Η αδελφική αγάπη

πειρώτικο δημοτικό τραγούδι - παραλογή)


Ανάθεμά τον που το ειπεί: "τ' αδέρφια δεν πονιούνται".
Τ' αδέρφια σκίζουν τα βουνά και δέντρα ξεριζώνουν,
τ' αδέρφια εκυνηγήσανε κ' ενίκησαν τον Χάρο.
Δυο αδέρφια είχαν αδερφή στον κόσμο ξακουσμένη,
τη φθόναγεν η γειτονιά, τη ζήλευεν η χώρα,
τη ζήλεψε κι ο Χάροντας και θέλει να την πάρει.
Στο σπίτι τρέχει και βροντά σαν να 'ταν νοικοκύρης.
- Άνοιξε, κόρη, για να μπω, 'τοιμάσου να σε πάρω,
τι εγώ είμ' ο γιος της μαύρης γης, τς αραχνιασμένης πέτρας.
- Άσε με Χάροντ', άσε με, σήμερα μη με πάρεις,
ταχιά Σαββάτο να λουστώ, την Κυριακή ν' αλλάξω,
και τη Δευτέρα το ταχύ έρχομαι μοναχή μου.
Απ' τα μαλλιά την άρπαξε κι η κόρη κλαίει και σκούζει.
Να και τ' αδέρφια που 'φτασαν ψηλά απ' το κορφοβούνι
τον Χάροντα κυνήγησαν και γλίτωσαν την κόρη.

Πηγή: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας α' Γυμνασίου (ΟΕΔΒ 2002)