Δεκαοχτώ ψωμιά.

Μια φορά κι έναν καιρό σε κάποιο μικρό χωριό ζούσε μια ηλικιωμένη χήρα με τον μονάκριβο γιο της. Η ζωή θες, οι κακοτυχίες θες, έκαναν την χήρα αρκετά δύστροπη και δύσκολη στην συμπεριφορά και σκληρή στην καρδιά χωρίς κανένα ίχνος συμπόνιας μέσα της για τους άλλους. Σχεδόν με όλους τους γείτονές της αλλά και τους συγγενείς της είχε προ-βλήματα και μάλωνε με όλους συνεχώς, όμως του γιου της δεν χαλούσε κανένα χατίρι και γινόταν τελείως άλλος άνθρωπος μαζί του από την απέραντη αγάπη και αδυναμία που του είχε. Άλλωστε γι’ αυτήν ήταν το μόνο πράγμα που της είχε μείνει στον κόσμο για το οποίο είχε λόγο για να ζήσει. Τέτοιο ήταν το δέσιμό της μαζί του που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτόν. Τα χρόνια όμως περνούσαν γρήγορα και όπως όλα τα παιδιά του κόσμου έτσι και το παιδί της χήρας μεγάλωνε εξίσου γρήγορα και με τα λίγα και τα πολλά έφτασε και σε ηλικία γάμου, ηλικία όπου θα έπρεπε να βρει την κατάλληλη γι’ αυτόν γυναίκα και να κάνει κι αυτός με την σειρά του την δική του οικογένεια και παιδιά. Η μητέρα του ούτε που ήθελε να φανταστεί πως θα μοιραζόταν την αγάπη του μοναχογιού της με κάποια άλλη γυναίκα άσε που φοβότανε κιόλας ότι μπορεί όταν παντρευόταν ο γιος της να έφευγε μακριά σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα. Τότε τι θα απογίνονταν αυτή η καψερή; Μόνη κι έρημη σε ένα άδειο σπιτικό, κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους τι τάχα να αποζητούσε πια από την ζωή της; Και μόνο με την σκέψη αυτή τρόμαζε και δεν έκλεινε μάτι τα βράδια. Από την άλλη, έβλεπε πως ο γιος της ήθελε πολύ να κάνει την δική του οικογένεια και δεν της πήγαινε η καρδιά να του χαλάσει τα σχέδια. Όταν μάλιστα ο νεαρός ερωτεύθηκε μια κοπέλα από το χωριό τους, άρχισε να σκέφτεται πως παρόλο που ή-ταν μαλωμένη με τους γονείς της, ίσως και να ήταν μια καλή λύση. Ήταν από το ίδιο χωριό και επομένως δεν υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να φύγουν για άλλα μέρη όταν με το καλό θα παντρευόντουσαν. Όμως δεν της έφτανε αυτό.
- Μητέρα θα μας δώσεις την ευχή σου; Ρώτησε με αγωνία ο νεαρός αφού μίλησε στην μητέρα του ανοιχτά για πρώτη φορά σχετικά με τα μελλοντικά του σχέδια.
- Μα και βέβαια κανακάρη μου! Χαμογέλασε η μητέρα του. - Όμως, συνέχισε σοβαρεύοντας γρήγορα, - τι θ’ απογίνω μοναχή εγώ η έρμη;
- Μη στεναχωριέσαι άδικα μάνα και θα ζήσεις μαζί μας.
Αυτό ήθελε ν’ ακούσει η χήρα κι έδωσε την ευχή της για τον γάμο χωρίς άλλη σκέψη. Ο γάμος έγινε με το καλό και όλα έγιναν όπως τα είχαν πει. Η νύφη πανέμορφη αλλά και με χρυσή καρδιά, με χαρά μπήκε στην οικογένειά τους. Η χαρά όμως δεν ήταν η ίδια και για την πεθερά . Όσο έβλεπε ότι ο γιος της αγαπούσε την νύφη τόσο ζήλευε που μοιραζόταν την αγάπη του μαζί της και αισθανόταν μίσος γι αυτήν. Έτσι προσπαθούσε με τρόπο να της κάνει την ζωή δύσκολη, χωρίς όμως να γίνεται αυτό φανερό στον γιο της. Η νύφη από την άλλη, πάντα βολική και καλόγνωμη, υπόμενε όλες τις ταλαιπωρίες χωρίς παράπονο από τον μεγάλο σεβασμό που είχε για την πεθερά της αλλά και εξ αιτίας της αγάπης που είχε για τον άντρα της.
- Που θα πάει, θα στρώσουν τα πράγματα με τον καιρό, έλεγε και ξανά-λεγε στον εαυτό της και το πίστευε με όλη της την καρδιά. Όσο όμως η νύφη άντεχε τα καψόνια τόσο η πεθερά άρχιζε να χάνει τον έλεγχο και να γίνεται πιο στριμμένη. Ώσπου μια μέρα, πάνω στην τρέλα του μίσους της που γινόταν όλο και πιο δυνατό, συνέλαβε ένα σχέδιο ώστε να ντροπιάσει για τα καλά την νύφη της και να την φέρει σε δύσκολη θέση. Φώναξε λοιπόν την νύφη της όλο γλύκα και της είπε:
- Έλα καλή μου κοπέλα να με βοηθήσεις να κάνουμε ψωμιά γιατί σήμερα θα έρθουν κάποιοι συγγενείς επίσκεψη και πρέπει να τους φιλέψουμε. Έπιασαν λοιπόν οι δυο τους, κοσκίνισαν το αλεύρι, ζύμωσαν τα ψωμιά και ετοίμασαν δεκαοχτώ συνολικά φραντζόλες. Σύρε παιδί μου να τα πας στον φούρναρη να τα ψήσει μια που εγώ είμαι γριά και δεν μπορώ, παρακάλεσε με ευγένεια η πονηρή χήρα. Η νύφη χωρίς καμιά υποψία κίνησε ευθύς αμέσως για τον φούρνο. Μέσα της μάλιστα ήταν κάπως χαρούμενη αφού η πεθερά της την είχε εμπιστευτεί και όλη την ημέρα της φερόταν με ευγένεια και καλοσύνη. Προφανώς με τον καιρό είχε κερδίσει την αγάπη και την συμπάθεια της ηλικιωμένης γυναίκας και μάλλον από εδώ και πέρα θα τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Έτσι λοιπόν πήγε τα ψωμιά στον φούρνο και όταν ήρθε η ώρα που ήταν έτοιμα ξαναπήγε και τα πήρε. Όταν έφτασε στο σπίτι και άφησε τα ψωμιά πάνω στο τραπέζι η πεθερά της έχασε την ευγενική και χαρωπή συμπεριφορά και σοβάρεψε ξαφνικά.
- Νύφη γιατί τα ψωμιά είναι δεκαοχτώ; Ρώτησε με αυστηρότητα και συνέχισε παγερά
- Σε γέλασε ο φούρναρης ή έφαγες εσύ κρυφά κανένα; Εγώ σου έδωσα δεκαεννέα ψωμιά για ψήσιμο.
Η νύφη χλόμιασε …
- Μα είναι δυνατόν μητέρα; Κάποιο λάθος θα κάνετε! Απάντησε με ευγένεια αλλά και σιγουριά. Εγώ πήρα δεκαοχτώ ψωμιά και έφερα δεκαοχτώ ψωμιά.
Η πεθερά της που αυτό περίμενε να ακούσει έγινε έξαλλη. Τολμάς και μου λες ψέματα ! Δεν ντρέπεσαι καθόλου! Πάμε τώρα στον φούρναρη να δούμε πόσα έψησε. Και λέγοντας αυτά την τράβηξε με το ζόρι να πάνε στον φούρνο.
Ο φούρναρης που ήταν δασκαλεμένος από την πεθερά έκανε όπως του είπε.
- Εγώ δεκαεννέα ψωμιά πήρα, δεκαεννέα ψωμιά έψησα, δεκαεννέα ψωμιά έδωσα ! Είπε με ύφος που δεν δεχόταν αντιρρήσεις.
- Εγώ δεκαεννέα ψωμιά ζύμωσα, δεκαεννέα ψωμιά σου έδωσα να πας στον φούρνο. Κι εσύ τι έκανες; Μου έφερες πίσω δεκαοχτώ!
Η νύφη δεν άντεξε, άρχισε να κλαίει και να επαναλαμβάνει συνεχώς: "Δεκαοχτώ ψωμιά ήταν, δεκαοχτώ ψωμιά, δεκαοχτώ, δεκαοχτώ, δεκαοχτώ, δεκαοχτώ …" και πήρε να τρέχει σαν τρελή μέσα στο χωριό αναμαλλιασμένη και απελπισμένη. Έτρεχε φωνάζοντας και κλαίγοντας και σε λίγο χάθηκε μέσα στο κοντινό δάσος. Λένε ότι στην κατάσταση που βρέθηκε εντελώς άδικα την είδε και την λυπήθηκε ο Θεός και την μεταμόρφωσε σε πουλί. Όμως ο καημός της κοπέλας ήταν τόσο δυνατός που ακόμα και σαν πουλί δεν μπόρεσε να ξεχάσει και να δεχτεί τις κατηγορίες που δέχτηκε και αντί να κελαηδάει όπως τα περισσότερα άλλα πουλιά,
αυτό επαναλαμβάνει συνεχώς την ίδια μόνο λέξη: Δεκαοχτώ, δεκαοχτώ, δεκαοχτώ, δεκαοχτώ...


Αθανάσιος Γανίδης
Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr