Ο Καημός 

Μια φορά και έναν καιρό, σε έναν τόπο πολύ μακρινό, ζούσε ένας βασιλιάς με τη βασίλισσά του και τη λατρεμένη τους κόρη. Σαν άρχοντας ήταν δίκαιος και καλοσυνάτος, αγαπούσε το λαό του και ο λαός τον καλοτύχιζε και τον υπηρετούσε πιστά. Κανένα σύννεφο δε σκίαζε την ευτυχία του, κανένα παράπονο δεν έφτανε στ' αφτιά του, καμία θλίψη δεν ακουμπούσε ποτέ την καρδιά τη δική του και της οικογένειάς του. 
Μια μέρα πέρασε κάτω από τα παράθυρα του παλατιού μια σκυφτή γριά τσιγγάνα με την πραμάτεια της. «Καημό, φώναζε με τη συρτή φωνή της, πουλάω καημόοοο…».
Η νεαρή βασιλοπούλα που καθόταν ολομόναχη στα δώματά της, την άκουσε, έσκυψε στο παράθυρο και τη φώναξε. 

«Τι είναι ο καημός γριούλα μου, τη ρώτησε, δεν τον έχω ξανακούσει!» 
Η τσιγγάνα, έκρυψε με την παλάμη της το φως από τον ήλιο και κοίταξε ψηλά στο παράθυρο:
«Δε γνωρίζεις τι είναι ο καημός;» είπε όλο απορία. 
Τα ορθάνοιχτα μάτια της βασιλοπούλας άνοιξαν ακόμη περισσότερο...
«Μα, κόρη μου, δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην έχει καημό».
Κι εκείνη έβγαλε αργά από την τσέπη της ένα τόσοδα μικρό σπιρτόκουτο, το πέταξε στα χέρια της μικρής και απομακρύνθηκε. Μόλις η βασιλοπούλα βρέθηκε μονάχη στα διαμερίσματά της, άνοιξε με λαχτάρα το κουτάκι και…προς μεγάλη της έκπληξη, πετάχτηκε από μέσα ένα μικρό φιδάκι που σύρθηκε αρχικά μέσα στο δωμάτιο, κι έπειτα άρχισε να μεγαλώνει και να μεγαλώνει...και να μεγαλώνει, ώσπου μέσα σε λίγες στιγμές μεταμορφώθηκε σε ένα γιγάντιο δράκο.
«Ποιος είσαι εσύ;» τον ρώτησε τρομαγμένη. 
«Εγώ είμαι ο Καημός σου, απάντησε ήρεμα ο δράκος …και από εδώ και στο εξής θα είμαι πάντα μαζί σου» κι έπειτα με κρότο σύρθηκε έξω από το δωμάτιο. 
Μέσα σε λίγες μέρες ο τεράστιος δράκος ξεκλήρισε την πολιτεία. Αφού έφαγε το βασιλιά και την βασίλισσα, τους αυλικούς και τους υπηρέτες του παλατιού, καταβρόχθισε και όλους τους υπηκόους και ερήμωσε το βασίλειο. Άδικα η κόρη έκλαιγε και παρακαλούσε για έλεος. Μόνη πια, μην έχοντας τι άλλο να κάνει, η βασιλοπούλα εγκατέλειψε τη χώρα της και χάθηκε στο δάσος. Μέρες αργότερα, εξαντλημένη, διψασμένη και με φθαρμένα φορέματα έφτασε στο διπλανό βασίλειο. Τόση όμως ήταν η ομορφιά της, που ο πρίγκιπας που την υποδέχτηκε, θαμπώθηκε και τη ζήτησε σε γάμο αμέσως. Οι γάμοι έγιναν με κάθε μεγαλοπρέπεια και το χαμόγελο άνθισε για λίγο στα χείλη της και πάλι. 
Σύντομα, η νέα βασίλισσα έμεινε έγκυος. Ο βασιλιάς και σύζυγός της τον τελευταίο μήνα χρειάστηκε να ταξιδέψει στο διπλανό βασίλειο, αλλά τίποτα ανησυχητικό δεν υπήρχε στην εγκυμοσύνη της. Το βράδυ, όμως, που έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγόρι, ξαναεμφανίστηκε μπροστά της ο τρομερός δράκος, ο Καημός. Έντρομη έπεσε στα γόνατα: « γιατί ήλθες; τι θέλεις;» ρώτησε κλαίγοντας σχεδόν. «Ήρθα για να φάω το παιδί σου!» απάντησε ήρεμος πάντα ο δράκος. 
«Όχι, σε ικετεύω. Να, φάε εμένα στη θέση του» του είπε προσφέροντας το κορμί της στα δόντια του. «Δε γίνεται. Δεν θα ‘μουν ο Καημός σου αν έτρωγα εσένα» της απάντησε και καταβρόχθισε το παιδί. 
Το άλλο πρωί η βασιλομήτωρ πεθερά αναζήτησε το μωρό.
 «Πείνασα το βράδυ και το έφαγα» απάντησε η έρημη μητέρα. 
«Το παιδί σου έφαγες; Χίλια καλά έχουμε στο παλάτι. Πως το έκανες;» τη ρώτησε τρέμοντας.
 Τη στιγμή εκείνη μπήκε στο δωμάτιο και ο βασιλιάς, που μόλις είχε επιστρέψει από το ταξίδι, για να δει το γιο του. Φοβήθηκε η μητέρα τον πόνο και την οργή του γιου της και του έκρυψε την αλήθεια.
«Ο γιος σου πέθανε στη γέννα» του είπε. «Αλλά έχει ο Θεός, μην απελπίζεσαι» τον παρηγόρησε.
Σύντομα, η βασίλισσα έμεινε και πάλι έγκυος κι όλοι ξαναχαμογέλασαν. Το βράδυ, όμως, που έφερε στον κόσμο ένα δεύτερο υγιέστατο αγόρι, ξαναεμφανίστηκε μπροστά της ο Καημός.
 «Ήρθα για να φάω το παιδί σου!»
 «Όχι πάλι, όχι και αυτό...σε ικετεύω. Να, πάρε εμένα στη θέση του»!
 «Δε γίνεται. Δεν θα ‘μουν ο Καημός σου αν έτρωγα εσένα» της απάντησε και καταβρόχθισε το αγόρι.
Το άλλο πρωί η πεθερά της πήγε να τη βρει. 
«Πείνασα το βράδυ και το έφαγα» της είπε. 
«Μα είχα γεμίσει το δωμάτιο καλούδια, μην τύχει και πεινάσεις.» 
«Δεν μου ‘φτασαν…κι ήταν αργά να σε φωνάξω.» 
Για άλλη μια φορά, φοβήθηκε η μητέρα τον πόνο και την οργή του γιου της βασιλιά κι όταν πήγε να δει το παιδί, του 'κρυψε την αλήθεια. 
«Ο γιος σου πέθανε και πάλι στη γέννα» του είπε. «Αλλά έχει ο Θεός, μην απελπίζεσαι».
Ένα χρόνο αργότερα, η βασίλισσα έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι. 
Το ίδιο βράδυ, να σου μπροστά της ο Καημός.
«Ήρθα για να φάω το παιδί σου!»
«Όχι, όχι...σε ικετεύω. Φάε, φάε εμένα στη θέση του» του φώναζε με λυγμούς.
 «Δε γίνεται. Δεν θα ‘μουν ο Καημός σου αν έτρωγα εσένα» της είπε και καταβρόχθισε το κοριτσάκι.
Το άλλο πρωί τρέχει η πεθερά όλο αγωνία για το παιδί.
«Πείνασα το βράδυ και το έφαγα» της είπε.
 «Μα είχα πάλι γεμίσει το δωμάτιο καλούδια, κι είχα και τη δούλα απέξω ό,τι χρειαστείς να το ζητήσεις.»
«Αυτό λιμπίστηκα, αυτό έφαγα.»
Σε λίγο, να κι ο βασιλιάς που ψάχνει για την κόρη του. Μα τούτη τη φορά η μητέρα δεν τόλμησε να του κρύψει την αλήθεια. «Την έφαγε την κόρη σου η άκαρδη η μάνα. Όπως είχε φάει και τους γιους σου. Ψέματα είχα πει. Η γυναίκα σου είναι λάμια. Αυτή σκότωσε και τα τρία σου τα παιδιά».
Έντρομος και μέσα σε θρήνους ο βασιλιάς ζητά μια εξήγηση μα εκείνη μιλιά!!!. Τότε έξαλλος διατάζει τους φρουρούς να τη σύρουν από τα μαλλιά για να την εκτελέσουν αμέσως.
Τη στιγμή όμως που την άγγιξαν, εμφανίστηκε ο δράκος. 
«Αφού δεν με μαρτύρησες και αφού δεν βαρυγκώμησες για τον καημό σου, σου χαρίζω πίσω ό, τι σου πήρα» της είπε και ανοίγοντας το στόμα του της ξανάδωσε, όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και την οικογένεια και τους χαμένους υπηκόους της. Και έπειτα, χάθηκε ξαφνικά όπως ήρθε. 
Όλοι αγκαλιάστηκαν και το παραμύθι μας τελείωσε όπως όλα, με αυτούς να ζουν καλά κι εμάς καλύτερα!

Πηγή: http://hopesperformance.blogspot.gr