Ο έβδομος πατέρας στο σπίτι.

(Νορβηγία)

Κάποτε ένας άντρας, αφού περπάτησε πολλές ώρες, έφτασε πολύ μακριά. Βρέθηκε, τότε, μπροστά σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Ήταν τόσο όμορφο, που θα μπορούσε να ήταν ένα μικρό παλάτι.
«Α», μονολόγησε σαν πλησίασε στην πόρτα, «εδώ θα ήθελα να ξεκουραστώ και να περάσω τη νύχτα».
Ο άντρας είδε τότε, εκεί κοντά, ένα γέροντα με γκρίζα γενειάδα και μαλλιά.
«Καλησπέρα», είπε, «μπορώ γι’ απόψε να κοιμηθώ στο σπίτι σου;»
Ο γέροντας τότε του αποκρίθηκε:

«Δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού. Πέρνα όμως στην κουζίνα και μίλα στον πατέρα μου.»
Ο άντρας πέρασε μέσα στην κουζίνα. Εκεί, είδε έναν άντρα που φυσούσε γονατιστός τη φωτιά στο τζάκι. Τον καλησπέρισε και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να περάσει τη νύχτα του εκεί.
«Δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού», του απάντησε ο γέροντας. «Μίλα στον πατέρα μου που κάθεται στη μεγάλη τραπεζαρία, δίπλα στο τραπέζι.» 
Ο ταξιδιώτης προχώρησε στη μεγάλη τραπεζαρία και είδε έναν άντρα να διαβάζει ένα βιβλίο. Έμοιαζε μ’ ένα μικρό παιδί,μα με δόντια που κουνιόντουσαν και χέρια που έτρεμαν. Ο ξένος μίλησε σ’ αυτό το γέρο που ήταν καθισμένος και διάβαζε ένα μεγάλο βιβλίο.
«Καλησπέρα, πατέρα μου. Μπορώ για ένα βράδυ να έχω ένα δωμάτιο στο σπίτι;»
Ο γέροντας που κουνιόταν κι έτρεμε του απάντησε έτσι:
«Δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού. Ρώτησε τον πατέρα μου που κάθεται στον πάγκο.»
Ο ξένος πλησίασε στον πάγκο, όπου ένας γέροντας προσπαθούσε να γεμίσει την πίπα του με καπνό. Τα χέρια του όμως έτρεμαν τόσο πολύ, που δεν τα κατάφερνε.
«Καλησπέρα», είπε ο ξένος, «μπορώ να μείνω απόψε στο σπίτι;»
«Α», του απάντησε «δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού. Μίλα στον πατέρα μου, που βρίσκεται ξαπλωμένος στο κρεβάτι».
Ο ταξιδιώτης πλησίασε στο κρεβάτι. Εκεί, είδε ένα γέρο, μα τόσο γέρο, που το μόνο ζωντανό πάνω του ήταν τα μάτια. Τον καλησπέρισε και τον ρώτησε αν για κείνο το βράδυ θα μπορούσε να κοιμηθεί στο σπίτι.
«Δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού», του απάντησε ο γέροντας με τα μεγάλα μάτια. «Μίλα στον πατέρα μου, που βρίσκεται ξαπλωμένος στην κούνια.»
Ο ξένος πλησίασε στην κούνια. Εκεί μέσα βρισκόταν ξαπλωμένο ένα γεροντάκι. Ήταν ένα τόσο δα μικρό δημιούργημα, λυγισμένο όπως ένα μωρό. Ο ξένος δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι μέσα σ’ αυτό το μικροσκοπικό γεροντάκι υπήρχε ζωή. Το μόνο που άκουγε ήταν ένας μικρός ήχος που έβγαινε απ’ το λαιμό του. Είπε τότε:
«Καλησπέρα πατέρα μου. Μπορώ γι’ απόψε να μείνω στο σπίτι;»
Πέρασε πολλή ώρα μέχρι να ετοιμαστεί (να μπορέσει) ο γέροντας να του απαντήσει, όπως και οι προηγούμενοι, πως δεν ήταν ο πατέρας του σπιτιού κι απόσωσε:
«Μίλα στον πατέρα μου, που βρίσκεται μέσα σ’ ένα κέρατο κρεμασμένο στον τοίχο.»
Ο ταξιδιώτης στην αρχή τα ‘χασε. Κοίταξε ολόγυρα στους τοίχους της μεγάλης αίθουσας, ώσπου βρήκε το κέρατο. Όταν κοίταξε μέσα σ’ αυτό, φοβήθηκε πολύ απ’ ό,τι είδε. Αυτό το κάτι που διακρινόταν μέσα στο κέρατο, δεν ήταν παρά ένα πρόσωπο, όμοιο με καμμένο χαρτί. Γεμάτος φόβο φώναξε:
«Καλησπέρα πατέρα μου. Μπορείτε να μ’ αφήσετε να κοιμηθώ απόψε στο σπίτι;»
Άκουσε τότε έναν αδύναμο ήχο, σαν να ‘βγαινε από πουλί. Το μόνο που κατάλαβε ήταν:
«Ναι, μωρέ μου!»
Μόνο τότε οι άλλοι έστρωσαν τραπέζι με τα πιο ακριβά πιάτα, με μπίρα και τσίπουρο. Σαν έφαγε και ήπιε καλά, του έστρωσαν το κρεβάτι με προβιές να κοιμηθεί.
Επιτέλους, ο ταξιδιώτης είχε βρει το σωστό πατέρα του σπιτιού.

Πηγή: http://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com
Jon Hilmo (επιμ.) (2005:59-61) ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ ΛΑΪΚΑ ΝΟΡΒΗΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, Επεξεργασία-Απόδοση της Αυγής Β. Παπάκου – Λάγου, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.