Το παπουτσάκι.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο που δεν έκαναν παιδιά. Μέρα-νύχτα παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδάκι. Μια μέρα παρουσιάζεται ένας άγγελος στη γυναίκα, της προσφέρει ένα χρυσό μήλο και της λέει: «Αυτό το μήλο βάλτο στα εικονίσματά σου κι αύριο το πρωί να το φας και θα κάνεις ένα παιδάκι.» Ευχαρίστησε τον άγγελο με κλάματα κι έβαλε το μήλο στα εικονίσματά της. Ο άντρας της, χωρίς να το ξέρει πως ήταν σταλμένο από το Θεό, το πήρε και το ‘φαγε. Όταν η γυναίκα είδε ότι έλειπε το μήλο, του τα διηγήθηκε όλα κλαίγοντας.

Όμως σιγά-σιγά, άρχισε να πρήζεται το πόδι του ανδρός, ώσπου μια μέρα, εκεί που έκοβε ξύλα στο βουνό, σκίζει το πόδι του σε μιαν αμπατζουνιά και φανερώνεται ένα ωραίο κοριτσάκι. Βγάζει αμέσως το πουκάμισό του, τυλίγει μ’ αυτό το κοριτσάκι και το βάζει κάτω από την αμπατζουνιά. Τρέχει ύστερα στο σπίτι του χαρούμενος, να του φέρει ρουχαλάκια και να το πάρει.
Στο διάστημα όμως αυτό που έλειπε, πάει ο χρυσός αετός, το παίρνει και το πάει στη φωλιά του. Εκεί το μεγάλωσε κι έγινε μια ωραία κοπέλα. Όπου μια μέρα περνούσε το βασιλόπουλο και πήγε να ποτίσει τ’ άλογό του στο ποτάμι. Το άλογο πρόγκηξε και δεν έπινε νερό. Αμέσως το βασιλόπουλο κατάλαβε πως κάτι θα ‘βλεπε και θα φοβόταν. Δεν είχε άδικο, ήταν η λάμψη της κοπέλας. Κοιτώντας το βασιλόπουλο γύρω-τριγύρω, βλέπει την κοπέλα που έλαμπε από ομορφιά και την παίρνει να την κάνει γυναίκα του.
Μετά από καιρό όμως, γίνεται πόλεμος κι αφήνει τη γυναίκα του το βασιλόπουλο στη μάνα του και της λέει: «Μητέρα, τη γυναίκα μου και τα μάτια σου. Ξέρεις ότι την υπεραγαπώ, γι’ αυτό θέλω να την προσέξεις σαν παιδί σου. Αν, στο διάστημα αυτό που θα λείπω, πάθει μία από τις δυο σας τίποτα, θέλω, όταν γυρίσω, να κρεμάσετε μαύρες σημαίες και να μη γίνει κανένας χαιρετισμός, ούτε καμπάνες να χτυπάνε. Αν όμως είσαστε καλά, θέλω να γίνει σημαιοστολισμός και μεγάλη γιορτή.»
Η μητέρα του όμως, αντί να περιποιείται τη νύφη της και να την προσέχει, πήγε και παράγγειλε ένα παπουτσάκι και την έβαλε μέσα και την έριξε κάτω στο υπόγειο, να βόσκει τις χήνες.
Πέρασε καιρός κι επιστρέφει ο βασιλιάς στην πατρίδα του από τον πόλεμο. Με αγωνία περίμενε να δει πως θα ‘ταν το παλάτι του. Όταν πλησίασε, κατάλαβε ότι κάποια από τις δυο είχε πεθάνει, γιατί βρήκε το παλάτι μαυροντυμένο. Με αγωνία μπαίνει μέσα και μαθαίνει ότι πέθανε η γυναίκα του. Από τη λύπη του του έρχεται κάτι σαν τρέλα, παθαίνει μια βαριά μελαγχολία και βγάζει μια διαταγή στο λαό του πως όποιος ξέρει παραμύθια, να πηγαίνει να του τα λέει. Έτσι έβρισκε κάποιαν ανακούφιση.
Το παπουτσάκι όμως, μόλις έμαθε κι αυτό τη διαταγή, ανέβαινε μια μια τις σκάλες για να πάει να πει το παραμύθι. Η μητέρα του βασιλιά από τους χτύπους της σκάλας καταλάβαινε πως ήταν το παπουτσάκι κι έτρεχε και του ‘δινε μια κλωτσιά και το ‘ριχνε κάτω στο υπόγειο. Τότε ο βασιλιάς αντιλήφθηκε το θόρυβο και θέλησε να μάθει τι συμβαίνει. Η μητέρα του του λέει: «Έχω ένα παπουτσάκι που βόσκει τις χήνες και θέλει κι αυτό να ‘ρθει να σου πει το παραμύθι του.» Κι ο βασιλιάς διατάζει να ‘ρθει κι αυτό να πει το παραμύθι του. Παρουσιάζεται τότε το παπουτσάκι και τον χαιρετώ. Μετά αρχίζει να λέει:
«Αχ, αφέντη, βασιλιά μου,
παραμύθι να σου πω;
Παραμύθι είμ’ εγώ:
Μάνα μου μ’ ανεζήτησε
Μπαμπάς μου μ’ εγκαστρώθηκε
Αμπατζουνιά με μάζεψε
χρυσός αετός με πήρε,
στη φωλίτσα του με πήγε.
Άντρα μου βασιλέα πήρα,
τώρα βόσκω τα χηνάρια».
Ο βασιλιάς ταράζεται. «Για ξαναπές το», λέει. «Αυτή είναι η ιστορία της γυναίκας μου.» Τότε τη βγάζει μεσ’ από το παπουτσάκι, την αγκαλιάζει και τη στολίζει βασίλισσα. Τη μητέρα του τη φορτώνει μ’ ένα τσουβάλι φλουριά κι ένα τσουβάλι καρύδια και της λέει: «Όπου καρυδάκι σου και το κοκαλάκι σου».
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 

Πηγή: http://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com
Αγγελοπούλου Άννα (2002:129-131) ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ Α’ – ΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΡΕΣ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε. (το παραμύθι είναι παρμένο απόΣυλλογή Ελευθερίου Χρυσογόνου, ΛΦ 1875)