Αυτός που έκλεψε τον Ήλιο

Κάποτε που ο Γέροντας ταξίδευε εδώ κι εκεί, έφτασε στην καλύβα του Ήλιου και ο Ήλιος του πρότεινε να μείνει. Ο Γέροντας χάρηκε με την πρόσκληση.
Μια μέρα που το κρέας είχε τελειώσει, είπε ο Ήλιος: «Και! Τι λες Γέροντα; Πάμε να κυνηγήσουμε ελάφια;»
«Καλά τα λες», αποκρίθηκε ο Γέροντας. «Μου αρέσει το ελαφίσιο κρέας.»
Τότε ο Ήλιος πήρε ένα σακούλι κι από μέσα έβγαλε ένα ωραίο ζευγάρι παντελόνια.
Ήταν στολισμένα με αγκάθια σκαντζόχοιρου και πολύχρωμα φτερά. «Αυτά τα παντελόνια είναι για το κυνήγι», είπε ο Ήλιος «κι έχουν μεγάλη δύναμη. Δεν έχω παρά να τα φορέσω και να περπατήσω γύρω από μια συστάδα δέντρων και τα παντελόνια θα βάλουν φωτιά, τα ελάφια θα πεταχτούν κι εγώ θα τους ρίξω».
«Χέι-για!» αναφώνησε ο Γέροντας. «Τι καλά!» Κι έβαλε με το νου του να κάνει δικά του τα παντελόνια αυτά, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο θα σήμαινε κλοπή.
Πήγαν λοιπόν για κυνήγι και μόλις βρέθηκαν στην πρώτη συστάδα ο Ήλιος με τα παντελόνια του της έβαλε φωτιά. Επειδή τα ελάφια με τις λευκές ουρές που πετάχτηκαν ανάμεσα απ’ τις φλόγες ήταν πολλά, ο καθένας τους μπόρεσε και σκότωσε από ένα. Εκείνη τη νύχτα, όταν πήγαν να κοιμηθούν, ο Ήλιος έβγαλε τα παντελόνια του και τ’ άφησε δίπλα του.
Ο Γέροντας είδε που τα ακούμπησε και στα μισά της νύχτας, όταν όλοι κοιμόντουσαν, βούτηξε τα παντελόνια και το ‘βαλε στα πόδια. Ταξίδεψε για ώρες, μέχρι που έφτασε μακριά και όντας κουρασμένος, τα έθεσε για προσκέφαλο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί άκουσε φωνές. Ήταν ο Ήλιος που τον ρωτούσε «Γέροντα, γιατί τα παντελόνια μου βρίσκονται κάτω απ’ το κεφάλι σου;» Κοίταξε γύρω του και είδε πως βρισκόταν στην καλύβα του Ηλίου. Σκέφτηκε πως πρέπει να είχε περιπλανηθεί όλη νύχτα σε κύκλο, πως έτσι χάθηκε κι επέστρεψε στο ίδιο μέρος. Ο Ήλιος του μίλησε για άλλη μια φορά και τον ρώτησε: «Τί δουλειά έχεις εσύ με τα παντελόνια μου;»
«Αχ», απάντησε ο Γέροντας, «δεν μπορούσα να βρω μαξιλάρι κι έτσι έβαλα αυτά  για προσκέφαλο».
Ξανάρθε η νύχτα και για άλλη μια φορά ο Γέροντας έκλεψε τα παντελόνια και το έβαλε στα πόδια. Αυτή τη φορά δεν περπάτησε καθόλου, μόνο έτρεχε κι έτρεχε μέχρι πριν το ξημέρωμα, οπότε ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.
Βλέπετε τι ανόητος ήταν. Δε γνώριζε πως η καλύβα του Ήλιου είναι ολόκληρη η πλάση. Δε γνώριζε πως όσο μακριά κι αν τρέξει, δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα του Ηλίου.
Όταν ήρθε λοιπόν το πρωί, βρέθηκε για άλλη μια φορά στην καλύβα του. Αλλά αυτή τη φορά ο Ήλιος του είπε: «Γέροντα, αφού σ’ αρέσουν τόσο πολύ τα παντελόνια μου, θα σου τα χαρίσω. Κράτησέ τα.» Κι έτσι ο Γέροντας έφυγε καταχαρούμενος.
Μια μέρα που του είχε τελειώσει όλη η τροφή, αποφάσισε να φορέσει τα μαγικά παντελόνια και να βάλει φωτιά σε μια συστάδα βλάστησης. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει ένα από ελάφια που έτρεχε να ξεφύγει, όταν πρόσεξε ότι η φωτιά τον πλησίαζε. Έτρεξε μακριά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά η φωτιά ήταν γρηγορότερη από αυτόν και του έκαιγε τώρα τα πόδια. Τα μπατζάκια του είχαν πάρει φωτιά.
Έφτασε σ’ ένα ποτάμι, πήδηξε στο νερό κι έβγαλε τα παντελόνια όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αυτά κάηκαν, έγιναν στάχτη.
Ίσως αυτό να ήταν δουλειά του Ηλίου, επειδή ο Γέροντας είχε προσπαθήσει να του τα κλέψει.


Πηγή: mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com