Η πέρδικα και το κοράσο

(Παραλογή από την Κρήτη)

Για να ακούσετε, πατήστε εδώ

Κοράσο δώδεκα χρονώ και χωστοβαρεμένο*
αμοναχό ντου εθέριζε, δεμάθια εκουβαλιούσε.
Έρχετ’ η μέρα του παιδιού, που `θελε να το κάμει,
δραπάνι βάνει αντίς σκαμνί, δεμάτι αντίς για κλίνη.
Κι απήτις και το γέννησε κι εβωλοκόπησέ* ντο
εις την ποδιά τζη το βαλε να πα το καταλύσει*.
Στη στράτα τζη συναπαντά πέρδικα πλουμισμένη:


«Πού πας, μικρή, πού πας, φτωχή, πού πας, δυστυχισμένη;
Εγώ `χω δώδεκα παιδιά και λέω να `χα κι άλλα
κι εσύ `χεις ένα μοναχό και πα να το σκοτώσεις;»
Παίρνει τη ντο παράπονο, στο σπίτι τζη γιαέρνει
και πιάνει και βαφτίζει το και βγάνει το Λευτέρη
κι ετάιζέ ντο ζάχαρη, κουλούρια με το μέλι.
«Φάε και πιε, πουλάκι μου, να γοργομεγαλώσεις,
κι ανέ γενείς και κυνηγός και βγαίνεις στο κυνήγι
ούλα ντά έχνη σκότωνε, κατάλυε ό,τι βρίχνεις,
την πέρδικα τη μπλουμιστή μη ντήνε καταλύσεις,
μα κείνηνά `ναι η μάνα σου κι εγώ `μαι η μητρυγιά σου».

*χωστός = κρυφός, λαθραίος και βαρεμένος = έγκυος, άρα
χωστοβαρεμένο = έγκυος λάθρα, κρυφά
*βωλοκοπώ = σπάω τους σβώλους του χώματος (καθαρίζω από τα χώματα)
*καταλύω (αρχαία ελλ.) = καταστρέφω, σκοτώνω


Πηγή: youtube