Η αποδοχή του "άλλου" στο παραδοσιακό και στο έντεχνο παραμύθι. 

έσσερις περιπτώσεις)

Πολύ επίκαιρο είναι το σύνθημα για την ανοχή του διαφορετικού, για την αποδοχή του «άλλου», για το πολυπολιτισμικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Ζητήματα που άλλοτε ούτε καν περνούσαν από τη σκέψη των Νεοελλήνων, έγιναν στις μέρες μας κυρίαρχα, στους χώρους εργασίας, στην πόλη και στο ύπαιθρο, στις σχολικές κοινότητες και όπου αλλού οι δρόμοι της ζωής φέρνουνε δίπλα δίπλα ανθρώπους ποικίλων εθνοτήτων, γλωσσών και θρησκειών, οικονομικούς πρόσφυγες, λαθρομετανάστες, παλιννοστούντες ομογενείς κ. ά.
Το θέμα αυτό δεν μπορούσε παρά να συγκινήσει και τους συγγραφείς μας και να δώσει ερεθίσματα για νέες δημιουργίες, στις οποίες άλλοτε σκόπιμα κι άλλοτε χωρίς να το συνειδητοποιούν, περνούν  μηνύματα για την αλληλοαποδοχή και την προσέγγιση ντόπιων και «μειονοτικών» με την ευρύτερη έννοια του όρου, είτε αυτοί είναι τσιγγάνοι, είτε μουσουλμάνοι, Αλβανοί, Βορειοηπειρώτες, Ρωσοπόντιοι, Πακιστανοί, Πολωνοί, έγχρωμοι Ασιάτες, Αφρικανοί κλπ.[1]
Στο χώρο της Παιδικής Λογοτεχνίας επίσης έχουν γίνει συγγραφικές προσπάθειες, για να δοθούν παρόμοια μηνύματα στους μικρούς αναγνώστες, αφού το φαινόμενο συνύπαρξης στην ίδια σχολική αίθουσα «δικών μας» παιδιών με παιδιά άλλων εθνοτήτων είναι πλέον σύνηθες.[2]
Έτσι για τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων δημιουργείται μια καινούργια ανάγκη, να βρίσκουν πειστικούς τρόπους για την καλλιέργεια των νέων αντιλήψεων που θα ζεστάνουν τις καρδιές των συστεγαζόμενων και συνεργαζόμενων μαθητών τους και θα συντείνουν στο πλησίασμά τους με σεβασμό και αποδοχή της όποιας διαφορετικότητας.
Σ’ αυτή την ανθρωπιστική διάσταση της εκπαίδευσης η λογοτεχνία γίνεται ένας πολύ καλός σύμβουλος και μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί τόσο από την πλευρά των δασκάλων –για πρόκληση συζητήσεων και άντληση μηνυμάτων και προβληματισμών στην τάξη– όσο και από την πλευρά των μαθητών  –για την οικειοποίηση ιδεών, συμπεριφορών και στάσεων ζωής μέσα από τη μέθεξη της τέχνης–.
Λογοτεχνικά κείμενα, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο νηπιαγωγείο προς αυτή την κατεύθυνση, δεν είναι εύκολο να βρεθούν, γιατί η σχετική εκδοτική προσφορά είναι φτωχική.
Με την παρακάτω παρουσίαση τεσσάρων βιβλίων, κατάλληλων για την προσχολική και την πρώτη σχολική ηλικία, που στοχεύουν –επιτυχημένα ή όχι– στην προαγωγή ιδεών ανοχής της διαφορετικότητας, αρμονικής και ισότιμης συνεργασίας στην ομάδα και αποδοχής του «άλλου», θέλουμε να ελπίζουμε ότι συντελούμε στη διεύρυνση του προβληματισμού και της έρευνας σ’ αυτό τον τομέα του παιδικού βιβλίου. Είναι πολύ πιθανό η κοινή μας προσπάθεια και η ανταλλαγή προβληματισμού να φέρει στο φως κι άλλα σχετικά έργα ή να παρακινήσει τους συγγραφείς να στρέψουν το ενδιαφέρον και τη δημιουργική τους φαντασία στοχεύοντας και προς αυτή την κατεύθυνση.
Η επιλογή μας περιλαμβάνει δύο παραδοσιακά λαϊκά παραμύθια: Το γάντι και Το ρεπάνι, και δύο έντεχνες προσωπικές δημιουργίες σύγχρονων συγγραφέων: Ο Τριγωνοψαρούλης και Η Κυριακή του Κυριάκου.

Το γάντι

Ουκρανικό παραμύθι τυπωμένο στη Μόσχα το 1979, με θαυμάσια εικονογράφηση των E. Bulatov και O. Vasiliev, κυκλοφόρησε στην Ελλάδα με επικόλληση μεταγλωττισμένου κειμένου από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
Οι δύο εικονογράφοι συνεργάστηκαν αρμονικά ζωγραφίζοντας ο ένας ό,τι γίνεται έξω από το γάντι, στο χιονισμένο τοπίο κι ο άλλος ό,τι διαδραματίζεται στο εσωτερικό του γαντιού.
Στο παραμύθι αυτό διακρίνουμε μια σουρεαλιστική διάσταση, αφού το γάντι που έχασε ένας γέροντας, έγινε φωλιά και καταφύγιο μιας μεγάλης ομάδας ζώων. Στο γάντι λοιπόν μπήκαν μέσα και συγκατοίκησαν όμορφα και φιλικά μια ποντικίνα, ένας βάτραχος, ένας λαγός, μια αλεπού, ένας λύκος, ένα αγριογούρουνο και μια αρκούδα.
Το αξιοπαρατήρητο είναι που η υποδοχή και η αποδοχή των «άλλων», των τόσο διαφορετικών ζώων, μέσα στο ίδιο γάντι γίνεται από τους προηγούμενους ένοικους χωρίς καμιά απολύτως απαίτηση, προσυνεννόηση, διευκρίνιση, υπόσχεση ή δοκιμασία.
«Ποιος ζει μέσα σ’ αυτό το γάντι;»
«Η ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο βάτραχος ο Χιπιχόπης-Πηδηχτός, ο λαγός ο Βιαστικός-Τρεχαλητός κι η αλεπού η Αγαπητή. Κι εσύ ποιος είσαι;»
«Είμαι ο λύκος ο Γκρίζος. Να μπω κι εγώ μέσα;»
«Εντάξει».
Έτσι χώθηκε κι ο λύκος μέσα. Τώρα γινήκαν πέντε.
Κι όταν τα πράγματα πλέον δυσκόλεψαν πολύ, γιατί ο χώρος στένεψε ασφυκτικά, πάλι η ανεκτικότητα και η αλληλοκατανόηση των διαφορετικών αυτών «άγριων» ζώων δε μειώθηκε ούτε στο ελάχιστο.
«Είμαι το αγριογούρουνο το Χαυλιοδόντικο. Να μπω κι εγώ μέσα;»
«Δεν υπάρχει πια χώρος».
«Θα στριμωχτώ κάπου. Σας παρακαλώ, αφήστε με!»
«Ε, καλά. Έλα».
Τόσο απλά και λιτά. Χωρίς εγωκεντρισμούς, χωρίς ιδέες ιδιοκτησιακές, χωρίς αντιλήψεις αποκλεισμού των μη ενταγμένων ακόμα στη συμβιωτική ή στη συστεγαζόμενη ομάδα. Και περνούν όλοι καλά, μέχρι την ώρα που ο γέροντας ξαναβρίσκει το χαμένο γάντι του, κι όλα τα ζώα το εγκαταλείπουν τρέχοντας κάτω από το γάβγισμα του κοινού τους εχθρού, του σκύλου.

