Ο αράπης.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας γέρος πολύ φτωχός και άρρωστος. Η γυναίκα του είχε πεθάνει και τη φροντίδα του είχαν αναλάβει οι τρεις κόρες του. Τα κορίτσια ήταν πολύ αγαπημένα και φρόντιζαν να μη λείψει τίποτα απ’ το φτωχό πατέρα τους.
Μια μέρα που τα αποθέματα σε φαγητό είχαν σωθεί ανέλαβε η μεγάλη κόρη να κατέβει στην ακροθαλασσιά μήπως και καταφέρει να πιάσει μια καλή ψαριά για το μεσημεριανό τους. Εκεί που καθόταν πάνω σ’ ένα βράχο και περίμενε υπομονετικά ένιωσε το καλάμι της να βαραίνει. Χαρούμενη το ανέσυρε, αλλά προς μεγάλη της έκπληξη εμφανίστηκε μπροστά της ένα ψάρι που μιλούσε. “Ρίξε με στη θάλασσα” της είπε “και ’γω θα σε βοηθήσω. Ακολούθησε το δρόμο που οδηγεί στο δάσος. Θα συναντήσεις ένα καλυβάκι. Μπες μέσα κι εκεί θα βρεις τη λύση στα προβλήματά σου.” Η κοπέλα μετά το αρχικό ξάφνιασμα ευχαρίστησε το ψαράκι και το έριξε στο νερό.
Η ώρα στο μεταξύ είχε περάσει και ο καιρός είχε χαλάσει. Τα δύο κορίτσια πίσω στο σπίτι άρχισαν να ανησυχούν και έπειτα από προτροπή του πατέρα τους βγήκαν προς αναζήτηση της αδερφής τους. Στην ακροθαλασσιά δεν υπήρχε ψυχή. Απογοητευμένες πήραν το δρόμο της επιστροφής. Η μικρότερη σκέφτηκε να ψάξουν και στο δάσος. “Ίσως πήγε να μα-ζέψει μανιτάρια και αγριόχορτα. Το ψάρεμα δεν είναι πάντα εύκολη υ-πόθεση” είπε. “Γύρνα πίσω εσύ να καθησυχάσεις τον πατέρα και γω θα επιστρέψω σύντομα.”
Στην αρχή του δάσους υπήρχε ένα καλυβάκι κρυμμένο απ’ τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων. Εκεί ζούσε ένας αράπης άσχημος και γέρος. Ό-ταν έφτασε εκεί η μεγάλη αδελφή, βγήκε και της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω τους της είπε “Χαίρομαι που
στάθηκες υπάκουη και ήρθες ως εδώ. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου; Θα ζεις με όλες τις ανέσεις και ο φτωχός σου πατέρας θα γίνει καλά.” Το κορίτσι ήταν νέο και όμορφο και η ιδέα δεν της άρεσε, αλλά από την άλλη σκεφτόταν πώς να βοηθήσει την οικογένειά της κι έτσι δέχτηκε. Τότε ο αράπης την οδήγησε στην κουφάλα ενός δέντρου. Κατέβηκαν μια καταπακτή που υπήρχε στο έδαφος και η κοπέλα θαμπώθηκε από την ομορφιά που αντίκρισε. Μπροστά της απλωνόταν ένα πολυτελέστατο παλάτι. “Θα μένεις εδώ και θα ΄χεις ό,τι λαχταράς” της είπε ο αράπης. “Μόνο απ’ αυτό το κρασί δεν επιτρέπεται να πιείς” και λέγοντας αυτό της έδειξε ένα μπουκάλι στολισμένο με διαμάντια πάνω σ΄ ένα τραπεζάκι. “Από αυτό πίνω μόνο εγώ.”
Πήρε να νυχτώνει όταν η μικρότερη αδερφή έφτασε μπροστά στο καλύβι του αράπη. Κρυμμένο όπως ήταν μες στα δέντρα δεν το είδε και καθώς ξέσπασε μια δυνατή μπόρα μπήκε στην κουφάλα του δέντρου που είδε μπροστά της για να προστατευτεί. Ένιωσε κάτι σκληρό κάτω από τα πόδια της και με μεγάλη της έκπληξη είδε την καταπακτή. Η περιέργειά της την έσπρωξε να κατέβει και όπως ήταν φυσικό έμεινε έκθαμβη με το κάλλος του παλατιού αλλά και του κήπου που το περιέβαλλε. Το ξάφνιασμα της μεγάλωσε όταν είδε την αδερφή της να ξεπροβάλλει από την πύλη του παλατιού. Η μεγάλη οδήγησε μέσα τη μικρή, της διηγήθηκε πως βρέθηκε εκεί και πως ο αράπης σύντομα θα την παντρευόταν. Αφού την ξενάγησε της μίλησε και για το απαγορευμένο κρασί. Η μικρή γέλα-σε και αψηφώντας τα λόγια της άνοιξε το μπουκάλι και ήπιε μια γερή γουλιά.
Είχε νυχτώσει για τα καλά και η αγωνία είχε κυριεύσει πατέρα και κόρη για τα δυο κορίτσια που δε γύρισαν. Η μεσαία κόρη παρά τους φόβους και τις αντιρρήσεις του πατέρα της ξεκίνησε να βρει τις αδερφές της. Φτάνοντας στο δάσος εμφανίστηκε μπροστά της ο αράπης. “Αν θες να δεις τις αδερφές σου ακολούθησε με ” της είπε. Η κοπέλα έκρυψε τον φόβο και την ταραχή της και μπήκε στο φτωχικό καλυβάκι. Πάνω σ΄ ένα τραπέζι υπήρχε ένα πιάτο φαγητό και ένα μπουκάλι κρασί. “Θα μείνεις
εδώ το βράδυ. Αν θες μπορείς να φας αλλά δεν επιτρέπεται να αγγίξεις το κρασί” και λέγοντας αυτά την κλείδωσε και έφυγε.
Πίσω στο παλάτι η μικρή ένιωσε να χάνει τις αισθήσεις της. Το κρασί τη ζάλισε και έπεσε κάτω λιπόθυμη. Ο αράπης εμφανίστηκε μπροστά στη μεγάλη αδερφή και της είπε: “Απόψε θα κριθεί η τύχη σας. Η αδερφή σου φέρθηκε επιπόλαια.”
Ήρθε το ξημέρωμα και η μεσαία κόρη κατάφερε ν’ αντισταθεί και να μη δοκιμάσει από το απαγορευμένο πιοτό. Ο αράπης φανερά ευχαριστημένος της εξήγησε τι είχε συμβεί και την οδήγησε στις αδερφές της. Το παλάτι στο μεταξύ είχε χαθεί αλλά η μικρότερη είχε συνέλθει. Ζήτησε συγγνώμη για την απερισκεψία της και όλοι μαζί προχώρησαν στο φτωχικό του πατέρα τους. Ο αράπης μεταμορφώθηκε σ΄ έναν όμορφο νέο, παντρεύτηκε τη μεγάλη κόρη και έζησαν ευτυχισμένοι.


Βασιλική Αργυροπούλου
Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr