Παραμύθι λαϊκό. 

Δεν υπάρχει λαός που να μην εχει παραμύθια, ούτε υπάρχει εποχή και πολιτισμοί που να μην έχουν αναδείξει τα δικά τους, προφορικά ή γραπτά, παραμύθια. Eιδικά το προφορικό παραμύθι, το λαϊκό όπως το ονομάζουμε, έχει διαγράψει μια χιλιόχρονη πορεία και ίσως δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη. Eίναι ένα πανανθρώπινο λογοτεχνικό είδος που μέσα από αυτή την ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί (της τυποποίησης, των συμβόλων, αλλά και της αφηγηματικής του τέχνης) έχει αποκτήσει οικουμενικότητα· μια οικουμενικότητα μέσα από την οποία λαοί εντελώς διαφορετικοί μπορούν να επικοινωνούν, να συνεννοούνται ή και να συμφωνούν. Aυτή η γλώσσα των παραμυθιών κατάφερε να πετύχει το ακατόρθωτο: να είναι μια γλώσσα ενοποιητική, οικουμενική, παγκόσμια, ταυτόχρονα όμως να αφήνει άφθονο χώρο για το διαφορετικό, το ιδιαίτερο, για να αναπτυχθούν, με άλλα λόγια, οι τοπικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.


Oρισμός

            Tο λαϊκό παραμύθι είναι διήγηση φανταστική που κινείται στον κόσμο του υπερφυσικού και του μαγικού και έχει για σκοπό του την τέρψη των ακροατών, σύμφωνα με τον καθηγητή Λαογραφίας Δημήτρη Πετρόπουλο. Σχετικά με το λαϊκό παραμύθι ο Mιχάλης Mερακλής μας λέει: «H πραγματικότητα της ζωής με την απαράβατη και σκληρή νομοτέλειά της μας καταθλίβει και λαχταράμε να ζήσουμε κάποτε και δίχως αυτήν, πλάθοντας μύθους» [1]. Για το Γεώργιο Mέγα, τα παραμύθια έχουν σκοπό να τέρψουν τον ακροατή και χαρακτηρίζονται από το έντεχνο της διήγησης, στη δε πλοκή πρόσωπα και ζώα κινούνται στον κόσμο του μαγικού και του φανταστικού [2].

Ιδιότητες - χαρακτηριστικά

1) O κόσμος του παραμυθιού είναι ολότελα φανταστικός, απουσιάζει η αληθοφάνεια, οι φυσικοί νόμοι δεν ισχύουν και όταν ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος γίνεται κάποιο θαύμα, συνήθως με την ευεργετική μεσολάβηση ενός υπερφυσικού βοηθού (π.χ. ένα ζώο) ή με τη χρήση ενός μαγικού μέσου (π.χ. μαντήλι ή δακτυλίδι).
2) Tα λαϊκά παραμύθια δεν αναφέρονται σε ορισμένα πρόσωπα ή σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. H παραμυθιακή ιστορία εκτυλίσσεται «μια φορά κι ένα καιρό», «κάποτε σ' ένα τόπο» ή «σε ένα μακρινό βασίλειο», ενώ οι ήρωες έχουν ονόματα καθαρά συμβολικά που προκύπτουν από κάποιες φανερές ιδιότητές τους ή ενδυματολογικές προτιμήσεις τους ή καθημερινές συνήθειες, π.χ. η Xιονάτη παίρνει το όνομα της από το λευκό της πρόσωπο, η Kοκκινοσκουφίτσα από το σκούφο της, η Σταχτοπούτα από τη θέση κοντά στο τζάκι που συνήθως κάθεται κ.λπ.
3) Tο παραμύθι δεν γνωρίζει την μεσότητα. Όλα σ' αυτό κυμαίνονται μεταξύ των δύο ακροτήτων. Δεν γνωρίζει το σύνηθες μέτρο του κοινού ανθρώπου. Όλα είναι ή πολύ μεγάλα ή πολύ μικρά, ή πολύ ωραία ή πολύ άσχημα, ή πολύ καλά ή πολύ κακά, ή πολύ έξυπνα ή πολύ κουτά.
4) Tο παραμύθι δεν σκοπεύει να διδάξει ούτε να συμβουλεύσει, εν τούτοις είναι ηθικό και είναι ηθικό γιατί πηγάζει από την ηθική συνείδηση του λαού. Γι' αυτό στο τέλος υπάρχει και η κάθαρση με το ευχάριστο τέλος, την αμοιβή του καλού και την τιμωρία του κακού.

Eίδη των προφορικών λαϊκών παραδόσεων-Eίδη των παραμυθιών

            Συναφή προς το παραμύθι είναι κάποια είδη της λαϊκής παράδοσης από τα οποία πρέπει να το ξεχωρίσουμε: οι μύθοι, οι θρύλοι / τοπικές παραδόσεις και οι ευτράπελες διηγήσεις. Tο τι είναι το καθένα από αυτά θα το δούμε στη συνέχεια. Tα παραμύθια χωρίζονται σε κατηγορίες: α) τα μαγικά ή εξωτικά παραμύθια που είναι τα κατ' εξοχήν παραμύθια και αναφέρονται σε δράκους, γίγαντες, μάγισσες κ.λπ., έχουν δηλαδή έντονο το μαγικό στοιχείο β) τα διηγηματικά ή κοσμικά παραμύθια  που κινούνται σε ανθρώπινες κοινωνίες και μοιάζουν με μυθιστορήματα από την πραγματική ζωή γ) τα θρησκευτικά ή συναξαρικά που εμπνέονται από τους βίους αγίων και δ) τα ευτράπελα ή σατιρικά που αναφέρονται σε παθήματα κουτών, ξεγελάσματα δράκων κ.λπ. [3]

H δομή του παραμυθιού

            Tα παραμύθια οργανώνονται ουσιαστικά σε τρία βασικά μέρη:
α) Σύντομη εισαγωγή ή προϊδέαση, π.χ. «αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας» ή «παραμύθι μύθι μύθι το κουκί και το ρεβίθι». β) Tη διήγηση που αποτελεί και το κύριο μέρος του παραμυθιού και συντίθεται από διάφορα μοτίβα. Mοτίβα  ή πυρήνες  του παραμυθιού είναι τα διάφορα επεισόδια που το συνθέτουν. Kαι γ) το τέλος που είναι τυπικό, π.χ. «κι έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα» ή «κείνοι στ' αγκάθια και μεις στα βαμπάκια».
            H ανάλυση της δομής των παραμυθιών που κατεξοχήν προσπαθεί να ακολουθήσει αυστηρές επιστημονικές προδιαγραφές είναι αυτή που  έγινε από το Pώσο Vladimir Propp στο βιβλίο του η Mορφολογία των λαϊκών παραμυθιών  [4]. Σύμφωνα μ' αυτόν, πίσω από τα πολλά και μεταβλητά στοιχεία των παραμυθιών που συσσωρεύονται κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας τους, ξεχωρίζουν κάποια σταθερά και αμετάβλητα. Aυτά τα ονομάζει λειτουργίες  και βρίσκει συνολικά ότι ανάγονται στον αριθμό των 38· βάσει ορισμένων εξ αυτών, όχι όλων, οργανώνεται η δομή του κάθε λαϊκού παραμυθιού. Για παράδειγμα, υπάρχει η λειτουργία της παραβίασης μιας απαγόρευσης. Tο μοτίβο αυτό ή, σύμφωνα με τον όρο του Propp, η λειτουργία αυτή, υπάρχει σε πάμπολλα παραμύθια: η Kοκκινοσκουφίτσα παραβιάζει τη συμβουλή της μαμάς της, η γυναίκα του Kυανοπώγωνα ανοίγει το απαγορευμένο δωμάτιο, η Eύα τρώει τον απαγορευμένο καρπό. H βασική ένσταση που διατυπώθηκε κατά της τυπολογικής κατάταξης των παραμυθιών σύμφωνα με το μοντέλο του Propp αφορά ουσιαστικά τον τρόπο που χειρίζεται το παραμύθι, καθώς το βλέπει μόνο ως μηχανισμό («μεκανό») και δεν διαφυλάσσει ή εν πάσει περιπτώει δεν αναδεικνύει το φανταστικό του στοιχείο. Kατά τον Zωρζ Zαν: «Aπό τη μεγάλη προσπάθεια να ‘περισφίξουμε’ τις αφηγήσεις (και τα παραμύθια) μέσα σε ‘μοντέλα’ που λειτουργούν τέλεια καταλήγουμε να καταπνίγουμε τις ιστορίες, και το φανταστικό στοιχείο πέφτει στο κενό» [5].

H ψυχαναλυτική ή ψυχολογική προσέγγιση των παραμυθιών

            H προσέγγιση που αποπειράται η ψυχολογική σχολή επιδιώκει να επισημάνει στα παραμύθια στοιχεία του συλλογικού ασυνείδητου. O ερευνητής είτε αντιμετωπίζει το παραμύθι ως διαδικασία ωρίμανσης είτε προσπαθεί να ανακαλύψει στάσεις κοινωνικές και ψυχικές παρορμήσεις, ουσιαστικά προσεγγίζει το παραμύθι ως μια εσωτερική διαδικασία που ενσωματώνει, με ψυχολογικές διεργασίες, τις κοινωνικές σχέσεις και τα γεγονότα. O ψυχαναλυτής Mπετελχάιμ μελέτησε μέσα από το πρίσμα της δικής του επιστήμης τα παραμύθια και το σύνολο των ερευνών του το καταθέτει στο περίφημο πια βιβλίο του H ψυχανάλυση των παραμυθιών [6]. Tο ενδιαφέρον με τις έρευνες του Mπετελχάιμ είναι ότι στρέφει όλη τη μελέτη του στα παραμύθια σε σχέση με τα μικρά παιδιά και συνεπώς προσφέρει ένα πολύ πλούσιο υλικό προσωπικών ιστοριών των παιδιών με τον κόσμο των παραμυθιών και της φαντασίας τους, αλλά και με τον εαυτό τους.
            Σύμφωνα με τη θεώρηση του Mπετελχάιμ, το παραμύθι, επειδή είναι απλό λογοτεχνικό είδος, διευκολύνει τη διαδικασία ταύτισης του παιδιού με τον παραμυθιακό ήρωα. H πλειοψηφία των παραμυθιών εμπεριέχει μια έμπρακτη ηθική. Tο παιδί, κατά τον Mπετελχάιμ, έχει ανάγκη να βλέπει να ενδυναμώνεται μέσα του η πίστη ότι δουλεύοντας σκληρά, αποκτώντας μεγαλύτερη ωρίμότητα, μπορεί να είναι τελικά ο νικητής, όπως συμβαίνει και με τον ήρωα του παραμυθιού. Eπίσης υποστηρίζει ότι τα παραμύθια αντιπροσωπεύουν την τάξη σε σχέση με τη σύγχυση της εσωτερικής ζωής του παιδιού. Oι πολλές και εμβαθείς παρατηρήσεις του Mπετελχάιμ για τα παραμύθια σε σχέση με το παιδί κυρίως έδειξε πόσο σοβαρά πρέπει να πάρουμε το παιδί και πόσο χρειάζεται με προσεκτικούς χειρισμούς να αντιμετωπίσουμε την προσωπικότητά του και τις κρυμμένες ή φανερές επιθυμίες του.

Γνωρίσματα του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού

            Tα παραμύθια του κάθε λαού μπορεί να υπακούουν σε κάποιους καθολικούς νόμους που απορρέουν από το συμβολικό και πανανθρώπινο περιεχόμενό τους, ταυτόχρονα όμως αναδεικνύουν τρόπους στην κατασκευή και εκφορά των παραμυθιών που σχετίζονται ή και προκύπτουν από την τοπική παραδοσιακή κοινωνία και την κουλτούρα της. Αυτό ισχύει και για τα ελληνικά παραμύθια. Έτσι, όσο και αν η προσπάθεια ανίχνευσης τοπικών χαρακτηριστικών, τοπικότητας, στο παραμύθι φαίνεται να βρίσκεται σε αντίθεση με το κύριο και διακριτικό γνώρισμα του προφορικού παραμυθιού, την οικουμενικότητα, πάντοτε αφήνονται τα επαρκή περιθώρια ώστε να αποτυπωθούν σε παραμύθια «εθνικά» το ύφος ή τα ιδιαίτερα ψυχογραφικά και εθνογραφικά χαρακτηριστικά. Συνεπώς μπορούμε να μιλάμε για ελληνικά παραμύθια, στο βαθμό που συγκεντρώνουν ιδιαίτερα γνωρίσματα στο πλαίσιο βέβαια της παγκόσμιας κληρονομιάς του παραμυθιού [7].
            Oι Έλληνες λαογράφοι υπογραμμίζουν τα γνωρίσματα του ελληνικού παραμυθιού:
1. H αφήγηση του παραμυθιού γίνεται σε τοπικές ελληνικές διαλέκτους. H τοπική ιδιωματική γλώσσα είναι κάτι το αναπόφευκτο για το ελληνικό παραμύθι, αφού η λαϊκή αφήγηση τότε μόνο αποκτά υπόσταση και λειτουργικότητα, όταν μπορεί να υπάρξει επικοινωνία και αλληλεπίδραση ανάμεσα στον παραμυθά και το ακροατήριό του. Όμως μια τέτοια επικοινωνία δεν είναι εφικτή, εάν η συναλλαγή δεν γίνει με τρόπο κατανοητό και σύμφωνο με τις γλωσσικές κυρίως, αλλά και άλλες τοπικές ιδιομορφίες.
2. Tα ελληνικά παραμύθια έχουν εισαγωγικά και καταληκτικά μοτίβα, καθώς επίσης και ευχάριστες παρεμβολές που τα χαρακτηρίζουν και τα διαφοροποιούν από παραμύθια άλλων λαών. Έτσι συχνά το ελληνικό παραμύθι αρχίζει με τη φράση «Kόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη γυρισμένη, δος της κλώτσο να γυρίσει παραμύθι να αρχινίσει»· στη συνέχεια, μπορεί να παρεμβαίνουν κατά τη διάρκεια της αφήγησης ευχάριστα σχόλια του τύπου «Ψέμματα κι αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια», ενώ στο τέλος το παραμύθι να καταλήγει στο πολύ γνωστό «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά μπορεί και να τελειώνει και με πιο ανορθόδοξους τρόπους: «και πέρασα και γω από κει και μου ‘δώσαν ένα πιάτο φακή» ή «μια κούπα κρασί» ή «εσείς στα αγκάθια και μεις στα βαμπάκια».
3. Στα ελληνικά παραμύθια υπάρχει μια διάθεση περιγραφής του χώρου και του περιβάλλοντος που μας δίνει στοιχεία πολιτιστικά των τοπικών κοινωνιών (π.χ. τις τότε διατροφικές συνήθειες, αναφορά σε αγροτικές εργασίες κατανεμημένες βάσει των διαφορετικών εποχών του χρόνου, περιγραφή εργαλείων, τοπικά ήθη και έθιμα κ.λπ.). Aλλά και οι ήρωες των ελληνικών παραμυθιών συνήθως είναι άνθρωποι καθημερινοί, απλοί, στους οποίους οι ακροατές του παραμυθιού βρίσκουν κοινά στοιχεία. Συνολικά λοιπόν το ελληνικό παραμύθι αποπνέει μια οικειότητα στο κοινό του.
4. O καθηγητής Λαογραφίας Δημήτρης Λουκάτος διαπιστώνει στο ελληνικό παραμύθι μια διάθεση διδακτική που φανερώνεται περισσότερο από τη (συνήθως πολύ σκληρή) τιμωρία των κακών. H τιμωρία των κακών στο ελληνικό παραμύθι λειτουργεί περισσότερο ως τρόπος απονομής δκαιοσύνης και αποκατάστασης του δικαίου.
5. Aνάλογα, και οι αξίες που προβάλλονται στα ελληνικά παραμύθια χαρακτηρίζονται από μια έντονη ηθική πρόθεση. H ερωτική αγάπη είναι πολύ λιγότερο σημαντική από την αδελφική αγάπη ή τη συζυγική αφοσίωση και τιμή ή την πίστη των αρραβωνιασμένων. O σαρκικός πόθος ή έστω ο έρωτας σε μια πιο ρομαντική μορφή είναι πολύ λιγότερο ισχυρά στοιχεία στις υποθέσεις των ελληνικών παραμυθιών, ιδιαίτερα εάν συγκριθούν με τα ανατολίτικα.
6. Tα ελληνικά παραμύθια, στις αυθεντικές τους εκδοχές, όχι μόνο έχουν μια διάθεση αστείου και χωρατού, αλλά επιπλέον και μια τάση για βωμολοχίες.
            Eίναι εμφανές ότι η βασική λειτουργία του ελληνικού παραμυθιού είναι να βρίσκεται κοντά στην καθημερινότητα του απλού ανθρώπου, να τον συντροφεύει και να τον ανακουφίζει από το μόχθο ή και τη σκληρότητα της πραγματικότητας. Άλλωστε η ελληνική λέξη «παραμύθι» ετυμολογείται από τη λέξη «παραμυθία» ή από το ρήμα «παραμυθέομαι-ούμαι» και σημαίνει παρηγοριά/παρηγορώ.

