαγα, του λέω πως ναι". Πράγματι την πέταξε στα κεραμίδια και όταν ο αράπης ήλθε και την ρώτησε τρεις φορές "Την έφαγες τη γλώσσα;" αυτή απήντησε "Ναι". Αλλ' ο αράπης τότε φώναξε δυνατά: "Γλώσσα, γλώσσα που είσαι;" Η γλώσσα απήντησε: "Στα κεραμίδια". Τότε ο αράπης της έκοψε το κεφάλι και την κρέμασε σε ένα δωμάτιο όπου υπήρχαν ήδη κρεμασμένα βασιλόπουλα και πρίγκιπες.
Μετά από λίγες μέρες, ο γέρος πήγε στη βρούβα να ρωτήσει τι κάνει η κόρη του. Τότε ο αράπης του είπε: "Καλά είναι, αλλά ζητάει την αδερφή της. θα σου δώσω ένα τσουβάλι λίρες να μου τη δώσεις κι αυτή". Ο γέρος σκέφτηκε πολύ αυτή τη φορά και τέλος αποφάσισε να δεχτεί. Του πήγε λοιπόν και τη δεύτερη κόρη του. Ο αράπης την πήρε και, αφού τη γύρισε κι αυτή στο παλάτι, της είπε τα ίδια όπως και στην αδερφή της. Όταν ο αράπης έφυγε, η κοπέλα σκέφτηκε, επειδή η γλώσσα ήταν σκληρή, να τη χώσει στο χώμα. Όταν ο αράπης γύρισε και τη ρώτησε αν έφαγε τη γλώσσα, του είπε ναι. Αλλ' ο αράπης ξαναρώτησε: "Γλώσσα, γλώσσα που είσαι;" Και η γλώσσα απήντησε: "Χωμένη στο χώμα". Ο αράπης τότε της έκοψε κι αυτής το κεφάλι και την κρέμασε κοντά στην αδερφή της και τους άλλους.
Μετά από λίγο καιρό, πάλι ο πατέρας των κοριτσιών πήγε να ρωτήσει για τις κόρες του. Ο αράπης του είπε ότι ήταν πολύ ευτυχισμένες αλλά τους έλειπε η παρουσία της μικρότερης αδερφής τους. "θα σου δώσω άλλο ένα τσουβάλι λίρες να μου τη φέρεις κι αυτή", του είπε. Ο γέρος με μεγαλύτερο δισταγμό δέχτηκε και πάλι κι ο αράπης πήρε τη μικρότερη και, αφού της έδειξε και αυτής το παλάτι, της έδωσε τη γλώσσα λέγοντας της τα ίδια πράγματα. Η κοπέλα έκοψε τη γλώσσα κομμάτια μόλις ο αράπης έφυγε και τα έδωσε σε μια γάτα. Όταν ο αράπης γύρισε και τη ρώτησε αν έφαγε τη γλώσσα, αυτή απάντησε ναι. Και όταν ο αράπης ρώτησε: "Γλώσσα, γλώσσα που είσαι;" η γλώσσα απάντησε: "Στην κοιλιά". Ευχαριστημένος ο αράπης της έδωσε σαράντα κλειδιά" κράτησε τα κλειδιά των δύο δωματίων στα οποία είχε στο μεν ένα, τους κρεμασμένους, στο δε άλλο, το αθάνατο νερό, και έφυγε για μακρινό ταξίδι.
Η μικρή, αφού θαύμασε τους θησαυρούς του αράπη, άρχισε να την τρώει η περιέργεια να δει και τα δύο απαγορευμένα δωμάτια και άρχισε να ψάχνει για τα κλειδιά. Κάποια μέρα, εκεί που ξεσκόνιζε ένα καπέλο του αράπη, βρήκε τα δύο κλειδιά μέσα στη φόδρα του καπέλου. Γρήγορα άνοιξε τα δωμάτια και, όταν είδε τους κρεμασμένους, πήρε αθάνατο νερό και τους ράντισε και οι πεθαμένοι αναστήθηκαν, μαζί μ' αυτούς και οι αδερφές της κι ένα βασιλόπουλο που ερωτεύτηκε τη μικρότερη και ζήτησε να την παντρευτεί. Βγήκαν όλοι τότε από το παλάτι του αράπη και, αφού το βασιλόπουλο διέταξε να μεταφερθούν οι θησαυροί του αράπη στο παλάτι του, παντρεύτηκαν μεγαλοπρεπώς.
Όταν ο αράπης γύρισε στο παλάτι του και είδε τους θησαυρούς του να λείπουν μαζί με τα θύματα του, τα κατάλαβε όλα και, αφού μεταμορφώθηκε σε άγιο, πλήρωσε ανθρώπους να μεταφέρουν το κουτί, μέσα στο οποίο μπήκε, στο παλάτι του βασιλόπουλου και της κοπέλας που ήταν βασίλισσα πια. Όταν αυτοί είδαν τον άγιο, ενθουσιάστηκαν και διέταξαν τους υπηρέτες να τον μεταφέρουν στο δωμάτιο τους. Το βραδύ, ενώ το βασιλόπουλο κοιμόταν, η βασίλισσα είδε τα μάτια του αράπη να λάμπουν. Κατάλαβε τότε ποιος ήταν και ότι είχε πάει για να τους σκοτώσει την ώρα που θα κοιμόντουσαν. Αμέσως χτύπησε τα κουδούνια και οι υπηρέτες που ήρθαν σκότωσαν τον κακό αράπη και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

(Η παραλλαγή αυτή συλλέχτηκε από την Ιωάννα Πλαφουντζή στο Γαλαξείδι Φωκίδας)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.