Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια.

(Ρόδος)

Μια βολά κι ένα καιρό ζούσαν δύο ξαέρφια με τις οικογένειές τους, που ο ένας είχε χτήματα πολλά και πλούσιο σπίτι, ενώ ο άλλος είχε ένα χωραφάκι που καλλιεργούσε και ένα απλό σπιτάκι. Και οι δύο είχασι που μια μοναχοκόρη, που τα εβρίσκαντα μεταξύ ντους.
Κάποια μέρα, ο πλούσιος αξάερφος χάρισε στην κόρη του φτωχού μιαν αελιά. Η αελιά αυτή μετά που καιρό εγέννησε ένα δαμαλάκι που τα πό-δια του ήτο χρυσά. Πετούσε που τη χαρά της η κόρη του φτωχού και κάθε μέρα το ξάνοιε σαν τα μάτια της. Έμαθε ντο όμως η κόρη του πλούσιου ξαέλφου κι εζήλεψε. Έστειλε το λοιπόν τον ‘φέντη της, να γυρέψει πίσω την αελιά και το δαμαλάκι μαζί. Φυσικά ο άλλος αξάερφος δεν το έδινε πίσω, γιατί όπως του είπε τα δώρα εν κάνει να επιστρέφου-νται, κι ύστερα και τα δύο ζωάκια τώρα πιο ήτο δικά τους.

Ο πλούσιος όμως επεισμάτωσε κι έτσι πήγασι μιαν ημέρα στο σοφό άρχοντα της πόλης τους να τους λύσει τη διαφορά. ‘Φτός έκουσεν τους προσεκτικά και τους δύο, επειδή εν ήθελε ούτε να τους δυσαρεστήσει, ούτε να αδικήσει κανέναν υπήκοό του και τους είπε να κάμουσι κάτι άλλο. Θα τους έκαμνε τρεις ερωτήσεις και όποιος από τους δύο θα απαντούσε σωστά σε ούλες, αυτός θα κέρδιζε και το δαμαλάκι με τα χρυσά τα πόδια. Αφού εσυφώνησαν, ο άρχοντας την ίδια κιόλας μέρα κιόλα, έκαμε τους την πρώτην ερώτηση:
-Θέλω να γυρίσετε στο σπί’ σας κι αύριο πάλι το πουρνό να ξανάρθητε σε μένα, κι αφού σκεφτείτε καλά να μου απαντήσετε, ποιο είναι το πιο παχύ πράμα στον κόσμο.
Γύρισαν τα δυο ξαέρφια στο σπιτικό τους και ο πλούσιος ένοιωθε ευτυχισμένος γιατί ήξερε κιόλα την απάντηση:
-Υπάρχει πιο παχύ πράγμα στον κόσμο που τη γουρούνα μου;
-Ένα τεράστιο γουρούνι που’ θρεφε στο χοιροστάσιό του, σκεφτόταν και καμάρωνε.
Ο φτωχός όμως καθόταν όλη τη νύχτα μπαϊλντισμένος και συλλοϊσμένος γιατί δεν ήξερε τι να παντήσει. Το πρωί πριν ξεκινήσει, τον είδε ετσιδά η κόρη του και το ρώτησε το πρόβλημα του. Μόλις έκουσε την ερώτηση που του’ χε κάνει ο άρχοντας, γέλασε, και λέει στον ‘φέντη της:
-Θα πας στον άρχοντα και θα του πεις, ότι το πιο παχύ πράγμα στον κόσμο είναι η Γη.
Απόρησε στην αρχή ο ‘φέντης της αλλά ακόμα κι αν δεν ήτο σίγουρος για τη γνώμη της κόρης του δεν είχε τι άλλο να κάμει.
Έφτασαν το λοιπόν στον άρχοντα και στάθηκαν μπροστά του και όταν τους έγνεψε να του πουν ποιά ήταν η απάντηση στο χθεσινό του ερώτη-μα, ο μεν πλούσιος του λέει:
-΄Αρχοντά μου, δεν υπάρχει πιο παχύ πράγμα στον κόσμο από το γουρούνι μου και σε καλώ νάρθεις να το δεις με τα μάτια σου για να πιστέ-ψεις.
Ο δε φτωχός, κομπιάζοντας στην αρχή, του είπε:
-Άρχοντά μου, το πιο παχύ πράγμα στον κόσμο είναι η Γη!
Σαν τάκουσε ο άρχοντας αυτό, θάμασε το φτωχό άνθρωπο για τον ξυπνό το λόγο ντου, μα δεν ήτο καιρός ‘κόμα να μολογήσει ποιός που τους δύο είχε μιλήσει σωστά. Έτσι κάμνει τους και τη δεύτερη ερώτηση:
-Ποιό πράγμα στον κόσμο είναι το πιο γλήορο, τους λέει.
Έφυγε πάλι ο πλούσιος ευτυχισμένος, σίγουρος ότι το πιο γλήορο πράγμα στον κόσμο ήταν το άλοό του. Ενώ ο φτωχός όλη τη νύχτα ξενύχτησε προσπαθώντας να βρει απάντηση. Το πρωί, πριν ξεκινήσει τον ξαναρωτά η κόρη του τι είναι ‘φτό που τον τρώει. Κι όταν εκείνος της είπε την ερώτηση του άρχοντα, του λέει τότε εκείνη:
-Φέντη μου, να πας και να του πεις ότι το πιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο είναι ο νούς.
Πήγαν πάλε πίσω στον άρχοντα και ο πλούσιος του απάντησε ό,τι είχε σκεφθεί, δηλαδή το άλοό ντου. Κι όταν ήρθε η σειρά του φτωχού, του λέει τα λόγια της κόρης του. Αυτή όμως τη φορά, ο άρχοντας δεν κρατήθηκε και γεμάτος θαυμασμό για τις σοφές απαντήσεις του τον ρωτά:
-Μα πες μου καλέ μου άνθρωπε, ποιός σου λέει τούτα τα λόγια ή μήπως που την κεφάλη σου τα σκέφτεσαι;
-Η κόρη μου, άρχοντά μου, του λέει τότε εκείνος με ταπεινό ύφος. Βλέποντάς με στενοχωρημένο, πριν ξεκινήσω, μου είπε να σου δώσω αυτές τις απαντήσεις. Μα αν εσύ κρένεις....
Δεν τον άφησε ο άρχοντας να τελειώσει. Σηκώθηκε, και αφού τον χτύπη-σε φιλικά στον ώμο, του λέει:
-Να πας και να πεις στην κόρη σου να ΄ρθει αύριο μπροστά μου και να είναι ντυμένη και άντυτη. Να φορεί και να μη φορεί ρούχα.
Στενοχωρημένος περισσότερο από τις άλλες φορές ο φτωχός γύρισε στο σπιτάκι του και δεν ήξερε τι να πει στην κόρη του. Όμως δεν μπορούσε και να παρακούσει τη διαταγή του άρχοντα. Έτσι, την άλλη μέρα ξυπνάει την κόρη του που τα χαράματα και της λέει: -Κόρη μου, τοιμάσου γλήορα να πας στον ίδιο τον άρχοντα. Θέλει να σε γνωρίσει. Μόνο που δεν ξέρω αν αυτή τη φορά θα κερδίσουμε το χρυσό μας δαμαλάκι. Γιατί θέλει να πας ντυμένη και άντυτη. Να φορείς και να μη φορείς ρούχα.
-Γι’ αυτό στενοχωριέσαι καλέ φέντη, του λέει τότε γελώντας το κορίτσι, και μια και δυο τρέχει στην παραλία, στην καλύβα ενός ψαρά και δανείζεται ένα δίχτυ. Ύστερα βγάζει όλα της τα ρούχα και τυλίγεται με το δίχτυ και ξεκινά για το αρχοντικό, αφού έριξε πάνω της ένα πανωφόρι για να μην κρυώσει.
Σαν ήρθε η ώρα να παρουσιαστεί μπροστά στον άρχοντα με περήφανο ύφος η κοπέλα πετάει το πανωφόρι της, υποκλίνεται μπροστά του και
αφήνει να φανεί η ομορφιά του κορμιού της, όπως τα λόγια της είχαν δείξει την ομορφιά του μυαλού της.
Και ο δίκαιος άρχοντας γοητευμένος τότε, όχι μόνο κράτησε τον λόο του δίνοντας το δαμαλάκι στον φτωχό ξάερφο αλλά ζητάει και την κόρη του για γυναίκα του. Φυσικά, εκείνη όταν έγινε αρχόντισσα, χάρισε το δαμαλάκι στην πλούσια ξαέρφη της, λέγοντας ότι τώρα πια δεν είχε ανάγκη, αφού το πραγματικό χρυσάφι το είχε βρει η ίδια κοντά στον καλό και δίκαιο άντρα της.

(Ρόδος, Δωδεκάνησα) Ειρήνη Πόλια
Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr