Το μαχαίρι της σφαγής, τ’ ακόνι της υπομονής και το κερί τ’ αμάλαχτο

Ήταν ένας πλούσιος οπού είχε μια τσιούπρα, και κάθουνταν και κεντούσε στο παραθύρι. Κι εκεί που κεντούσε, πέρασ’ ένα πουλί και της είπε· «Tι κεντάς και τι χρυσώνεις; άντρα πεθαμένο θα πάρεις». Τότες κλαίγοντας πάει η τσιούπρα στον πατέρα της και του λέει όσα της είπε το πουλί. Κι ο πατέρας της τής είπε: «Πουλί είναι κι ας λαλεί!» Πήγαινε πάλι πολλές φορές το πουλί στο παραθύρι και της ήλεγε τα ίδια, κι η τσιούπρα πήγαινε στον πατέρα και του ήλεγε, όσα του είπε και πρώτα.

Και μια φορά που ήταν με τις συνομήλικές της όξου κι έπαιζε, τις έπιασε μια βροχή, και πήγαν και στάθηκαν αποκάτου στη σκεπή ενούς σπιτιού που ήταν εκεί σιμά, κι εκεί που στέκουνταν, άνοιξ’ η πόρτα κι αυτή μπήκε μέσα, και πάλι έκλεισ’ η πόρτα μοναχή της. Κι εκεί που κάθουνταν μοναχή της, περβατούσε τους οντάδες με την αράδα, κι εκεί σ’ έναν οντά ήβρ’ ένα βασιλόπουλο πεθαμένο, κι είχε ένα χαρτί στο χέρι του γραμμένο, και το ανάγνωσε κι είδε, που έγραφε: «Όποιος έρθει δω και καθίσει και μείνει τρεις εβδομάδες, τρεις μέρες και τρεις ώρες χωρίς να κοιμηθεί, εγώ θα σηκωθώ· κι αν είναι άντρας, θα τον κάνω βεζίρη μου, κι αν είναι γυναίκα, θα την πάρω γυναίκα μου». Τότες αυτή σαν ανάγνωσ’ έτσι, έκατσε τρεις εβδομάδες και τρεις μέρες χωρίς να κοιμηθεί κι ύστερα είδε αποκάτου μια γύφτισσα, και την ανέβασε απ’ το παραθύρι και της είπε: «Kάτσε εδώ δυο ώρες, κι εγώ να κοιμηθώ, κι ύστερ’ από δυο ώρες να με ξυπνήσεις. ―Καλά, της είπε η γύφτισσα». Και κείνη έπεσε να κοιμηθεί, κι η γύφτισσα δεν την ξύπνησε, μόν’ έκατσε και τις τρεις ώρες μοναχή της. Κι ύστερα ξύπνησε το βασιλόπουλο κι είπε της γύφτισσας: «Eσύ ’σαι η γυναίκα μου». Τότες του είπ’ η γύφτισσα: «Πάρε κείνη, που κοιμάται, και βάλ’ την να βόσκει τις χήνες». Κι αυτός την πήρε και την έβαλε κι έβοσκε τις χήνες. Μια μέρα του ήρθε μήνυμα, να πηγαίνει να πολεμήσει, και φώναξε τη γυναίκα του και της είπε, τι χρειάζεται να της φέρει. Και κείνη του είπε, να της φέρει μια φορεσιά χρυσή. Φώναξε και τη χηνοβοσκού και την ρώτησε: «Xρειάζεσαι τίποτε να σου φέρω, σα γυρίσω;» Και κείνη του είπε: «Θέλω να μου φέρεις το μαχαίρι της σφαγής, τ’ ακόνι της υπομονής και το κερί τ’ αμάλαχτο· ει δε μη, να μην κινήσει τ’ άλογο σου!» Τότες κίνησε και πήγε στον πόλεμο, κι ενίκησε τους οχτρούς, κι όντας γύρισε, πήρε της γυναίκας του τη χρυσή φορεσιά· της χηνοβοσκούς κείνα, που του είπε, αλησμόνησε να τα πάρει. Κι όντας πήγε να κινήσει, δεν ήθελε τ’ άλογό του να κινήσει. Τότες κάθουνταν και συλλογιούνταν. Ύστερα στοχάστηκε κείνα, που είχε τάξει της χηνοβοσκούς, και πήγε στο παζάρι ρωτώντας, και τα ’βρε σ’ ένα αργαστήρι, και τ’ αγόρασε. Και κείνος ο πραματευτής τού είπε: «Tίνος τα παίρνεις αυτά; ―Της