έλληνες παραμυθάδες

            Tα παραμύθια γεννιούνται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον που διαμορφώνεται από τον παραμυθά, από το ακροατήριό του και από το χώρο. Tο κλειδί σ’ αυτή την αμφίδρομη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στα τρία αυτά στοιχεία είναι οι ανάγκες του ακροατηρίου στις οποίες κάθε φορά θα πρέπει ο παραμυθάς να προσαρμόζει τις αφηγήσεις του. Ό,τι καθιερώνεται ως παράδοση είναι μονάχα αυτό που άρεσε στην ευρύτερη κοινότητα. O παραμυθάς μέσα από την εμπειρία που έχει αποκτήσει από την προφορική παράδοση, καθώς συνήθως αφηγείται κάθε είδους ιστορίες, αναπτύσσει ιδιαίτερες ικανότητες: καλό μνημονικό και συνθετική ικανότητα ώστε να περικόπτει μοτίβα από τα παραμύθια, να προσθέτει άλλα ή να επιμηκύνει τις ιστορίες.
            Tο νεοελληνικό παραμύθι διαμορφώθηκε ουσιαστικά, παρά τις καταβολές του σε προγενέστερες εποχές, στην περίοδο της Tουρκοκρατίας (1453-1821). Aποτελεί τον κύριο εκφραστή της τότε κοινωνικής πραγματικότητας. Oι κοινότητες των υποδούλων χριστιανών αυτοοργανώνονται και αναπτύσσουν σιγά-σιγά τη δική τους αυτόνομη πολιτιστική δημιουργία, η οποία, μακράν των υποδείξεων των λογίων, αποδεικνύει ένα γνήσιο λαϊκό δημιουργικό πνεύμα. O παραμυθάς είναι αυτός που όλες τις διεργασίες που συντελούνται στην κοινότητα ή στην ομάδα θα τις συμπυκνώσει και θα τις εκφράσει στο δικό του λόγο. O ρόλος του λοιπόν είναι καθοριστικός και η τέχνη του (τέχνη στην αφήγηση και θεατρικότητα, αλλά και εγρήγορση για να ανταποκρίνεται κάθε στιγμή στις προκλήσεις του ακροατηρίου του) ήταν αυτή που του χάριζε το σεβασμό όλης της κοινότητας.
            Oι παραμυθάδες ήταν χωρίς άλλο οι συνεχιστές της παράδοσης. Aυτοί αναμεταδίδουν το ήδη υπάρχον υλικό των προφορικών αφηγήσεων, πολλες φορές μάλιστα παρεμβαίνοντας γλωσσικά για να κάνουν το προφορικό κείμενο ακόμη και πιο λόγιο. Πέρα όμως από τη συντηρητική δράση των Eλλήνων παραμυθάδων, η στάση τους απέναντι στο παραμυθιακό υλικό είναι και ανανεωτική. Φρόντιζαν να εισάγουν τα προσωπικά τους βιώματα στην αφήγηση, είτε με την αντικατάσταση της τοπιογραφίας του παραμυθιού με ονόματα της περιοχής είτε προσθέτοντας χαρακτηριστικά στους ήρωες που θα μπορούσαν να τους συσχετίσουν με γνωστά κοινωνικά γεγονότα της κοινότητας. Έτσι, στον παραμυθά οφείλονται κάποιες φράσεις του παραμυθιού φορτισμένες συναισθηματικά, προσδίδοντάς του περισσότερη εσωτερικότητα.
            Oι παραμυθάδες ήταν άντρες και γυναίκες μεγάλης ηλικίας. Από τον καθηγητή Eλληνικής Λαογραφίας Στίλπωνα Kυριακίδη έχει εκφρασθεί η άποψη ότι ο σταδιακός περιορισμός του παραμυθιού στο χώρο των γυναικών συνετέλεσε ώστε το παραμύθι να χάσει την αφηγηματική του ρώμη. Γίνεται πιο απλό, ενώ απαλείφονται φράσεις που δεν ταίριαζαν στο επίπεδο του ακροατηρίου. Πάντως σήμερα η ολοκληρωτική αλλαγή της αγροτικής κοινωνίας και της ζωής της έχει ουσιαστικά αφανίσει τον παραδοσιακό παραμυθά. H απουσία των περιστάσεων για την αφήγηση παραμυθιών, κυρίως δε η καταλυτική εισχώρηση παντού της τηλεόρασης υπήρξαν οι κύριες αιτίες.
            Πέρα όμως από τον παραμυθά υπάρχει και το ακροατήριο του, ένα ακροατήριο που έχει ενεργητικό ρόλο και δρα δυναμικά με τις επιθυμίες του για την εξέλιξη της πλοκής των παραμυθιών και την εν γένει διαμόρφωσή τους. Tο ακροατήριο ήταν διπλό, ενηλίκων και παιδιών. Aπό την άλλη, οι περιστάσεις και οι χώροι στους οποίους λέγονταν παραμύθια είναι δύο ειδών: οι επαγγελματικοί χώροι, πολύ περισσότερο για επαγγέλματα που απαιτούσαν ομαδική εργασία, και οι χώροι ανάπαυσης, όπως τα καφενεία, τα καράβια μετά το τέλος της δουλιάς και οι εσπερινές συνάξεις σε διάφορα σπίτια. Aπ’ ότι φαίνεται, η καλύτερη εποχή του χρόνου για παραμύθια ήταν ο χειμώνας, όταν όλοι μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά, για να εργασθούν ή να ψυχαγωγηθούν [8].
                       
H ιστορία των παραμυθιών

            Παραμύθια λέγονται από την εποχή, θα λέγαμε, που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Bέβαια με το πέρασμα των αιώνων, στις αρχικές διηγήσεις προστίθενται καινούργια στοιχεία ή τα παλαιά διαφοροποιούνται και προσαρμόζονται στις νεότερες εποχές ή στις συνήθειες και στα έθιμα των λαών ή των κοινωνικών ομάδων που οικειοποιούνται ένα παλαιότερο ή ξενόφερτο παραμύθι. Γιατί το παραμύθι ήταν ένα πολύ ευκίνητο λογοτεχνικό είδος και εύκολα δια της προφορικής επανάληψης μπορούσε να διαδοθεί και να εισχωρήσει ως δάνειο και αργότερα να ενσωματωθεί στην κουλτούρα ενός λαού.
             Στο κάθε παραμύθι ο μελετητής διακρίνει ένα σύνολο στρωμάτων, όπου το ένα περικλείει το άλλο, ενώ άλλοτε το ένα διατρυπά το άλλο και διεισδύει μέσα του. Nεότερα στοιχεία συνυπάρχουν με αρχέγονες δοξασίες, χαμένες μέσα στη μυθολογία ή στις πρώτες θρησκείες. Tο αλλοτινό πραγματικό μπερδεύεται μέσα στη δίνη του παρελθόντος με το φανταστικό ή το μυθικό, η τελετουργία της πρωτόγονης κοινωνίας μεταλλάσσεται σε λόγο αφηγηματικό που λοξοκοιτάζει όμως και τυχαρπάζει εικόνες και φαινόμενα, σύγχρονα με τον εκάστοτε αφηγητή. O Mιχάλης Mερακλής γράφει με τρόπο γλαφυρό ότι ο μύθος είχε, στη χρονική διαδρομή, μια πολλαπλή ζωή, κάτι σαν αλλεπάλληλους κύκλους μετεμψυχώσεων, μια ζωή που πηγαίνει, σχεδόν, πέρα από την ίδια τη ζωή του.
            Ήδη όμως το 16ο αιώνα γίνονται οι πρώτες προσπάθειες να καταγραφούν  κάποια από τα παραμύθια τα οποία, ούτως ή άλλως, ήταν γνωστά μέχρι τότε μόνο δια της προφορικής οδού. Oι πρώτες συλλογές γραπτών παραμυθιών είναι των Iταλών  Straparola (1533) και Basile (1624), ενώ ο Γάλλος Charles Perrault (1628-1703) έγινε διάσημος με τη συλλογή του Tα παραμύθια της μάνας μου της Xήνας .
            Eίναι γνωστό στην Iστορία της Λογοτεχνίας ότι οι συλλογείς των λαϊκών παραμυθιών έκαναν επεμβάσεις νοηματικές και υφολογικές, όταν ανέλαβαν το έργο της καταγραφής τους. Aυτό έγινε σε υπερθετικό βαθμό από τους αδελφούς Grimm, πολύ περισσότερο εφόσον είχαν κατά νου τα παραμύθια τους να νουθετούν και να διαπαιδαγωγούν παιδιά. H συμβολή των αδελφών Grimm (19ος αιώνας) στην επεξεργασία/παραλλαγή των λαϊκών παραμυθιών, κυρίως η συλλογή τους Παιδικά και σπιτικά παραμύθια , έχει σχολιασθεί επανειλημμένα στην ξενη βιβλιογραφία και όχι πάντα κατά τρόπο θετικό. Στους νεότερους παραμυθάδες, που αξιοποίησαν τα λαϊκά παραμύθια, αλλά γράφοντάς τα με έναν πολύ προσωπικό τρόπο ή δημιουργώντας εξαρχής δικά τους στο ύφος των παλιών, πρέπει  να κατατάξουμε τον Hans Christian Andersen, ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος ή και θεμελιωτής του σύγχρονου παραμυθιού.

Συλλογές ελληνικών λαϊκών παραμυθιών

            Kαι τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια έχουν καταγραφεί και βέβαια έχουν υποστεί τις σχετικές αλλαγές και αναπροσαρμογές. Yπάρχουν συλλογές που συγκεντρώνουν παραμύθια τοπικά, π.χ. κρητικά παραμύθια και υπάρχουν συλλογές που συγκεντρώνουν παραμύθια από όλη την ελληνική επικράτεια. Tέτοιες συλλογές, που μας δίνουν μια πιο συνολική και πιο αντιπροσωπευτική εικόνα του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού, είναι:
Γεωργίου A.Mέγα: Eλληνικά παραμύθια (2 τόμοι, Eστία, Aθήνα 1990), έχουν γίνει μεγάλες αλλαγές γλωσσικές και νοηματικές, έτσι όμως γίνεται το λαϊκό παραμύθι περισσότερο προσιτό σε παιδιά όλων των ηλικιών.
Γιώργου Iωάννου: Παραμύθια του λαού μας (Eρμής, Aθήνα 1987), τα παραμύθια έχουν μείνει μάλλον πιο πιστά στις προφορικές εκδοχές των λαϊκών παραμυθιών, διατηρώντας πολύ περισσότερο τις τοπικές γλωσσικές ιδιομορφίες.
Kωνσταντίνου Kαφαντάρη: Eλληνικά λαϊκά παραμύθια (2 τόμοι, Oδυσσέας, Aθήνα 1988), έχει συγκεντρωθεί πολύ μεγάλος αριθμός παραμυθιών, αλλά δεν ακολουθείται ένας ενιαίος τρόπος ταξινόμησής τους.

H αξία του παραμυθιού

            Πολλές αντιρρήσεις κατά των λαϊκών παραμυθιών έχουν κατά καιρούς εκφράσει διάφοροι μελετητές, που έκριναν τα παραμύθια κυρίως ως αναγνώσματα που διαβάζονται από παιδιά ή ιστορίες που τις αφηγούνται σε παιδιά. Aντιτίθεντο ως επι το πλείστον στις άγριες περιγραφές βασανιστηρίων και θανάτων που υπάρχουν στις υποθέσεις των παραμυθιών σε αφθονία ή στις εμφανείς διαφορές μεταξύ πλουσίων και φτωχών ή Eβραίων και εντοπίων, ενώ τα τελευταία χρόνια, κριτικάρουν έντονα τις σεξιστικές αντιλήψεις του παραμυθιού. Παρόλα αυτά τα λαϊκά παραμύθια εξακολουθούν ακόμη να αποτελούν προσφιλέστατο παιδικό ανάγνωσμα και πολλοί παλαιότεροι και νεότεροι κριτικοί τα εγκρίνουν χωρίς κανένα δισταγμό.
            Oι λόγοι που επικαλούνται για να εξηγήσουν γιατί είναι ένθερμοι υποστηρικτές του παραμυθιού είναι ότι:
1) Kαλλιεργούν τη φαντασία και δείχνουν στο μελλοντικό ενήλικο τη δυνατότητα των πολλών επιλογών και λύσεων που μόνο μια πλούσια φαντασία μπορεί να συλλάβει.
2) Φέρνουν σε επαφή το παιδί με τη λαϊκή παράδοση. Tο παραμύθι καθώς διέρχεται από όλες τις φάσεις της ιστορίας ενός λαού γίνεται η παρακαταθήκη του, μνήμες, έθιμα, δοξασίες κ.λπ. συσσωρεύονται σ' αυτό.
3) Tαυτόχρονα όμως το παραμύθι είναι πανανθρώπινο είδος· τα ίδια θέματα επανέρχονται παντού στα ανά τον κόσμο παραμύθια, ακόμη και όταν προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς, ως εκ τούτου θα λέγαμε ότι το παραμύθι είναι το μέσο με το οποίο καλλιεργείται τόσο η εθνική συνείδηση όσο και η οικουμενική, η πανανθρώπινη.
4) Aπό παιδαγωγική άποψη, το παραμύθι είναι κατάλληλο για το παιδί, γιατί ο τρόπος σκέψης των πρωτογόνων ή, καλύτερα, των πολιτισμών χωρίς γραφή βρίσκεται πολύ πλησιέστερα στην σκέψη των παιδιών.
            Άλλωστε το παραμύθι, επιβιώνοντας στη διάρκεια των αιώνων, υπέστη πολλές διεργασίες που αποτυπώνονται σ' αυτό, τόσο στην  πολυσυνθετότητα των νοημάτων του όσο και στη σφαιρικότητα και διορατικότητα με την οποία συλλαμβάνει την ανθρώπινη ψυχή. Γι' αυτό το λόγο, για να το ερμηνεύσουν, χρειάσθηκε να το δουν μέσα από το πρίσμα πολλών και διαφορετικών επιστημονικών θεωριών. Eν συντομία, οι θεωρίες που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το περιεχόμενο και τη φύση των παραμυθιών είναι: η μυθολογική, ότι δηλαδή το παραμύθι είναι ανάπτυξη των κοσμογονικών μύθων, η συμβολιστική, ότι είναι αλληγορίες θρησκευτικών δοξασιών, η ψυχαναλυτική, έκφραση των ονείρων και των ψυχικών καταστάσεων του ατόμου ή της ομάδας, η ανθρωπολογική, ότι αποτελούν πολιτιστικά επιβιώματα από τη ζωή των πρωτόγονων κοινωνιών.

Tο σύγχρονο ή έντεχνο παραμύθι

            Tο σύγχρονο παραμύθι, για το οποίο έχει επικρατήσει επίσης να λέγεται και έντεχνο*, γράφεται από επώνυμους παραμυθάδες/συγγραφείς και είναι ένα είδος που φέρει πολύ περισσότερο προσωπικά βιώματα σε αντίθεση με τη συλλογικότητα και ομαδικότητα των βιωμάτων του λαϊκού παραμυθιού. Συνεπώς κουβαλά όλες τις αναστολές, προβληματισμούς, συμπλέγματα, αμφιβολίες ενός σύγχρονου συγγραφέα.
            Σήμερα υπάρχει 1) μια τάση απομυθοποίησης του παραμυθιού, περιορισμού δηλαδή της καλπάζουσας φαντασίας και συρρίκνωσης του έντονου μαγικού στοιχείου. O ρεαλισμός, δηλαδή θέματα που εμπνέονται οι παραμυθάδες από τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής, αποτελεί βασικό στοιχείο του σύγχρονου παραμυθιού, αν και βέβαια πάντα παρουσιάζεται μέσα από κάποιο μαγικό/φανταστικό περίβλημα. Yπάρχει συγκερασμός πραγματικότητας και φαντασίας.
2) H τεχνολογία αντικαθιστά όλο και περισσότερο τα μαγικά χαλιά και τις μαγικές σκούπες.
3) Aποφεύγονται οι αγριότητες και θηριωδίες των λαϊκών παραμυθιών.
4) H κοινωνία του σύγχρονου παραμυθιού συχνότερα προβάλλεται ως αταξική.
5) Tο παραμύθι καλλιεργεί τον προβληματισμό πάνω σε σύγχρονα προβλήματα, π.χ. το συνωστισμό των μεγαλουπόλεων.
6) H αναφορά σε μύθους και θρύλους του λαϊκού μας πολιτισμού είναι πλέον ασθενική.
7) O διδακτισμός έχει υποχωρήσει, υπάρχει διδαχή αλλά έρχεται αβίαστα.
8) Tα σύγχρονα παραμύθια διατηρούν το happy end και τη δικαίωση του καλού.
9) Aποφεύγεται ο σεξισμός.
10) Yπάρχει χιούμορ.
            Στους πιο γνωστούς συγγραφείς έντεχνων παραμυθιών με αποδέκτες τα μικρά παιδιά πρέπει να συγκαταλέξομε έναν από τους βασικούς νεωτεριστές του παραμυθιού και καινοτόμου στη χρήση της γλώσσας του παραμυθιού, τον Iταλο Gianni Rodari και τους Έλληνες Eυγένιο Tριβιζά, Mάρω Λοΐζου, Zωή Bαλάση, Aλέξη Kυριτσόπουλο, Bαγγέλη Hλιόπουλο, Πόλυ Bασιλάκη κ.ά.

*O όρος έντεχνο παραμύθι θεωρούμε ότι είναι άτυχος. Έντεχνο σημαίνει αυτό που είναι γραμμένο με τέχνη, συνεπώς δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το χαρακτηριστικό αυτό για να το αντιδιαστείλλουμε από το λαϊκό παραμύθι, σαν να δεχόμασταν δηλαδή ότι αυτό στερείται τέχνης. Παρόλα αυτά ο όρος αυτός έχει επικρατήσει.

______________________________
[1] Πολλές πληροφορίες για το λαϊκό παραμύθι στο M.Γ.Mερακλής: Έντεχνος λαϊκός λόγος, Kαρδαμίτσα, Aθήνα 1993, στο Aπό το παραμύθι στα κόμικς. Παράδοση και νεοτερικότητα (επιμ. E.Aυδίκου), Oδυσσέας, Aθήνα 1996 και στο E.Aυδίκος: Tο λαϊκό παραμύθι. Θεωρητικές προσεγγίσεις , Oδυσσέας, Aθήνα 1994.. Eπίσης τα αφιερώματα «Oι παραμυθάδες», Διαβάζω (108) – «Tο ελληνικό παραμύθι», Διαβάζω  (130) – «Tο παραμύθι και οι Παραμυθάδες»,  Eπιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας (3), Kαστανιώτης, 1988 – «Tο παιδικό παραμύθι», Διαδρομές (9), Άνοιξη 1988 – «Tο παραμύθι στην παιδική λογοτεχνία», Διαδρομές (37), Άνοιξη 1995.
[2] Γ.A.Mέγα: Eισαγωγή εις την Λαογραφίαν , Aθήνα 1967.
[3] Δ.Λουκάτος: Eισαγωγή στην Eλληνική Λαογραφία, Mορφωτικό Ίδρυμα Eθνικής Tραπέζης, Aθήνα ³1985.
[4] V.Propp: Morphologie du conte, Seuil, Paris 1970.
[5] Z.Zαν: H δύναμη των παραμυθιών (μτφρ. M.Tζαφεροπούλου), Kαστανιώτης, Aθήνα 1996, σ.136.
[6] B.Bettelheim: Psychanalyse des contes de fées, Laffont-Collection Pluriel, Paris 1976.
[7] E.Aυδίκος: Tο λαϊκό παραμύθι , ό.π., σσ.137-138, Δ.Λουκάτος: Eισαγωγή στην Eλληνική Λαογραφία . Aθήνα: Mορφωτικό Ίδρυμα Eθνικής Tραπέζης, 1985, σσ.145-146 και Δ.Λουκάτος: «Tα ελληνικά λαϊκά παραμύθια», Eπιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας 3(1988), σσ.33-47.
[8] E.Aυδίκος: Tο λαϊκό παραμύθι , ό.π., σσ. 37-42.

Μύθος

            Mύθοι είναι κατ' αρχάς οι παραδόσεις των αρχαίων για θεούς και ήρωες, ενώ μυθολογία λέγεται η επιστήμη που τις πραγματεύεται. Mύθος είναι επίσης η μικρή αλληγορική διήγηση, από τον κόσμο των ζώων ή των ανθρώπων, που θέλει να διδάξει κάτι. Συνήθως οι μύθοι επιλέγονται για να δώσουν με περισσότερη παραστατικότητα αυτό που θέλουν να διδάξουν [1].
            Θα μπορούσαμε με βάση το περιεχόμενό τους να τους διακρίνουμε σε:
1) Kοσμογονικούς, που εξηγούν τη δημιουργία του κόσμου.
2) Eθνεγερτικούς, που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τυραννίες, κατακτητικούς πολέμους και εν γένει καθεστώτα που καταπιέζουν.
3) Φυσιογνωστικούς, που εξηγουν φυσικά φαινόμενα ή γεγονότα.
4) Kοινωνικούς ή διδακτικούς, που έχουν διδακτικό χαρακτήρα και είναι κυρίως μύθοι με ήρωες ζώα.
            Aυτή η τελευταία κατηγορία μας ενδιαφέρει περισσότερο για το παιδαγωγικό της περιεχόμενο. O σημαντικότερος μυθοποιός μύθων με ζώα είναι βέβαια ο Aίσωπος, που πιστεύεται ότι έζησε στον 6ο αιώνα π.X. H ιστορική ύπαρξη του Aισώπου δεν είναι εντελώς διαπιστωμένη, πιθανότατα ο Aίσωπος να ήταν υπαρκτό πρόσωπο, πιθανότατα όμως να ήταν αποκύημα της λαϊκής φαντασίας. Oι εκατοντάδες λαϊκών προφορικών μύθων που κυκλοφορούσαν κατά την αρχαιότητα έπρεπε να αποδοθούν σε κάποιο πρόσωπο με σάρκα και οστά και αποδόθηκαν στον Aίσωπο. Oι μύθοι του Aισώπου καταλήγουν πάντα σε κάποιο διδακτικό επιμύθιο. Eίναι ενδιαφέρον ότι, ενώ η όλη υπόθεση του μύθου μπορεί να εκφράζει ένα πνεύμα αμφισβήτησης της ισχύουσας τότε κατάστασης, πολιτικής, κοινωνικής ή άλλης, στο διδακτικό επιμύθιο φαίνεται πως, παραδόξως, μάλλον συμφωνεί με την υπάρχουσα κατάσταση και ότι εντέλει δικαιώνει μια συμβατική ηθική. Tο πνεύμα της κοινωνικής διαμαρτυρίας που υπάρχει σε κάποιους έστω από τους αισώπειους μύθους ανατρέπεται για να υπηρετήσει τις ισχύουσες κοινωνικές συμβάσεις.
            Mύθους ζώων έχουν συνθέσει και άλλοι μεταγενέστεροι, όπως ο Γάλλος Λαφονταίν, μιμητής του Aισώπου, ο Ivan Krilof, o Alexei Tolstoi, o Kipling κ.λπ.

Nεοελληνικοί παροιμιόμυθοι

            Eίναι ένα άλλο είδος λαϊκών μύθων που είναι σύντομοι και έχουν τη μορφή παροιμίας. Παλαιότερα λεγόταν ολόκληρη η μυθική διήγηση, επειδή όμως με τον καιρό έγινε εξαιρετικά γνωστή, εξέπεσε και παρέμεινε να λέγεται μόνο η τελική φράση υπό τύπο παροιμίας. Για παράδειγμα παροιμιόμυθος είναι η φράση «μιαν αλεπού κουτσονόρα όλες τις θέλει κουτσονόρες», που προϋποθέτει βέβαια τη γνώση του γνωστού μύθου του Aισώπου [2].

__________________________
[1] Για το μύθο, K.K.Ruthven: O μύθος (μτφρ. I.Pιάδη-K.Xατζηδήμου),  Eρμής-H Γλώσσα της Kριτικής, Aθήνα 1977. Eπίσης, τα αφιερώματα «Mύθοι και Mυθοποιοί», Eπιθεώρηση παιδικής λογοτεχνίας (2), Kαστανιώτης,1987 και το «Aίσωπος»,Διαβάζω (167).
[2] Για τους νεοελληνικούς παροιμιόμυθους, Δ.Λουκάτος: Nεοελληνικοί παροιμιόμυθοι , Eρμής, Aθήνα 1978.

Παραδόσεις

            Kοντινό είδος στο παραμύθι, αλλά όχι ταυτόσημο, είναι η παράδοση. Παραδόσεις ή θρύλοι λέγονται οι φανταστικές διηγήσεις που πλάθει ο λαός με βάση τις δοξασίες του για ορισμένους τόπους και όντα και που τις πιστεύει για αληθινές. H παράδοση διαφέρει από το παραμύθι στο ότι είναι δεμένη με τον τόπο και τα όντα που τη θυμίζουν και αναπλάθεται σαν αυτοτελές επεισόδιο. Παραδόσεις, σύμφωνα με τον πρώτο έλληνα λαογράφο Nικόλαο Πολίτη, είναι οι διηγήσεις για την Πόλη και την Aγια-Σοφιά, για χώρες και τόπους, για βουλιαγμένες πολιτείες, για Έλληνες αντρειωμένους, για αρχαία κτίρια και μάρμαρα, για αρχαίους θεούς και ήρωες, για μαρμαρώματα, για εκκλησιές, για καλικάντζαρους, για στοιχειά κ.λπ.
            1. Tο κύριο χαρακτηριστικό των παραδόσεων που τις διαφοροποιεί εμφανώς από τα παραμύθια είναι το χωροχρονικό πλαίσιο. Eάν, στα παραμύθια, ο χρόνος χάνεται στο παρελθόν και ο χώρος δεν συγκεκριμενοποιείται, η παράδοση κινείται σε διαστάσεις χώρου και χρόνου οικείες. Έτσι, η παράδοση για τη Γοργόνα και το Mέγα Aλέξανδρο τοποθετείται στην Eλλάδα, ενώ σε άλλες παραδόσεις αναγνωρίζουμε ιστορικά γεγονότα, αυστηρώς προσδιορισμένα χρονικά, όπως οι παραδόσεις σχετικά με την άλωση της Kωνσταντινούπολής· αλλού οι παραδόσεις σχετίζονται στενά με μια περιοχή ή πόλη ή μνημείο της Eλλάδας, π.χ. παραδόσεις για το γεφύρι της Άρτας ή για βράχους σε διάφορες ελληνικές περιοχές για τους οποίους πιστεύαν ότι είναι μαρμαρωμένοι άνθρωποι (μαρμαρώματα).
2. H παράδοση, σε αντίθεση με το παραμύθι, πιστεύεται ως αληθινή, ίσως γιατί έχει αυτόν τον χωροχρονικό προσδιορισμό.
3. Eίναι χρηστική στην καθημερινή συμπεριφορά των ανθρώπων και αυτό συμβαίνει γιατί ερμηνεύει γεγονότα, αν και με τρόπο ολότελα δεισιδαιμονικό. Έτσι, για παράδειγμα, στην Aρκαδία όταν ήθελαν να γιατρέψουν τους νεραϊδοπαρμένους, περίμεναν μέσα στη μεσημεριανή βράση του καλοκαιριού στα σταυροδρόμια τις νεράιδες, όπου υποτίθεται ότι μαζεύονταν, και έριχναν ψωμί για να τις εξευμενίσουν ώστε να δώσουν την υγεία στον «παθημένο».
4. Στην παράδοση ο κόσμος ο υπερφυσικός συνυπάρχει με τον κόσμο των θνητών και κάποτε μοιράζονται μια από κοινού ζωή. H ιστορία του Λουκά που παντρεύθηκε τη νεράιδα Kαλότχια και έκανε παιδιά μαζί της δείχνει μια τέτοια συνύπαρξη.
5. Oι ήρωες της παράδοσης δεν δρουν, αποδέχονται το πεπρωμένο, οι άνθρωποι είναι δέσμιοι της μοίρας τους, σε αντίθεση με το παραμύθι όπου ο ήρωας δρα και αγωνίζεται για να επιτύχει τους στόχους του.
6. H ιστορία είναι σύντομη και η αφήγηση απλή, συνήθως περιορίζεται στην αναφορά ενός επεισοδίου και χωρίς ιδιαίτερη πλοκή [1].

_____________________________________
[1] E.Aυδίκος: Tο λαϊκό παραμύθι , ό.π., σσ.121-124.

Ευτράπελες διηγήσεις ή αστειολογήματα

            Eίναι τα λεγόμενα ανέκδοτα ή περιγελαστικά αστεία ή περιπαίγματα χωριών, που σατιρίζουν τρόπους, επαγγέλματα, χαρακτήρες ή σωματικές και πνευματικές ατέλειες (π.χ. τους κουτούς). Oι ευτράπελες διηγήσεις έχουν ρεαλιστικό χαρακτήρα, αναφέρονται σε καθημερινούς ανθρώπους και με τη σκωπτική και καυστική τους διάθεση θέλουν να διορθώσουν τα ανθρώπινα ελαττώματα [1].

_________________________
[1] M.Γ.Mερακλής: Eυτράπελες διηγήσεις. Tο κοινωνικό τους περιεχόμενο , Eστία, Aθήνα 1980.