Του Αράπη ο γιος

(Κρήτη)

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε μια χήρα γυναίκα που είχε έναν μικρό σε ηλικία γιο. Δυσκολευόταν να τα βγάζουν πέρα, γιατί ήταν πολύ φτωχοί. Καθώς μεγάλωσε το παιδί, η μητέρα του τον έβαλε να ψάξει δουλειά για να την βοηθήσει. Αλλά την περίοδο εκείνη δουλειές πολλές δεν βρισκόταν, οπότε τα πράγματα χειροτέρευαν και κάποιες φορές δεν είχαν ούτε για να φάνε. Μια μέρα, ο γιος είπε στην μητέρα του:

- Μητέρα, θα πάρω αυτό το σακί και θα τραβήξω στην εξοχή να βρω ότι μπορέσω για να φάμε, γιατί έτσι που μας βλέπω, θα πεθάνουμε από την πείνα.
- Πήγαινε παιδί μου, με την ευχή την δική μου και του Θεού.
Παρόλο που περπάτησε όλη μέρα δεν βρήκε τίποτα για να φάνε. Τόσο μεγάλη ήταν η ανομβρία που δεν είχαν φυτρώσει ούτε χόρτα στην εξοχή. Επέστρεφε απελπισμένος σπίτι, όταν βρέθηκε μπροστά από ένα περιβόλι περιφραγμένο από ψηλούς πασσάλους, έτσι που ούτε μπορούσε να διακρίνει τίποτε εκεί μέσα, ούτε να μπει. Στην δύσκολη αυτή στιγμή, σκάλωσε ανάμεσα στους πασσάλους και βρέθηκε  σε ένα περιβόλι με άφθονα και δροσερά  λαχανικά. Γέμισε το σακί του πολύ γρήγορα, αλλά πριν προλάβει να πηδήξει, παρουσιάστηκε ένας Αράπης δυο μέτρα και του είπε: 
- Με ποιο δικαίωμα μπήκες στο περιβόλι και έκλεψες τα λαχανικά μου; Δεν θα μου ξεφύγεις, θα σε φάω γιατί φαίνεσαι καλό μεζεδάκι. 
Το παιδί δεν τα έχασε: 
- Έχεις μεγάλο δίκιο, Αράπη μου, δεν έπρεπε να το κάνω αυτό. Δεν είχα την άδεια σου να πάρω τα λαχανικά. Αλλά αιτία είναι η φτώχεια μου. Η μάνα μου κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα, γι ‘αυτό έπρεπε να βρω κάτι να φάμε. Είμαι στη διάθεσή σου και μπορείς να με κάμεις ό,τι θέλεις. 
- Μπράβο μικρέ. Βλέπω αναγνωρίζεις το σφάλμα σου κι αφού μου εξήγησες ότι το έκανες για την μητέρα σου, σε συγχωρώ. Πολύ μου αρέσεις και θέλω να σε κάνω δικό μου παιδί. 
- Άμα γίνω εγώ παιδί σου, η μητέρα μου τι θα απογίνει; Θα πεθάνει από την στεναχώρια της και την πείνα. Αυτό θα ήταν δίκαιο; 
- Εγώ θα σου δώσω να πας στην μάνα σου τόσο χρυσάφι, όσο χρειάζεται για ολόκληρη την ζωή της. Δέχεσαι; 
- Δέχομαι ασφαλώς, απάντησε το παιδί. 
- Πρόσεξε μικρέ να τηρήσεις την συμφωνία μας, γιατί διαφορετικά όπου και να πας θα σε βρω και θα σε τιμωρήσω. 
Το παιδί άδειασε τότε τα λάχανα, πήρε το τσουβάλι και ακολούθησε τον Αράπη στο θησαυροφυλάκιο του. Τα έχασε από το θέαμα που αντίκρισε. Έβαλε στο σακί του, όσο χρυσάφι μπορούσε να σηκώσει και έφυγε στην μαμά του με την υπόσχεση να γυρίσει στο παλάτι του Αράπη. Μόλις τον είδε η μητέρα του, έτρεξε να τον αγκαλιάσει με κλάματα στα μάτια: 
- Γιε μου, που ήσουν δυο μέρες τώρα και κόντεψα να τρελαθώ από την αγωνία μου; 
Το παιδί τα διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί στην μητέρα του. Η μητέρα του λυπήθηκε, αλλά δεν μπόρεσε να εμποδίσει τον γιο της. Δεν μπορούσε να αθετήσει την συμφωνία που είχε κάνει με τον Αράπη. Αποχαιρέτησε την μητέρα του, πήρε την ευχή της και χωρίστηκαν για πάντα.