δούλας μου, είπ’ ο βασιλιάς. ―Όντας της τα δώκεις, να δεις τι θα κάμει», του είπε. Κι ο βασιλιάς τα πήρε και πήγε στην πατρίδα του, κι όντας πήγε, τον ρώτησε η γυναίκα του: «Mου έφερες εκείνο, που σου είπα; ―Το ήφερα», της είπ’ ο βασιλιάς και της έδωκε τη χρυσή φορεσιά. Έδωκε και της χηνοβοσκούς το μαχαίρι, το ακόνι και το κερί· κι αυτή τα πήρε και πήγε στο καλύβι της, και κλείστηκε μέσα κι έβαλε τ’ ακόνι της υπομονής καταγής, κι απάνου σ’ αυτό έστησε το μαχαίρι της σφαγής, κι άναψε και το κερί το αμάλαχτο, και το έστησε κι αυτό κοντά στο μαχαίρι. Κι ο βασιλιάς την πήρε από κοντά, και πήγε και παραμόνευε να ιδεί τι θα κάμει. Κι αυτή άρχισε κι έλεγε: «Tι κάθεσαι μαχαίρι της σφαγής; δε σηκώνεσαι να κόψεις το λαιμό μου;» Τότες σηκώθηκε το μαχαίρι να της κόψει το λαιμό, και τ’ ακόνι της υπομονής τράβησε πίσω, κι όντας σηκώνουνταν το μαχαίρι, εσβηόταν το κερί το αμάλαχτο. «Εγώ ήμουν αρχοντοπούλα, κι όντας εκεντούσα, έρχουνταν ένα πουλί και μου ήλεγε· τι κεντάς και τι χρυσώνεις; άντρα πεθαμένο θα πάρεις· και δεν το πίστευα· τι κάθεσαι μαχαίρι; δε σηκώνεσαι να κόψεις το λαιμό μου; –τότες σηκώθηκε το μαχαίρι, και τ’ ακόνι το τράβησε πίσω– Kαι μια φορά που έπαιζα με τις συνομήλικές μου, μας έπιασε μια βροχή, και στάθηκα στην πόρτα τούτου του σαραγιού, όσο να περάσ’ η βροχή· τι κάθεσαι μαχαίρι της σφαγής, και δε σηκώνεσαι να κόψεις το λαιμό μου; –τότες σηκώθηκε το μαχαίρι απανωθιό της, και τ’ ακόνι το τράβησε πίσω– Kι άνοιξ’ η πόρτα και με τράβησε μέσα, και περβάτησα όλους τους οντάδες και πήγα και στον οντά του βασιλόπουλου, κι είδα το χαρτί, που είχε στο χέρι του, και το ανάγνωσα· τι κάθεσαι, μαχαίρι της σφαγής, και δε σηκώνεσαι να κόψεις το κεφάλι μου; –και σηκώθηκε απανωθιό της, και τ’ ακόνι της υπομονής το τράβησε πίσω– Kι έκατσα τρεις εβδομάδες και τρεις μέρες χωρίς να κοιμηθώ, κι ύστερα πέρασ’ η γύφτισσα που έχει αυτός γυναίκα, αποκάτου απ’ το παραθύρι, και την ανέβασα πάνω και της είπα, να κάτσει να φυλάξει δυο ώρες, κι αυτή έκατσε τρεις ώρες, και δε με ξύπνησε, και πήρ’ αυτή γυναίκα το βασιλόπουλο, και μένα μ’ έκανε χηνοβοσκού· πώς το υποφέρνεις, μαχαίρι της σφαγής, εγώ να κάτσω τρεις εβδομάδες άυπνη και να είμαι χηνοβοσκού τώρα, κι αυτή η γύφτισσα να κάτσει τρεις ώρες και να γίνει αυτή βασιλοπούλα; Aκόμα στέκεσαι, μαχαίρι;» Τότες σηκώθηκε το μαχαίρι της σφαγής απανωθιό της ψηλά πολύ, τ’ ακόνι της υπομονής δε μπόρεσε να το φτάκει, μόνο το κερί σβήστηκε ντίπου. Τότες το βασιλόπουλο, που τ’ άκουε, έκλαψε, ετσάκισε την πόρτα κι εμπήκε μέσα, κι άρπαξε το μαχαίρι, που πήγαινε απανωθιό τής αρχοντοπούλας, και την πήρε και την έκανε γυναίκα του, και τη γύφτισσα την έκανε χηνοβοσκού.

Πηγή: http://www.snhell.gr (από το βιβλίο: Παραμύθια του λαού μας, Eρμής, 1998)