Το ρεπάνι

«Ρούσικο λαϊκό παραμύθι» σε διασκευή Α. Ν. Τολστόι, με εικονογράφηση  Β. Λόσιν, τυπωμένο στη Μόσχα το 1976, ανατυπώθηκε με μειωμένο αισθητικό αποτέλεσμα από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» στην Αθήνα το 1984.
Ο μύθος του, που είναι γνωστός και με διάφορες άλλες παραλλαγές και άλλους τίτλους, στρέφεται γύρω από τη συνεργασία μιας οικογένειας στην προσπάθειά τους να ξεριζώσουν ένα ρεπάνι που φύτρωσε στον κήπο.
Αφού ένωσαν τις δυνάμεις τους τραβώντας ο ένας τον άλλο στη σειρά, ο παππούς, η γιαγιά, η εγγονή, ο σκύλος και η γάτα, και τελικά το ρεπάνι δεν ξεκολλούσε από τη γη, κάλεσαν σε βοήθεια και τον ποντικό. Και τότε το ρεπάνι ξεριζώθηκε.
Κι εδώ το κάλεσμα σε συνεργασία όλων, σε μια ενότητα, σε έναν κοινό σκοπό, έγινε χωρίς πολυλογία, χωρίς ταξίματα και υποσχέσεις, χωρίς ιδιαιτερότητες και αρχηγίες αλλά και χωρίς αποκλεισμούς. Όλοι εξίσου. Ο καθένας με τη δύναμη που κάτεχε από τη φύση του.
Καθώς απ’ τον παππού η αίτηση βοήθειας κατεβαίνει σε όλο και πιο ασθενέστερα άτομα, όλοι ενώνονται στην κοινή προσπάθεια με σοβαρότητα και προθυμία. Κανείς δεν εκφράζεται ειρωνικά ή με ιδέες αποκλεισμού για τους πολύ πιο αδύνατους που μπαίνουν στην αλυσίδα.
Αλλά και όταν με την τελική συμμετοχή του ποντικού ο σκοπός επιτυγχάνεται, δεν ακούγεται κανένα σχόλιο επιβράβευσης ή αναγνώρισης. Η αναγνώριση και η αποδοχή «όλων» χωρίς καμιά εξαίρεση προϋπάρχει ως κυρίαρχη αντίληψη στο παραμύθι και θεωρείται αδιανόητη κάθε ιδέα αμφισβήτησής της.
Εντύπωση κάνει το ότι ο ποντικός, εκτός που είναι τόσο μικρός σε σύγκριση με τους άλλους, είναι και το «αρνητικό» πρόσωπο στη συντροφιά. Είναι ο κατά τ’ άλλα ζημιάρης, το ενοχλητικό θα λέγαμε ζώο και η τροφή, το αιώνιο κυνήγι της γάτας.
Κι όμως τόσο απλά μέσα στο λαϊκό παραμύθι προσκαλείται κι αυτό, παρά τα όποια αρνητικά του χαρακτηριστικά και παρά την ασημαντότητά του σε σύγκριση με τις δυνάμεις των άλλων, για να συντελέσει με τη σειρά του στην κοινή προσπάθεια.
«Ο σκύλος φωνάζει τη γάτα. Η γάτα τραβάει το σκύλο, ο σκύλος την εγγονή, η εγγονή τη γιαγιά, η γιαγιά τον παππού κι ο παππούς το ρεπάνι.
Τραβούν, ξανατραβούν, να το βγάλουν δεν μπορούν.
Η γάτα φωνάζει τον ποντικό. Ο ποντικός τραβάει τη γάτα, η γάτα το σκύλο, ο σκύλος την εγγονή, η εγγονή τη γιαγιά, η γιαγιά τον παππού κι ο παππούς το ρεπάνι.
Τραβούν, ξανατραβούν,
το ρεπάνι ξεριζώνουν !»
Στην τελευταία εικόνα ο ποντικός αναπαύεται φιλικά ξαπλωμένος στην αγκαλιά της γάτας.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι στο Ρεπάνι  έχουμε υπόδειγμα αποδοχής του «άλλου» στην πιο ιδανική της μορφή.

Ο Τριγωνοψαρούλης

Έντεχνη παραμυθική ιστοριούλα του Βαγγέλη Ηλιόπουλου εκδομένη από τις εκδόσεις «Πατάκη», (Αθήνα 1997) με εικονογράφηση Λήδας Βαρβαρούση.
Ο Τριγωνοψαρούλης ξεχωρίζει από τα άλλα ψάρια για το τριγωνικό του σώμα. Αυτό τον κάνει ν’ απομονώνεται και να μη γίνεται αποδεκτός από τους συμμαθητές του στο σχολείο των ψαριών. Ακόμα και η δασκάλα η κυρα-Σουπιά δεν τον βλέπει με καλό μάτι.
Το πρόβλημα της αποδοχής του από τους άλλους και της ένταξής του στην ομάδα των ψαριών λύνεται τελικά, αλλά όχι με την απλότητα και τη σοφία του λαϊκού παραμυθά.
Θα έρθουν έτσι τα πράγματα, που ο Τριγωνοψαρούλης θα γίνει αποδεκτός κάποτε, αλλά και πάλι ως ξεχωριστό άτομο. Θα χρειαστεί να δείξει ιδιαίτερο θάρρος, και χάρη στο μυτερό του σχήμα να τρυπήσει τα απειλητικά δίχτυα και ν’ αναδειχτεί σε ήρωα σώζοντας όλα τα ψαράκια του σχολείου. Τότε και μόνο ο φωτοστέφανος της δόξας θα πείσει τα άλλα ψάρια να ανοίξουν τις αγκαλιές και τις ψυχές τους για εκείνον.

Η Κυριακή του Κυριάκου

Εικονογραφημένο έντεχνο παραμύθι της Πηνελόπης Χαν, με εικονογράφηση της Ντομινίκ Λεκλέρ, εκδομένο το 1994 στις γερμανόφωνες πόλεις Αμβούργο, Σάλτσμπουργκ και Ζυρίχη, σε ελληνική απόδοση της Μαριανίνας Κριεζή από τις εκδόσεις «Άμμος» (Αθήνα 1997).
Η Κυριακή του Κυριάκου βρίσκεται στις ίδιες κατευθύνσεις με τον Τριγωνοψαρούλη  του οποίου προηγείται χρονολογικά. Ο Κυριάκος ήταν ένας ελεφαντάκος διαφορετικός από τους άλλους ελέφαντες. Ήταν ασπρουλός, κοντόσωμος κι είχε μια μεγάλη προβοσκίδα που τυλιγόταν στα πόδια του συχνά και τον γκρέμιζε καταγής.
Τα άλλα ελεφαντάκια τον κορόιδευαν, δεν τον έπαιζαν στα παιχνίδια τους κι εκείνος ήταν τόσο δυστυχισμένος που αποφάσισε να φύγει από τον τόπο του, να ξενιτευτεί.
Όμως ένα παιδί πεσμένο στο βάλτο του έδωσε τη δυνατότητα να γίνει ήρωας, αφού του άπλωσε τη μεγάλη προβοσκίδα του σαν σκοινί και το έσωσε από βέβαιο πνιγμό.
Και ο Τριγωνοψαρούλης και ο Κυριάκος αξιοποίησαν κάποια τυχαία στιγμή την ιδιομορφία του σώματός τους –εκείνη ακριβώς την ιδιομορφία που τους έκανε να διαφέρουν από τους άλλους– και πέτυχαν την αναγνώριση και την αποδοχή.
Και οι δύο κατόρθωσαν κάτι ηρωικό και μ’ αυτό ως τρόπαιο έγιναν αποδεκτοί, αλλά πάντα με το χαρακτηριστικό του «άλλου», του ξεχωριστού. Ήταν κατά κάποιο τρόπο σαν να έπρεπε να πληρώσουν κάποιο τίμημα για να κερδίσουν την ισότητα και την ένταξη.
Έτσι όμως το όποιο πολυπολιτισμικό μήνυμα, η όποια ιδέα αποδοχής της διαφορετικότητας του «άλλου», που προφανώς επιδιωκόταν, ναρκοθετείται στην ίδια της τη βάση και τελικά τείνει να αχρηστεύεται.
Μεταφερόμενες αυτού του τύπου αφηγήσεις στην καθημερινότητα μιας σχολικής τάξης που έχει και «ξένους» μαθητές, οδηγούν σε εξαγωγή λαθεμένου διδάγματος.
Οι πολλοί μαθητές, οι «δικοί μας», θα περιμένουν από τον «ξένο» συμμαθητή ή συνάνθρωπό τους να αποδείξει πως έχει ιδιαίτερες ικανότητες, κάποια ξεχωριστή αξία τελοσπάντων, για να τον κάνουν έτσι αποδεκτό ως μέλος της μικρής τους κοινότητας.
Κι εκείνος ο άμοιρος θα ψάχνει μάταια να βρει τη μεγάλη ευκαιρία, που θα του δώσει τη δυνατότητα να ξεχωρίσει, να διακριθεί σε κάτι, γιατί όχι και να ηρωοποιηθεί, για να πετύχει εντέλει το πολυπόθητο διαβατήριο της ένταξής του στην ομάδα των πολλών, των ντόπιων, που έχουν τόσα πολλά να τους ενώνουν.
Κι αν, όπως συχνά συμβαίνει για λόγους καθαρά αντικειμενικούς, (αφού προέρχεται από χώρες με κατεστραμμένο οικονομικό και κοινωνικό ιστό και ανήκει σε οικογένεια με μεγάλα προβλήματα επιβίωσης) του είναι αδύνατο να ξεχωρίσει στην πρόοδο των μαθημάτων, να λάμψει με το ντύσιμό του, να επιβληθεί στα ομαδικά παιχνίδια, στην κοινωνικότητα, στις σχολικές δραστηριότητες… ποια θα είναι η θέση και η πορεία του μέσα στην ομάδα των συνομηλίκων και συμμαθητών του;
Νομίζουμε πως υπάρχει έλλειψη λογοτεχνημάτων και βιβλίων που θα καλλιεργούν ιδέες αλληλοαποδοχής χωρίς όρους, απλά και μόνο τονίζοντας την αξία του ανθρωπισμού και την ομορφιά της σύγχρονης κοινωνίας με την πολυμορφία, την ποικιλία και τις ιδιαιτερότητες των μελών της. Θα ήταν πολύ ωραίο, μα την αλήθεια, να αντιμετωπιζόταν απ’ όλους η Γη σαν το σπίτι όλων μας, σαν μια ενιαία μεγάλη πατρίδα αδελφωμένων ανθρώπων με απόλυτο σεβασμό της διαφορετικότητας του καθένα.
Είναι ένας ιδεολογικός τομέας που πρέπει να κοιταχτεί με ενδιαφέρον και δε θα πρέπει να διαφεύγει από το στόχαστρο των δημιουργών βιβλίων για μικρά παιδιά.

Δέσποινα Στίκα
Νηπιαγωγός – Συγγραφέας – Εικονογράφος



[1]   Θυμίζουμε ενδεικτικά δύο τίτλους σχετικών μυθιστορημάτων με θέμα τους Αλβανούς λαθρομετανάστες:
Σωτήρης Δημητρίου, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1993.
Δέσποινα Στίκα, Μπλε σιδερόπορτα, εκδ. Χρήστος Δαρδανός, Αθήνα 1996.
[2]  Υπάρχουν μάλιστα και περιπτώσεις δημοτικών σχολείων και γυμνασίων στην Αθήνα (Κυψέλη, Γκάζι, Πατήσια κλπ.) όπου οι Έλληνες μαθητές αποτελούν τη μειοψηφία σε τάξεις που έχουν γίνει πλέον πολυπολιτισμικές.