Το παιδί έφτασε στο παλάτι του Αράπη και μόλις χτύπησε την πόρτα, ο Αράπης εμφανίστηκε αμέσως μπροστά του και του είπε: 
- Καλώς τον γιο μου! 
- Καλώς σε βρήκα πατέρα! 
- Ευτυχώς που με είπες πατέρα, γιατί αλλιώς θα σου έδινα ένα γερό ξύλο. 
- Ευτυχώς που με είπες και εσύ γιο σου, γιατί αλλιώς θα το έβαζα στα πόδια να φύγω. 
- Μου αρέσει που είσαι θαρραλέος. Έλα κάθισε να φάμε, να σου πω κάποια πράγματα που πρέπει να ξέρεις. Κοίταξε εκείνο το σπαθί στον τοίχο, μαζί με την εξάρτησή του και το φέσι. Δίχως το φέσι, το σπαθί δεν έχει καμία αξία. Δες να καταλάβεις! 
Σηκώνεται ο Αράπης και ζώνεται το σπαθί με την εξάρτησή του. Βάζει το φέσι στην συνέχεια και εξαφανίζεται. 
- Πού είσαι; 
- Είμαι μπροστά σου, ακούστηκε η φωνή του Αράπη. Έβγαλε το φέσι και εμφανίστηκε ξανά. 
- Βλέπεις ότι με αυτό το φέσι γίνεσαι αόρατος. Έτσι μπορείς να νικήσεις και τον πιο μεγάλο αντίπαλο, γιατί θα χτυπάς εσύ κι αυτός δεν θα βλέπει μπροστά του κανέναν για να τον αντικρούσει! Εγώ ξέρω ότι θα πεθάνω σύντομα. Θα με θάψεις στο μνημείο που έχω δίπλα στο παλάτι. Αν δεν με κλάψεις σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, δεν θα μπορέσω να ησυχάσω και θα κινδυνεύεις συνέχεια από μένα. 
Πράγματι έτσι κι έγινε. Ο θετός του γιος κληρονόμησε όλα τα καλά του, αφού τον έκλαψε σαράντα μερόνυχτα, όπως του είχε πει. Γύρισε, μια μέρα, από το μνημείο πεινασμένος. Χτύπησε τα χέρια του, όπως έκανε ο Αράπης και παρουσιάστηκε μπροστά του μια κοπέλα και του είπε: 
- Είμαι σκλάβα σου, στις διαταγές σου, τι επιθυμείς; 
- Πεινάω πολύ. Τι έχει η κουζίνα; 
- Έχει απ’ όλα. Ακόμα και γλώσσες! 
- Φέρε λοιπόν από όλα! 
Το τραπέζι μπροστά του γέμισε με πλούσια φαγητά, ανάμεσα σε αυτά και μια γλώσσα, την οποία επέλεξε να φάει τελευταία. Μόλις πήγε να την φάει, γλίστρησε από τα χέρια του κι έπεσε κάτω. Σκύβει να την φάει, αλλά άνοιξε στην γη ένας λάκκος. Πήγε να την πάρει και μπήκε μέσα στο λάκκο, ο οποίος όλο και βάθαινε. Τότε ακούει μια φωνή και του λέει: 
- Άδικα με κυνηγάς. Δεν είμαι η γλώσσα για να με φας, αλλά η Χρυσή Κοπέλα και μένω στα Χρυσά Ξύλα. Έλα να με βρεις και να με πάρεις γυναίκα σου. Εγώ θα σε περιμένω. 
Ο γιος του Αράπη αναστατώθηκε τόσο πολύ από αυτά που άκουσε και αποφάσισε να βρει την Χρυσή Κοπέλα για να την κάνει δική του. Την επόμενη κιόλας ημέρα, ζώστηκε το μαγικό σπαθί, πήρε το μαγικό φέσι και κατέβηκε στο στάβλο να σελώσει το φτερωτό άλογο του Αράπη. Το καβάλησε και το άλογο πέταξε ψηλά με προορισμό τα Χρυσά Ξύλα. Ενώ ταξίδευε συνάντησε έναν άλλο καβαλάρη σε φτερωτό άλογο και τον ρώτησε: 
- Ποιος είσαι; 
- Είμαι του Αέρα ο γιος. 
- Κι εγώ είμαι του Αράπη ο γιος. Θέλεις να γίνουμε αδέλφια; 
- Θέλω ευχαρίστως, απάντησε του Αέρα ο γιος. 
Πλησίασαν τότε, έκαναν μια μικρή πληγή με το μαχαίρι στο δάχτυλό τους και τα ένωσαν. Φιληθήκανε και σφίξανε τα χέρια αδελφικά. Ύστερα από κάμποσες ώρες ταξίδι με τα φτερωτά τους άλογα, συνάντησαν κι έναν άλλο καβαλάρη σε φτερωτό άλογο. Τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν ποιος είναι. 
- Είμαι της Γης ο γιος. 
Του εξήγησαν ότι είχαν αδελφωθεί και δέχτηκε να γίνει κι αυτός αδελφός τους. Έτσι έγινε πάλι η τελετή της αδερφοσύνης και συνέχισαν τρεις πλέον το ταξίδι. Την επομένη, αντάμωσαν έναν ακόμη καβαλάρη σε φτερωτό άλογο. Αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και δόθηκαν εξηγήσεις.
- Εγώ είμαι της Θάλασσας ο γιος και δέχομαι να γίνω αδελφός σας.
Χάραξαν πάλι τα δάχτυλά τους και έγιναν οι τέσσερις αδέλφια και συνοδοιπόροι στο ταξίδι. Επειδή όμως το ταξίδι ήταν μακρινό, αποφάσισαν να σταματήσουν στην πρώτη πόλη που θα συναντήσουν για να ξεκουραστούν. Εκεί που κατέβηκαν βρήκαν ένα σημείωμα που έγραφε “Στην αριστερή πτέρυγα του παλατιού κατοικεί η μια κόρη του βασιλιά. Κάθε μέρα καταλεί σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια. Όποιος ανακαλύψει που καταλεί αυτά τα παπούτσια θα πάρει τον θρόνο που θα του παραχωρήσει ο βασιλιάς και την άλλη του κόρη ως γυναίκα του. Όποιος αποτύχει του κόβουν το κεφάλι”. Μόλις το διάβασαν λέει του Αράπη ο γιος στους άλλους: 
- Τι λέτε αδέλφια να παρουσιαστώ στον βασιλιά και να επιχειρήσω να βρω που καταλεί η κόρη του τα παπούτσια; 
Τα αδέλφια του προσπάθησαν να τον αποθαρρύνουν, αλλά του Αράπη ο γιος, τους έπεισε ότι είναι σίγουρος για την επιτυχία του. Έτσι πήγε στον βασιλιά, ο οποίος τον πήγε στα διαμερίσματα της κόρης του και της τον παρουσίασε ως τον άνθρωπο που θα έλυνε το μυστήριο που έκρυβε. Η νέα κοίταξε τον γιο του Αράπη και του είπε ειρωνικά: 
- Καημένε πόσο λυπούμαι να χάσεις τα όμορφα νιάτα σου. Αύριο ο βασιλιάς θα σου κόψει το κεφάλι, όπως έχει κάνει και σε τόσους ανόητους  σαν κι εσένα. 
- Άφησε τις ειρωνείες και σκέψου για το δικό σου κεφάλι. Δεν μπορείς να είσαι βέβαιη ποιος θα δικάζεται αύριο. 
Ο βασιλιάς τους άφησε μόνους και έφυγε στα διαμερίσματά του. Τότε η βασιλοπούλα πρόσφερε στον νέο ένα ποτό. Εκείνος το έχυσε διακριτικά μέσα από το σακάκι του στο στήθος του, γιατί κατάλαβε πως θα είχε μέσα υπνωτικό. Κάθισε έπειτα σε μια πολυθρόνα και καμώθηκε πως τον έπαιρνε ο ύπνος, πως προσπαθούσε να αντισταθεί στην νύστα του και η βασιλοπούλα γελούσε περιπαιχτικά.  Σε λίγη ώρα έκανε πως ροχάλιζε. Είδε τότε την βασιλοπούλα να κατεβάζει από ένα ράφι έναν καθρέφτη. Έπιασε ένα πανί και τον έτριψε δυο φορές. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα εμφανίστηκε ο πατέρας του. Έπειτα την είδε να κατεβάζει ένα πανέρι με 12 μήλα. Έδινε ένα μπάτσο στο καθένα και από κάθε ένα έβγαινε ένα αραπάκι. Ο Αράπης φορτώθηκε τα σαράντα ζεύγη και είπε:
- Πάμε τώρα. Αρκετά καθυστερήσαμε.
Αμέσως αφού βγήκαν έξω ο νέος έβαλε το φέσι, έγινε αόρατος και τους πήρε από πίσω. Περπατούσαν με μεγάλη ταχύτητα και κάθε τόσο σταματούσαν να αλλάξουνε παπούτσια. Ο νέος έγραφε σε ένα σημειωματάριο τα μέρη που πηγαίνανε. Όταν γύρισαν στο παλάτι, είχε ξημερώσει. Όλα τα παπούτσια τα είχαν καταλύσει. Ο νέος τους πρόλαβε, αφού ήταν αόρατος και μπήκε πρώτος. Έβγαλε το φέσι και το έκρυψε μέσα στο πουκάμισό του και κάθισε στην πολυθρόνα. Γέλασε η κόρη του βασιλιά σαν τον αντάμωσε στην ίδια θέση να κοιμάται. Σκούπισε το πρόσωπο του Αράπη τρεις φορές και έτσι ξανάγινε καθρέφτης και τον έβαλε πάνω στο ράφι. Έδωσε και ένα μπάτσο σε κάθε αραπάκι και μετατράπηκαν πάλι σε μήλα, τα οποία έβαλε σε πανέρι. Ειδοποίησε τον πατέρα της να έρθει να πάρει τον ανόητο νέο για να του κόψει το κεφάλι. Ο νέος όμως σηκώνεται και ακολουθεί τις κινήσεις της κόρης του βασιλιά, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν ο Αράπης και τα αραπάκια. Τότε με περηφάνια είπε στον βασιλιά: 
- Με αυτήν την παρέα γυρίζει η κόρη σου όλη νύχτα. Εδώ έχω γραμμένα όλα τα μέρη που πηγαίνουν. Γύρισαν σχεδόν όλη την Ευρώπη και την Ασία. 
Ο βασιλιάς έδωσε εντολή να τους κρεμάσουν όλους, μαζί και την κόρη του που προσέβαλε τον τόπο της και την τιμή του λαού της. Ο βασιλιάς κάλεσε τον γιο του Αράπη για να τον ευχαριστήσει και να πραγματοποιήσει την συμφωνία τους, να του δώσει το βασίλειο και την άλλη του κόρη. Ο Γιος του Αράπη τον ευχαρίστησε, αλλά του είπε ότι ήταν ήδη παντρεμένος. Ωστόσο είχε για αδελφό, τον γιο του Αέρα, γενναίος και πολύ καλό νέος επίσης. Εκείνος μπορούσε να παντρευτεί την κόρη του. Έτσι έγινε ένας μεγάλος γάμος και όλος ο λαός γλέντησε μαζί τους. Καθώς τα αδέλφια αποχαιρετιόνταν, ο γιος του Αράπη είπε στον παντρεμένο πλέον αδελφό του: 
- Αδελφέ μου, θα συνεχίσω τώρα το ταξίδι για τα Χρυσά Ξύλα. Σου δίνω αυτό το χρυσό τραπεζάκι με τούτο το ραβδί πάνω. Άμα ακούσεις να χτυπάει το ραβδί τρεις φορές, σημαίνει πως κινδυνεύω και να τρέξεις να με βοηθήσεις αμέσως. 
Τα τρία αδέλφια ταξίδεψαν μερικές μέρες και αποφάσισαν να σταματήσουν στην πρώτη χώρα που θα συναντήσουν για να ξεκουραστούν. Στην πολιτεία που κατέβηκαν είδαν ένα σημείωμα που έλεγε ότι ένα μέρος του παλατιού είναι στοιχειωμένο και γίνονται τρομαχτικά πράγματα μετά τα μεσάνυχτα. Όποιος κατορθώσει να βγει σώος ένα βράδυ από εκεί, θα πάρει την κόρη του βασιλιά για γυναίκα του και πολλά δώρα για τους δικούς του. Τότε παρουσιάζεται του Αράπη ο γιος  για να το αναλάβει παρά την προσπάθεια του βασιλιά να τον μεταπείσει. 
- Εγώ θα πάω και δεν φοβούμαι. Μόνο σε παρακαλώ να μου δώσεις μια μπουκάλα ρακή και μια σακούλα καρύδια, να τρώγω και να πίνω, να μην με πάρει ο ύπνος μέχρι να έρθουν τα στοιχειά. 
Έτσι κι έγινε. Κατά τα μεσάνυχτα ακούστηκε βοή μεγάλη κι έγινε ένας τρομαχτικός σεισμός. Αυτός παρόλο που η καρέκλα κόντεψε να πέσει εξακολούθησε να πίνει ατάραχος. Έπειτα βλέπει στην κορυφή του πύργου να παρουσιάζονται δυο πόδια και ακούει μια φωνή που φώναζε ”Πέφτω, πέφτω, πέφτω…”. 
- Πέσε, αλλά πρόσεξε να μην πέσεις επάνω στην μπουκάλα με την ρακή και σπάσει. 
Τότε πέφτουν τα δύο πόδια μπροστά του. Αυτός τα παίρνει και τα ακουμπά σε ένα τοίχο όρθια. Κάθεται πάλι και συνεχίζει να τρώει και να πίνει. Με τον ίδιο τρόπο έπεσε μπροστά του και ένα σώμα χωρίς κεφάλι και χωρίς χέρια και ο νέος το βάζει πάνω στα πόδια, στον τοίχο. Μετά από λίγο πέφτουν πάνω στο τραπέζι με τα ίδια πάλι λόγια τα χέρια και το κεφάλι, τα οποία τοποθετούνται πάνω στα υπόλοιπα μέλη. Αφού ήπιε μερικές  ρακές  ξάπλωσε και κοιμήθηκε βαθιά. Το πρωί πήγε ο βασιλιάς με την συνοδεία του να θάψει τον νέο, αφού ήταν σίγουρος ότι θα τον έβρισκε νεκρό. Από τους θορύβους που έκαναν για να μπούνε, ξύπνησαν του Αράπη τον γιο, ο οποίος φώναξε νευριασμένος: 
- Τέλος πάντων, δεν μπορώ ούτε μια ώρα να κοιμηθώ ήσυχα; 
Ο βασιλιάς και οι συνοδοί του έτρεξαν τρομαγμένοι να φύγουν γιατί νόμιζαν ότι τους μιλούσε το φάντασμα. Ο γιος του Αράπη τους καθησύχασε και τους είπε να πάνε να θάψουν το πραγματικό φάντασμα που βρίσκεται στον πύργο.  Ο βασιλιάς τον συγχάρηκε για το θάρρος του και του πρότεινε να πάρει την κόρη του για γυναίκα του. Ο γιος του Αράπη του αντιπρότεινε να την δώσει στον αδελφό του, τον γιο της Γης, γιατί αυτός ήταν ήδη παντρεμένος. Ο βασιλιάς συμφώνησε κι έγιναν οι γάμοι. Μα πριν προλάβει να γίνει ο αποχωρισμός, έδωσε στον αδερφό του μια χρυσή μπουκάλα κι ένα χρυσό τραπεζάκι και του είπε: 
- Αδελφέ μου, εγώ θα συνεχίσω το ταξίδι μου  για τα Χρυσά Ξύλα. Άμα δεις να κοχλάζει η ρακή που έχει μέσα, να ξέρεις ότι κινδυνεύω και χρειάζομαι εγκαίρως την βοήθειά σου. 
Έφυγε έπειτα με τον γιο της Θάλασσας και συνέχισαν τις επόμενες μέρες το ταξίδι τους παρέα. Σταμάτησαν για ακόμα μια φορά σε μια πολιτεία να ξεκουραστούν. Εκεί διάβασαν σε μια επιγραφή ότι σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων έξω από πόλη βρίσκεται μια πηγή που προσφέρει  νερό στην περιοχή. Εκεί όμως βρίσκεται και ένα μεγάλο θηρίο που άλλαξε την πορεία του νερού και για να τους δώσει πίσω την πηγή,  χρειάζεται να του πηγαίνουν κάθε μέρα έναν άνθρωπο για γεύμα. Αν βρισκόταν κάποιος θαρραλέος να το σκοτώσει και ήταν νέος θα έπαιρνε τον θρόνο και την μοναχοκόρη του βασιλιά. Αν ήταν γέρος, θα κέρδιζε χρυσάφι και αξιώματα. Του Αράπη ο γιος προσφέρθηκε να αντιμετωπίσει το θεριό παρά τον μεγάλο κίνδυνο που του τόνιζε ο βασιλιάς. Ανέβηκε στο βουνό και έφτασε στην σπηλιά, όπου ήταν και η πηγή. Φώναξε: 
- Έβγα έξω θεριό να μονομαχήσουμε. Αλλιώς θα πιστέψω ότι είσαι δειλό. 
Το θεριό βόγκηξε τόσο δυνατά που σείστηκε ο τόπος. Όρμησε έξω να τον κατασπαράξει με τα κοφτερά  δόντια και νύχια. Του Αράπη ο γιος φόρεσε το φέσι και έγινε αόρατος. Το θηρίο με την ταχύτητα που επιχείρησε να επιτεθεί, έπεσε στο κενό. Για σιγουριά όμως ο νέος τον κάρφωσε τρεις φορές στο στήθος με το σπαθί. Γύρισε το νερό προς την πολιτεία και ξεκίνησε να επιστρέψει στο βασίλειο. Όλο το βασίλειο και ο λαός είδε το νερό να έρχεται προς το μέρος του και υποδέχτηκαν με θερμό ενθουσιασμό και τιμές του Αράπη τον γιο. Στο παλάτι δήλωσε ότι είναι ήδη παντρεμένος αλλά ο αδερφός του είναι ελεύθερος για παντρειά. Έτσι ο γιος της Θάλασσας παντρεύτηκε με πανηγυρισμούς και μεγάλο γλέντι την κόρη του βασιλιά. Πριν φύγει  είπε στον αδερφό του: 
- Αδερφέ μου, σου αφήνω αυτό το χρυσό τραπεζάκι με την νταμουτζάνα που έχει μέσα καθαρό νερό. Άμα δεις να κοκκινίζει, σημαίνει ότι βρίσκομαι σε κίνδυνο και να έρθεις χωρίς καθυστέρηση να με βοηθήσεις. 
Πήρε το φτερωτό άλογο και ταξίδευε μέρες για να φτάσει στον αρχικό του προορισμό, τα Χρυσά Ξύλα. Εκεί πήγε σε ξενοδοχείο και άρχισε να αναζητάει την Χρυσή Κοπέλα. Μετά από λίγο καιρό έμαθε ότι ήταν αιχμάλωτη στο παλάτι του βασιλιά. Αυτή προσπαθούσε με διάφορες δικαιολογίες να αποφύγει τον γάμο με τον βασιλιά, γιατί περίμενε του Αράπη τον γιο. Το παλικάρι πλήρωσε με πολύ χρυσάφι έναν δούλο του παλατιού για να της δώσει μήνυμα ότι έχει φτάσει και θέλει να την κλέψει. Η κοπέλα πέταξε από την χαρά της για τον ερχομό του αγαπημένου της. Αμέσως δήλωσε στον βασιλιά ότι είναι η ώρα να τον παντρευτεί, αφού της κάμει τρία θελήματα: 
- Θέλω να μου κάνεις μια χρυσή κλώσα με δώδεκα χρυσά πουλάκια. Η κλώσα να κράζει με κλου, κλου και τα χρυσά πουλάκια να κάνουν πι, πι, πι. Αυτό είναι το πρώτο θέλημα και όταν το εκτελέσεις , θα σου πω το δεύτερο. 
Με εντολή του βασιλιά, ο τελάλης ανακοίνωσε στους χρυσοχόους το θέλημα της κοπέλας και πρόσθεσε ότι όποιος αναλάβει και αποτύχει, θα χάσει το κεφάλι του. Κανείς δεν τολμούσε φυσικά, εκτός από τον γιο του Αράπη. Ο τελευταίος παρουσιάστηκε σε έναν χρυσοχόο και του ζήτησε να δηλώσει ότι θα κάνει ο ίδιος το θέλημα, γιατί δεν είχε δικό του εργαστήρι. 
- Πήγαινε στο καλό άνθρωπέ μου. Για τόσο κουτό με πέρασες να δηλώσω τέτοιο πράγμα; Κι αν εσύ αποτύχεις, θα χάσω εγώ την ζωή μου; 
- Είμαι σίγουρος ότι μπορώ να φτιάξω την κλώσα με τα πουλάκια. Επίσης σου δίνω τον λόγο μου ότι άμα χάσω, θα παρουσιαστώ στον βασιλιά να πω ότι το έκανα εγώ και θα πληρώσω με την δική μου ζωή. Άμα τα καταφέρω θα πάρεις εσύ την πληρωμή και τα αξιώματα που δίνει ο βασιλιάς. Έτσι ότι και να γίνει θα είσαι κερδισμένος. 
Ο χρυσοχόος πείστηκε να δεχτεί και παρουσιάστηκε στον βασιλιά να του ζητήσει μεγάλη ποσότητα από χρυσάφι. Το πήγε στον γιο του Αράπη, ο οποίος κλείστηκε σε ένα δωμάτιο, έκοψε το χρυσάφι σε μικρά κομμάτια και το έριχνε από το παράθυρο να το πάρουν οι περαστικοί μέχρι τα ξημερώματα. Στην συνέχεια, άνοιξε ένα μπαουλάκι κι από μέσα έβγαλε την χρυσή κλώσα με τα πουλάκια. Φώναξε τον χρυσοχόο και άρχισε να τα βάζει να φωνάζουν, δηλαδή η κλώσα έκανε κλου, κλου και τα πουλάκια πι, πι, πι. 
- Μπράβο σου παλικάρι μου, αυτό που έφτιαξες είναι πραγματικό αριστούργημα, έργο τέχνης. Εγώ με εμπειρία 30 χρόνων δεν θα μπορούσα όχι μόνο να τα δημιουργήσω, αλλά ούτε να τα αντιγράψω. 
Ο χρυσοχόος τα πήγε στον βασιλιά και κέρδισε την πλούσια αμοιβή. Η Χρυσή Κοπέλα τα πήρε με κρυφή χαρά, γιατί ήξερε ότι μόνο ο αγαπημένος της ήταν δυνατόν να τα φτιάξει. Είπε στον βασιλιά: 
- Τώρα θέλω ένα φόρεμα να έχει πάνω του τον ουρανό με τα άστρα που να μην το έχει αγγίξει ούτε χέρι, ούτε ψαλίδι, ούτε βελόνι. 
Ο ντελάλης ανακοίνωσε ότι όποιος ράφτης το καταφέρει θα πάρει μεγάλα δώρα σαν τον χρυσοχόο. Τα άκουσε ο γιος του Αράπη και πήγε να βρει τον καλύτερο ράφτη. Του πρότεινε να τον κρατήσει στο ραφτάδικό του και να τον εκπροσωπήσει στον βασιλιά. Ο ράφτης αρνήθηκε αρχικά για τους ίδιους λόγους που του είχε πει και ο χρυσοχόος. Ο γιος του Αράπη του έδωσε τον λόγο του ότι δεν θα κινδύνευε, αλλά ήταν πιθανόν να κερδίσει πολλά. Ο ράφτης σκέφτηκε  με προσοχή την πρόταση του νέου και δέχτηκε. Ζήτησε από τον βασιλιά πολλά τόπια μεταξωτό ύφασμα διάφορων χρωμάτων. Τα έφερε στον Αράπη, ο οποίος πάλι κλείστηκε μόνος του σε ένα δωμάτιο, έκοψε τα υφάσματα σε κομμάτια τόσο μεγάλα όσο χρειαζόταν για ένα φόρεμα. Ένα ένα κομμάτι, το πετούσε από το παράθυρο και το μάζευαν χαρούμενοι οι διαβάτες. Όταν ξημέρωσε έβγαλε από μια μεγάλη κούτα το περίφημο φόρεμα που ζητούσε το Χρυσό Κορίτσι. Έμεινε άφωνος ο ράφτης με το έργο που αντίκριζε και χάρηκε γιατί θα γινότανε πάμπλουτος. Έτσι κι έγινε μόλις  πήγε στον βασιλιά για την παράδοση. Η Χρυσή Κοπέλα όταν πήρε το φόρεμα, της ζητήθηκε να πει αμέσως το τρίτο θέλημα. Ο βασιλιάς δεν άντεχε να περιμένει περισσότερο να την κάνει γυναίκα του. Η Χρυσή Κοπέλα επίσης ανυπομονούσε να συναντήσει του Αράπη τον γιο και ζήτησε από τον βασιλιά να την οδηγήσει τους μεγάλους τεχνίτες που πραγματοποίησαν τα θελήματά της για να τους επαινέσει και ευχαριστήσει. Ο βασιλιάς διέταξε να ετοιμάσουν την βασιλική άμαξα για να πάνε πρώτα στον χρυσοχόο. Ο χρυσοχόος τους είπε ότι αυτά τα κατασκεύασε ένας τεχνίτης που έφυγε. Έτσι συνέχισαν να βρούνε τουλάχιστον τον ράφτη. Εκεί ο ράφτης τους παρουσίασε του Αράπη τον γιο. Η Χρυσή Κοπέλα έπεσε στην αγκαλιά του και είπε στον βασιλιά: 
- Αυτός είναι που έφτιαξε την κλώσα, το φόρεμα και αυτός είναι ο άντρας που αγαπώ και με αγαπάει. Αυτόν θα παντρευτώ.Ο βασιλιάς εξοργισμένος έφυγε και το ζευγάρι πήγε στο ξενοδοχείο. Προγραμμάτισαν να επιστρέψουν στο παλάτι του Αράπη για να κάνουν τον γάμο τους και να ζήσουν ευτυχισμένοι. Ο βασιλιάς όμως έμαθε από κατασκοπεία και μια μάγισσα ότι η δύναμη του νέου αυτού  πήγαζε από το σπαθί, την εξάρτυση και το φέσι. Του τα έκλεψε.  Μετά με τις οδηγίες της μάγισσας, πέταξε το σπαθί στην θάλασσα, το φέσι στον αέρα και έθαψε μέσα στην γη την εξάρτυση. Όταν γύρισε ο γιος του Αράπη και δεν βρήκε τα πολύτιμα πράγματα στο δωμάτιό του, ανησύχησε πολύ και ένιωσε αδύναμος. Κρυβόταν από τους φρουρούς του βασιλιά που εύκολα μπορούσαν πλέον να του πάρουν το κεφάλι. Τότε άρχισε να χτυπά το χρυσό ραβδί που είχε χαρίσει στον γιο του Αέρα, να κοχλάζει η μπουκάλα με την ρακή του γιου της Γης και κοκκίνισε το νερό στην νταμουτζάνα που είχε ο γιος της Θάλασσας. Όλα τα αδέλφια κατάλαβαν ότι ο γιος του Αράπη κινδύνευε και έσπευσαν να βοηθήσουν. Όταν φτάσανε έμαθαν τι είχε συμβεί και του είπαν: 
- Μη φοβάσαι αδερφέ μας. Γρήγορα θα έχουμε τα πράγματά σου κοντά μας. 
Κάλεσε τότε ο γιος της Γης όλα τα πλάσματα που περπατάνε και τους ζήτησε να του βρουν και να του φέρουνε την εξάρτυση. Μετά από λίγο ένα ποντικάκι την έφερε. Κάλεσε και ο γιος του Αέρα όλα τα πετούμενα και τα έστειλε να βρούνε να φέρουνε το μαγικό φέσι. Σε λίγη ώρα ένα σπουργιτάκι το έφερε χαρούμενο. Τέλος κάλεσε ο γιος της Θάλασσας όλα τα ψάρια να του φέρουνε το σπαθί. Ένα δελφίνι του το παρέδωσε. Αφού ο γιος του Αράπη φόρεσε και πάλι τα πράγματά του, δυνάμωσε,  αλλά και πείνασε. Χτύπησε τα χέρια του και παρουσιάστηκε ένα τραπέζι γεμάτο με χίλια λογιών φαγώσιμα. Έφαγαν και ήπιαν όλα τα αδέλφια μαζί και στο τέλος αποχαιρετίστηκαν και επέστρεψε ο καθένας με το φτερωτό του άλογο στο βασίλειό του. Πήρε και ο γιος του Αράπη την Χρυσή Κοπέλα και ζήσανε στο παλάτι τους καλά κι εμείς καλύτερα.

(Κρητικό παραμύθι, δοσμένο το 1848 από το Γεώργιο Ι. Γιαννιδάκη, ετών 88. Το είχε μάθει από τον πατέρα του στα παιδικά του χρόνια).
Πηγή: http://paramythades.org