Ο τσιγκούνης παπάς.

(Θράκη)

Μια φορά και ένα καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένας παπάς με τη παπαδιά και το γιο τους. Τα χρόνια περνούσαν, ο γιος μεγάλωνε και έφτασε κάποια στιγμή η ηλικία για να παντρευτεί. Όμως ο παπάς είχε αρκετά ελαττώματα. Ήταν απίστευτα τσιγκούνης, πονηρός, λαίμαργος και αυτές τις συνήθειες τις γνώριζαν πολύ καλά οι υπόλοιποι χωριανοί. Ήταν διαδεδομένη η έλλειψη φιλευσπλαχνίας και απλοχεριάς…παπάς άνθρωπος έλεγαν όλοι. Έτσι κανείς δεν έδινε τη κόρη του στο γιο του παπά. Κάποια στιγμή όμως ο γιος ερωτεύτηκε μια κοπέλα από άλλο χωριό και αποφάσισε να τη πάρει γυναίκα του. Ο παπάς σκεφτόταν τα έξοδα του γάμου και μονολογούσε:

-Πω πω τι θα κάνω τώρα που η νύφη πρέπει να μείνει στο σπίτι μας, πως θα θρέψω τέσσερα στόματα;
–Σταμάτα, να του λέει η παπαδιά, το σπλάχνο σου παντρεύεις, αλλά ο παπάς το δικό του.
Ο γιος παντρεύτηκε τη κοπέλα, η οποία η δόλια αναγκάστηκε να μένει με τα πεθερικά της. Όταν ο άντρας της ήταν σπίτι περνούσε καλά. Ο γιος όμως πήγαινε στα χωράφια και γυρνούσε αργά το βράδυ, που όλοι κοιμόνταν. Κάποια μεσημέρια μπορεί να ήταν σπίτι αυτός, όμως σπάνια. Το βράδυ όμως δεν ήταν. Όπως όλες οι οικογένειες έτσι και αυτή έτρωγαν όλοι μαζί και φυσικά μαγείρευε η νεοφερμένη της οικογένειας η νύφη δηλαδή, αλλά εδώ θα σας φανεί περίεργο… αυτή ποτέ δεν έτρωγε…μαγείρευε, έστρωνε τραπέζι αλλά μέχρι να κάτσει, ο παπάς και η παπαδιά είχαν φάει και είχαν μαζέψει κιόλας..
-Έφαγε ο παπάς, έλεγε η παπαδιά.
Πήγαινε η κοπέλα να κάτσει και έλεγε ο παπάς:
- Έφαγε η παπαδιά, άιντε μάζεψε νύφη το τραπέζι.
Αυτό γινόταν μια δυο και έγινε συνήθεια πλέον. Μέχρι η κοπέλα να ρέψει.. και αντίρρηση δεν μπορούσε να φέρει. Η κοπέλα είχε τρια αδέλφια που
αποφάσισαν με τη σειρά να την επισκεφτούν, να δουν πως περνάει. Κά-ποια στιγμή έρχεται ο πρώτος και είδε τη γυναίκα αδύνατη, είδε και τη συμπεριφορά των πεθερικών και το λέει στα αδέλφια του. Πάει και δεύτερος αδελφός τα ίδια. Έφαγε ο παπάς, έφαγε η παπαδιά δεν έχει άλλο φαΐ. Πάει και ο τρίτος που ήταν περισσότερο ξύπνιος και πονηρός. Μαγείρεψε η νύφη πάλι και έστρωσε τραπέζι. Τρώει η νύφη περιέργως τρώει και ο αδελφός της. «Άντε αδελφή καλά φάγαμε και σήμερα μάζεψε τώρα». Ο παπάς και η παπαδιά δεν πρόλαβαν να κάτσουν και το τραπέζι είχε μαζευτεί. Έτσι γινόταν τις μέρες που ο μικρός αδελφός φιλοξενούνταν στο σπίτι του παπά. Ένα βράδυ που έπεσαν να κοιμηθούν νηστικοί ο παπάς και η παπαδιά, λέει ο παπάς:
-Παπαδιά με έχει κόψει το στομάχι η πείνα δεν βάζεις λίγο τραχανά να βράσει;
-Να βάλω παπά μου λέει η παπαδιά.
Ο αδελφός όμως δεν κοιμόταν και παρακολουθούσε. Πάει η παπαδιά να βάλει νερό να βράσει τι ρωτάει ο αδελφός:
-Τι κάνεις εκεί συμπεθέρα τέτοια ώρα;
-Βάζω νερό να βράσει για να πλύνω τα ρούχα αύριο.
-Αα έτσι εε πάρε και τις δικές μου τις κάλτσες να τις πλύνεις. Ρίχνει της κάλτσες μέσα στο νερό της κατσαρόλας… πάει ο τραχανάς.. πάλι ο παπάς πεινούσε και ζητάει από τη γυναίκα του να ζυμώσει λίγο ψωμί. Τη βλέπει ο μικρός αδελφός.
–Συμπεθέρα θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Έχουμε ένα χωράφι και θέλουμε να το μοιράσουμε τα τρία αδέλφια μεταξύ μας αλλά δεν ξέρουμε πως. Εσύ πως λες;
Η συμπεθέρα είχε το προζύμι στη πυροστιά(φωτιά) εκείνη την ώρα. Παίρνει τη μασιά(μαχαίρι) ο αδελφός και λέει κόβοντας φυσικά το ζυμάρι:
-Να το μοιράσουμε στα δυο ή στα τέσσερα λες; Ή καλύτερα στα έξι ή στα 9 εννιά. Μπα πάλι περισσεύει να λέει.
Έκοβε αυτός μέχρι που διαλύθηκε το ζυμάρι. Πάει και το ψωμί. Μην έχοντας άλλη λύση ο παπάς πάει στο κήπο μπουσουλώντας, μπας και
κόψει κανένα λάχανο και σταματήσει λίγο την πείνα του. Ακολουθεί και ο αδελφός από πίσω.
–Παπά παπά σήκω ο γάιδαρος τρώγει τα λάχανα! Παπά παπά σήκω ο γάιδαρος τρώγει τα λάχανα! και δωστου με το κόπανο ξύλο στο πισινό.
-Ωχ ωχ δεν είμαι ο γάιδαρος ο παπάς είμαι! Βγήκα στο κήπο να μαζέψω λάχανα γιατί πεινάω…
-Είδες παπά μου τι κακό είναι να μένει ο άνθρωπος νηστικός; Γιατί εσύ λοιπόν άφηνες την αδελφή μου νηστικιά; Παπάς πράγμα να κάνεις τέτοια; Σου αρέσει τώρα με αυτά που παθαίνεις; Τι να πει ο παπάς που του κοπή-καν τα πόδια του κόπηκε και τσιγκουνιά. Από δω και πέρα θα τρώει και η αδελφή μου μαζί σας. Έτσι και έγινε και ο τσιγκούνης παπάς και η παπαδιά πήραν το μάθημά τους.


(Θράκη) Σιάρακα Δήμητρα
Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr