Το σαμαντανάκι.

(Δωδεκάνησα. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το μαγικό χεράκι - Ο Αλαντίν)

Μια φοράν κι έναν καιρόν, τη συντροφιά μου να χαρώ, ηθέλησεν να έχει μια φτωχή γυναίκα χήρα. Αυτή η γυναίκα δεν είχεν άλλο τίποτις παρά μόνον ένα παιδάκι μικρό στο σχολείον. Η κακομοιριασμένη εξενοδούλευγεν πότε κάρσες, πότε υποκάμισα κι έβγαλεν το ψωμίν της κι εζούσεν με το παιδάκιν της. Η κακή της η τύχη, έπεσεν κι αρρώστησεν. Αν είχεν καένα φλουράκι στο κομπόδεμάν της, εχάλασέν το, επούλησεν ό,τ' κι αν είχε στους γιατρούς και στα γιατρικά και γιατρειά δεν είδεν. Τι να κάμει η καημένη; Είχεν έναν γείτοναν καφετζή. Στειλίσκει* το παιδάκιν της, φωνάζει του εις το σπίτιν της και λέει τον:
«Χρυσέ μου γείτονα, πολύν καλόν να δεις, τ' Αβραάμη τα καλά να κάμεις, εμείς πεθαινήσκουμεν από την πείναν, εγώ είμαι άρρωστη, δεν ημπορώ πια να δουλέψω, έπαρ' το παιδάκι μου στον καφενέ σου να δουλεύγει, όσον να βγάλουμεν το ψωμίν μας». Ο καφετζής ήταν πτωχός, μα ήταν λυπητάρης, επήρεν το παιδάκιν εις τον καφενέν, να δουλεύγει για 'ναν κομμάτι ψωμί. Το παιδίν καλόν κι έξυπνο ν, άμα ήμπεν εις τον καφενέ, θωρεί τους τοίχους μαυρισμένους, τους δίσκους σκουριασμένους, τους κεσβενέδες και τα ποτήρια λερωμένα, το πάτωμα ασκούπιστον, αι καρέκλες κατασκονισμένες. Ευτύς πιάνει σκουπά καλά καλά, καθαρίζει τους τοίχους από τις αναφανταριές* και τις καπνιές, πλυνίσκει τους κεσβενέδες και τα ποτήρια, ξεσκονίζει τις καρέκλες και γυαλίζει τους νεργελέδες και τους δίσκους, που έβλεπες τα μούτρα σου μέσα, σαν σε καθρέφτη. Έβλεπαν οι άνθρωποι την πάστραν του καφενέ κι έτρεχαν.
Εκεί που 'πιανεν πρώτα πέντε γρόσα, τώρα έπιανεν δεκαπέντε, είκοσι. Μέραν με την ημέραν επολλαίνισκαν οι μουστερήδες*. Μονάχον το καημένον το παιδίν έφερνεν βόλταν τον καφενέν. Τότες έβγαλέν τον ο καφετζής μισθόν εκατόν γρόσα τον μήναν. Εγίνην η μάνα του καλά κι επερνούσαν μια χαρά.
Μιαν ημέραν εκειδά το βραδινόν επήγεν εις τον καφενέν ένας ντερβίσης με μια γενειάδαν άσπρην σαν το παμπάκιν, εχτύπησεν εις το τραπέζιν. Ευτύς το παιδάκιν (ας πούμε πως το 'λεγαν Κωστάκιν), ευτύς το Κωστάκι σβέλτον, ήρτεν ομπρός του. «Τι αγαπάς, κύριε;» λέει. «Έναν καφέν κι έναν νεργελέν» λέει ο ντερβίσης. Ευτύς το Κωστάκι πιάνει τον πια καλόν και τον πια καθαρόν νεργελέν, πλυνίσκει τον τουμπεκίν και φέρνει τον εις τον ντερβίσην, ύστερα τον καφέν. Σαν εφουμάρισεν ο ντερβίσης κι ήπιεν και τον καφέν του, πιάνει έναν μαχμουτιέ* χρυσόν κι αφήνει τον κάτω από το πιατάκιν του καφέ και σηκώνεται και φεύγει χωρίς να προφτάσει το Κωστάκιν να τον δώσει τα ρέστα. Ηύρεν το Κωστάκιν τον μαχμουτιέ, επήγεν τον εις τ' αφεντικόν του, και τον είπεν πως ο ντερβίσης έφυγε χωρίς να πάρει τα ρέστα. Την άλλην ημέραν την ίδιαν ώραν επήγε πάλε ο ντερβίσης, εζήτησεν τον καφέν και τον νεργιλέν και σαν εφουμάρισεν, πιάνει πάλε έναν μαχμουτιέ χρουσόν, αφήνει τον κάτω από το πιατάκι του καφέ και φεύγει. Το Κωστάκιν εκείνην την ώραν έκαμνεν καφέδες και δεν επρόφτασε πάλε τον ντερβίσην. Επήγεν τον μαχμουτιέν εις τ' αφεντικόν του. Την άλλην ημέραν να σου πάλιν κι έρχεται ο ντερβίσης, διατάσσει έναν καφέν και έναν νεργελέν. Σαν επήγεν τον νεργελέν το Κωστάκι, λέει στον ντερβίσην: «Κύριέ μου, έχεις δύο φορές που αφήνεις από έναν μαχμουτιέ χρουσόν. Να πω στ' αφεντικό μου να σε δώσει τα ρέστα». «Όχι», λέει ο ντερβίσης, «δεν θέλω τίποτις. Μόνον εγώ θέλω εσέναν να σε πάρω κοντά μου να σε κάμω άρχονταν και, αν θέλεις να έρτεις μαζί μου, άφησ' τον καφενέν και πάμεν από τώρα στα παλάτια μου». «Πώς ημπορώ», λέει το Κωστάκι, «να κάμω μιαν τέτοιαν δουλειάν χωρίς τη διαταγή της μητέρας μου; Να της το πω, κι αν μ' αφήνει, μετά χαράς». «Αύριον», λέει ο ντερβίσης, «να με φέρεις χαμπάρι». Το βράδυν επήγεν το Κωστάκι στην μητέραν του, είπεν όσα τον είπεν ο ντερβίσης. «Άνοιξε», λέει του, «Κωστάκι μου, τα μάτια σου κι αυτός είναιν Τούρκος». «Μη φοβάσαι», λέει, «μητέρα μου, γιατί εγώ δεν είμαι απ' εκείνα τα παιδιά που θα με γελάσει». «Τότες», λέει η μητέρα του, «άτε γιε μου στην ευχή μου και στην ευχήν του Χριστού και της Παναγίας». Την άλλην ημέραν επήεν το Κωστάκιν εις τον καφενέν, είπεν εις τ' αφεντικόν του να βρει άλλο παιδί, γιατί αυτός θα φύγει. Το ίδιο βράδυν ήρτεν πάλε ο ντερβίσης, εφουμάρισεν τον νεργελέν του, ήπιεν τον καφέν του, κι εσηκώθη κι έφυγε μαζί με το Κωστάκι. Πάσιν, πάσιν, μιαν ημέρα, δυο μέραις, πού κιτέρ, ταχά κιτέρ, επεράσασι βουνά, λαγκάδια, έρχουνται έναν κάμπο μεγάλον, ίσαμ' εκεί που φτάνει το μάτι σου. Στην μέσην του κάμπου ήταν ένας πύργος αθεόρατος, μονόπετρος, χωρίς πόρτες και χωρίς παναθύρια. Αυτός ο πύργος ήταν στη μέση 'νούς περιβολιού σαν κάστρο. «Αν μπορείς», λέει ο ντερβίσης, «να σαρτάρεις μέσ'
στο κάστρο, θα γίνεις άρχοντας». Το Κωστάκι σηκώνει καλά καλά τη βρακίτζαν του, κάμνει τον σταυρόν του, «Έλα ευχή της μάνας μου, έλα και του κιουρού μου», λέει και μια σαρτάρει, βρίσκεται μέσ' από το κάστρο, και μιαν πάλε από μέσα και βρίσκεται όξω. «Μπράβο», λέει ο ντερβίσης. «Τώρα άκουσε τι θα σε πω. Θα σαρτάρεις πάλε μέσα και θα καθίσεις δίπλα στον τοίχον του πύργου. Εκεί κοντά στο μεσημέρι θα τρίξει ο πύργος κι αξάφνου θ' ανοίξει μια πόρτα, εσύ αμέσως να μπεις μέσα, μη φοβάσαι τίποτις. Μόνο να 'χεις τον νουν σου, ό,τι δεις, ό,τι ακούσεις να μη μιλήσεις καθόλου τσιμουδιά, η μιλιά σου να μην έβγει, γιατί εχάθης. Έκουσες;» «Έκουσα», λέει το Κωστάκι. «Άτε, παιδί μου, στην ευχή του Θεού», λέει ο ντερβίσης. Παπ, μία και να σου το Κωστάκι μες στο κάστρο. Καθίζει δίπλα στον τοίχον του πύργου. Δεν επέρασε, μωρέ μάτια μου, πολύς καιρός και ακούει ένα βουητόν τρομερόν, έτριξεν ο πύργος και να σου και ανοίγει μια πόρτα. Με μια, να σου το Κωστάκι μέσα. Μπαίνει στην μιαν κάμαρην, τι να δει; Διαμάντια, περλάντια! Μπαίνει στην άλλη, μαλάματα, ασήμια! Μπαίνει στην άλλη τούμπλες*, ματζάρικα*, μαχμουτιέδες, άι Κωσταντινάτα, δησαυρός! Αι σκάλες ήταν μαλαματένιες. Ανηβαίνει, ανηβαίνει. Από δω κι από κει κάμαρες με ολόχρυσους καναπέδες, με διαμαντένιους πολυελαίους, με κρουσταλλένιους καθρέφτες. Ανηβαίνει, ανηβαίνει, ελάφαξεν ν'ανηβαίνει, εκοπήκαν τα ήπατά του. Ανηβαίνει, ανηβαίνει... Τι τα θέλεις, εφέντη μου είσαι, να μην τα πολυλογούμεν, ενήβη στην απάνω πάνω κάμαρη. Θωρεί έναν τραπέζι στρωμένο με φαγιά διάφορα, και του πουλιού το γάλα να 'θελες ήταν πάνω στο τραπέζι. Δύο καρέκλες ολόχρυσες, δύο μαχαίρια, δύο περούνια, δύο κουτάλια όλα ολόχρυσα, δύο ποτίλιες φιρφιρένιες με κρασί κουμανταριά πρώτης, δύο ποτήρια κρυσταλλένια, από πάνω εκρέμουνταν ένας πολυέλαιος διαμαντένιος που έφεγγε μόνος του χωρίς λάδιν και κεριά. Είχεν και μιαν πείναν το καημένον το Κωστάκι! «Είπεν ο Θεός», λέει μέσα του, «να φάγω». Εκάθισεν εις το τραπέζιν, επήρε το περούνιν κι έτρωγεν, έπιασεν και την ποτίλια να βάλει στο ποτήριν κρασίν. Εκειδά πο 'χυνεν το κρασί, να σου και πετιέται μια κοπέλα σαν τα εφτά μαλάματα. Λάψε, ήλιε μου, να λάψεις και πολλές καρδιές να κάψεις». «Πιλ ολάντα, πιλ όλμας, αξάμιλαν μεϊντανά τσικμάς».
«Ώρα καλή, παλικάρι». Μιλιάν το Κωστάκιν. «Καλώς ήρτες», λέει η κοπέλα. Πού να μιλήσει το Κωστάκι! «Γιατί δεν με μιλάς; Πώς ευρέθης εδώ; Ποιος σ' έφερεν;» Μιλιά! «Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, γιατί δεν μιλάς;» Τίποτις το Κωστάκι. Ερχίνησε να το φιλά, να το χαδεύει, να το καργαλεύει*. Μιλιάν εκείνος. Σαν είδεν πως δεν έκαμνεν τίποτις, και το Κωστάκιν ήταν πέτρα μοναχή, τραβά μια καμπανίτζα και να σου αξάφνου ένας αράπακλας ίσαμ' εκεί πάνω. Είχεν κάτι μάτια! μα τι μάτια! κόκκινα σαν τη φωτιά. Είχεν κάτι χείλη! μα τι χείλη! που εκρέμουνταν ίσαμε το στήθος του και κόκκινα σαν το βαρζάμι. Τα φρύδια του έκλωθέν τα κι έδενέν τα πίσω από το κεφάλιν του. Τα νύχια του ήταν μιαν πήχη. «Τι ορίζεις, βασιλοπούλα μου;» λέει. «Να γδάρεις», λέει, «αυτόν που 'ρτεν εδώ στο παλάτι μου και δεν μιλά». Ώς τα 'κουσεν το καημένον το Κωστάκιν έκοψεν το γαίμαν του, πήγεν να χεστεί από τον φόβον του. Δεν επρόφταξε να πει: «Αμάν βασιλο...» και αξάφνου σφαλά η πόρτα του πύργου, γίνεται ένα σκότος που δεν εθωρούσες το δάχτυλο σου. Εχάθην ο αράπης, εχάθην η βασιλοπούλα του πύργου. Μόνον που πρόφταξεν η βασιλοπούλα κι έδωκεν εις το Κωστάκιν ένα μικρό πραματάκιν κι έβαλέν το στον κόρφον του. Τι τα θέλεις, εφέντη μου είσαι, φωνάζει το Κωστάκι: «Πού είσαι βασιλοπούλα; Πού είσαι αράπη;» Μιλιά! Περπατά στα σκοτεινά, πατά πάνω στα φλουριά, πάνω στα περλάντια, μήτε πόρταν εύρισκεν μήτε παραθύριν. Ανηβαίνει τις σκάλες, κατηβαίνει, μπαίνει στις κάμαρες, πάει πάνω, πάει κάτω, μήτε άνθρωπον έβρισκε, μήτε τρύπαν έβλεπε. Περνά μια μέρα, περνούν δυο μέρες, κλαίει το καημένον το Κωστάκιν. «Αχ», έλεγε, «γιατί ν' ακούσω το ντερβίση; Γιατί να μην κάθομαι στον καφενέ μου; Αχ! Βαχ!» Τι θέλεις, τι γυρεύεις, να μην τα πολυλογούμεν, ύστερ' από μιαν εβδομάδαν ενήβην εις την κορυφήν του πύργου και θωρεί μιαν τρυπίτζαν ίσαμ' ενούς βελονιού κώλο. Κατηβαίνει στο τραπέζιν, παίρνει έναν περούνιν, ανηβαίνει πάλε και, από δω είχεν, από κει είχεν, ένοιξεν τρύπαν ίσα ίσα που χωρούσεν το κεφάλιν του. Τραβά μιαν πέτραν, ένοιξεν η τρύπα. Κοιτάζει κάτω, τι να δει; Ένα βάθος, αθεόρατο. Κι από κάτω έτρεχεν ένας ποταμός, που ενόμιζες πως εχόχλαζεν! Τι να κάμει το Κωστάκιν; Εσυλλογούταν: «Αν 'πομείνω, θα πεθάνω της πείνας, αν τα δώκω κάτω, μπορεί να σκοτωθώ, μπορεί και να γλιτώσω στα νερά του ποταμού. Κάλια να τα δώκω», λέει. «Έλα ευχή της μάννας μου, έλα και του τσουρού μου» και φαπ! Τα 'δωκεν από την τρύπαν. Δυο ώρες έκαμεν να κατηβεί, εκυλιούνταν εις τον αέρα, έδωσεν η χάρη του Θεού και η τύχη του και έπεσε σαν νεκρός μες στον ποταμόν χωρίς να πάθει τίποτις. Ετράβηξέν τον το νερό δίπλα στο χειλοπόταμον, κι έμπλεξεν η βράκα του σ' έναν κλαδίν κι εστάθην. Η καλή του η τύχη, επερνούσεν από κει ένας παξιβαντζής με το γαδαράκιν του φουρτωμένο λαχανικά, να πάει να τα πουλήσει στη χώρα. Είδεν το Κωστάκιν, ελυπήθην το, επήεν κοντά του, εφύσηξε στη μούτην του κι έφερέν το εις τον νουν του. «Άαααχ», λέει το καημένον το Κωστάκιν, «βαθιά που κοιμούμουν κι αλαφρά που ξύπνησα!» Τι τα θέλεις, είπεν εις τον παξιβαντζήν τα πάθη του κι επαρακάλεσέν τον να τον πάει στην μάναν του. «Εγώ είμαι φτωχός άνθρωπος», λέει, «και πάω να πουλήσω τα λάχανά μου, να ζήσω τη φαμίλια μου, τι να σε κάμω;» Κοιτάζει από δω το Κωστάκιν, κοιτάζει από κει, βρίσκει ένα φλουράκι μες στο παπούτζιν του, ήταν από κείνα που πατούσεν μέσα στον πύργον. Δίδει το τον παξιβαντζήν, ανηβαίνει στο γαδαράκιν και δρόμον για το σπίτιν τους. Υστερ' από δυο μέρες ήρτασιν εις το σπίτιν τους. «Ώρα καλή, μάνα». «Καλώς το το Κωστάκι μου, σαν τον καλόν τον χρόνον, σαν τον Δεσπότην τον Χριστόν που κάθεται στον θρόνο. Πού 'σουν, Κωστάκι μου;» «Μην τα ρωτάς, μάνα μου, δώσ' με να φάω και να λουστώ κι υστερνά μαθαίνεις, γιατί τώρα εψόφησα της πείνας». «Χριστός και Παναγιά, το παιδάκι μου!». Πιάνει λούνει τον, χτενίζει τον, έβαλέν τον κι έφαγεν, ύστερα έδωσέν τον ν' αλλάξει τα ρούχα του. Εκειδά που τα 'λασσεν τα ρούχα του, ήβρεν εις τον κόρφον του το πραματάκιν που τον έδωκεν η βασιλοπούλα του πύργου, θωρά το, ήταν ένα μικρό σαμαντανάκι* που άφτουσιν πάνω τα κεριά. Έβαλέν το πάνω στην κειμιά*. Το βράδυν που θέλασιν να φάσιν, έπιασεν η μάνα του ένα κερίν, ήψεν το κι εκόλλησέν το στο σαμαντανάκιν να μπλέψουσιν. Εκειδά που το κόλλησεν, να σου μωρέ μάτια μου και παρουσιάζονται τρεις κοπέλες σαν το κρύο νερόν. Όμορφες, χιλιόμορφες, που αν τις εθωρούσες, έχανες τον νου σου. Η μια έπαιζε βιολίν, η άλλη το ντέφιν και η άλλη εχόρευγεν. Πάνω που 'σβηνεν το κερί, κάθε μια έδωκεν εις το Κωστάκιν από έναν τσερβέ μεταξωτόν και σε κάθε κλόσσιν* είχεν έναν μαχμουτιέ χρουσό. Χαρές το Κωστάκι, χαρές η μάνα του! Άφτουσιν άλλο έναν κερί, πάλε τα ίδια! Ίσαμε την αυγήν εγεμίσασιν έναν πάγκο μαχμουτιέδες! Την ημέρα το Κωστάκιν επήρε ρούχα καλά για λόγου του και για την μάναν του, έπιασε μαστόρους να κάμει καλό σπίτι, εγούρασεν όλα τα χρειαζούμενα του σπιτιού και επερνούσε σαν μπέης. Εκεί στα καλά καθούμενα τον εκατέβην εις τον νουν του να πάει στην Πόλην, να φουρτώσει έναν καράβιν κεριά και να γυρίσει να γεμίσει τα κατώδεια* του και να κάθεται να γλεντά. Καλά το λέει, καλά το καταφέρνει, μπαίνει σ' έναν καράβιν και πάει στην Πόλην. Σε καμιά δεκαπενταριάν μέρες εφούρτωσεν το καράβι. Λέει τον ο καπετάνιος: «Κυριέ μου, ύστερ' από το μεσημέρι, στις τρεις, να είσαι μέσ' στο καράβι γιατί θα φύγουμεν, ένα λεπτό ύστερα δεν 'πομένω». «Καλά», λέει το Κωστάκιν. Το μεσημέρι επήεν να φάει και να κάμει τραπέζιν τους φίλους που έκαμεν εις την Πόλην. Ο ένας το κοντόν του, ο άλλος το μακρύν του πάνω στο τραπέζιν, επέρασεν η ώρα. Ήρτεν η ώρα τέσσερις, χαιρετά τους φίλους και κατηβαίνει στον γιαλόν, αλλά πού καράβι; Εφαίνουταν δεν εφαίνουταν. Πιάνει έναν καϊκτζή, λέει τον: «Τι θέλεις, ως το πρωί να φθάσεις αυτό το καράβιν που φαίνεται δεν φαίνεται;» «Εικοσιπέντε λίρες», λέει ο και'κτζής. «Πενήντα θα σε δώσω», λέει το Κωστάκιν. Ευτύς μπαίνουσι μέσα στο καΐκιν, καλά πανιά, βάζουσιν και σκουπαμάρια να πιάσουσιν το καράβιν. Ο καιρός ήταν πρίμιος, επετούσεν το καΐκιν πάνω στον αφρό. Μα και το καράβιν, καινουργιοπαλαμισμένο, δεν επήαινεν πίσω. Ίσα με τα μεσάνυχτα επηαίνασιν καλά. Υστερ' από τα μεσάνυχτα ο αέρας εγίνη σκύλος, κάπνη, που δεν επιάνουνταν μήτε στα πανιά μήτε στα σχοινιά, τα κύματα εφούσκωναν, ο ουρανός εθόλωσε, σκοτάδι, βροντές, αστραπές, άνεμος, του Χριστού η νύχτα που λέει ένας λόγος. Τους έσπασεν έναν πινό της μαΐστρας*, ερεγουλάρισαν τα πανιά τους, αλλά δεν ήξευραν πού επηαίνασι, μόνον στη λάμψη της αστραπής εθωρούσασιν ομπρός τους μια στεριά, χωρίς να γνωρίζουσιν τι στεριά ήταν, τι τα θέλεις, εφέντη μου είσαι, το ραγάνι* έσκασε, τους έφαεν τα πανιά, τους έσπασεν το πλωριό άλμπουρον και το πομπρέσον*, η θάλασσα επήγε να τους φάει. Το καΐκιν ήρχισε να κάμνει νερά. Άγιε Νικόλαε, κυβέρνα! έρχεται μια θάλασσα, άλλη μια, να σου το καΐκιν το ρίχτει όξω σε μια σπλάντζαν, οπού με μεγάλη δυσκολία εγλιτώσασιν οι ναύτες με το Κωστάκι. Εξημέρωσεν η αυγή, κλαίει ο καπιτάνιος, μαζεύει τα σχοινιά, τα πανιά και όλα τα ριμέντζα* του καϊκιού του. Τον έδωσεν και το Κωστάκιν καμιά διακοσαριά μαχμουτιέδες κι επήρε των ομματίων του. Ο καπιτάνιος με τους ναύτες εκάμασιν ένα σκάφος όπως εμπόρεσαν κι επήρασιν τον τερρατζάδο γιαλό - γιαλό κι έφυγαν κι ακόμα πάσιν. Το Κωστάκιν το καημένο επήρεν τον δρόμον, πάει, πάει, μιαν ημέρα, δυο ημέρες, πού κιτέρ ταχά κιτέρ, την τρίτη φθάνει σ' ένα δένδρο μεγάλο, που στη ρίζα του έτρεχεν ένα νερό, κρουσταλλο. «Ας κάτζω», λέει, «εδώ στην σκιάν του δέντρου να ξεκουρασθώ». Ενίφτην με το κρύο νερό της βρύσης, έφαγεν ό,τι ηύρεν κι εκάθισε δίπλα στη ρίζαν του δέντρου, ήψεν έναν κεράκιν, εκόλλησέ το στο σαμαντανάκιν και εγλέντιε με τις όμορφες.
Δυο ώρες μακράν από το δέντρον ήταν ιμιά βασιλοπούλα σ' έναν πύργον, που την είχεν ο πατέρας της εκεί, να μην την αγαπήσει και αυτός ο ίδιος από την ομορφιάν της. Εκείνην την ώραν εδίψασεν κι έστειλεν ιμιά δούλαν να πάει να φέρει φρέσκο νερόν από την βρύσιν. Η κόρη άμα επήεν και είδεν τις τρεις κοπέλες, η μια να παίζει το βιολίν, η άλλη το ντέφιν και άλλη να χορεύει, δεν την έκαμνεν καρδιά να γυρίσει, μόνον έκατζεν κι εσιργιάνιζεν. Η βασιλοπούλα έστειλεν άλλη δούλα να φέρει νερό γιατί έσκασεν από την δίψα, επόμεινεν και άλλη. Φανάζει μιαν άλλη δούλα και λέει την: «Να πας γλήγορα να φέρεις νερόν και ό,τι δεις, ό,τι ακούσεις, ευτύς να 'ρτεις να με το πεις». «Μετά χαράς, βασιλοπούλα μου». Επήεν η άλλη δούλα την ώραν πια που έσβηνεν το κερί. Παίρνει νερό και τρέχει στην βασιλοπούλα. «Τι είδες;», λέει. «Τι να σου πω, βασιλοπούλα μου, είσαι και συ όμορφη που δεν έχεις κουσούρι, μα στη βρύση έχει έναν νέον που λάμπει σαν τον ήλιον, έχει και τρεις κουπέλες μαζίν του, σαν τα εφτά μαλάματα, άσπρες χιονάτες, που θαρρείς πως εκατηβήκαν από τον ουρανόν. Αχ! Βασιλοπούλα μου, και να τας εθωρούσες, και να θωρούσες τον νέον, θα 'χανες τον νουν σου». «Γλήγορα», λέει, «να πάτε να με τον φέρετ' εδώ». Πηγαίνουν αι δούλες. «Ώρα καλή, παλικάρι». «Καλώς τις κουπέλες». «Πολλά και ακριβά χαιρετίσματα από την βασιλοπούλα μας και σε παρακαλεί να πάεις να σε δει, να πάρεις και τις κουπέλες μαζί σου». «Μετά χαράς», λέει το Κωστάκιν. Μπρος αι δούλες, πίσω το Κωστάκιν, πάσιν εις την βασιλοπούλα. «Ώρα καλή, βασιλοπούλα μου». «Καλώς το παλικάρι». Καθώς τον είδεν η βασιλοπούλα, εχτύπησεν η καρδιά της. «Πού 'ναιν», λέει, «η συντροφιά σου;» «Εδώ», λέει το Κωστάκι, «φέρετέ με έναν κερί». Εφέραν τον έναν κερίν, ήψεν το και άμα το κόλλησεν εις το σαμαντανάκιν, να σου τις όμορφες, η μια εχόρευγεν, η άλλη έπαιζε βιολίν και άλλη το ντέφι. Να δει η βασιλοπούλα έναν τέτοιον πράμαν, επήε να χάσει τον νουν της, εθάρρευεν πως εθωρούσεν όνειρον. Υστερα σαν έσβησεν το κερίν, εδώκασιν πάλιν αι κοπέλες στο Κωστάκιν από έναν τζερβέν μεταξωτόν και σε κάθε κλόσσιν κρεμασμένον έναν μαχμουτιέν. Τότες πια η βασιλοπούλα εγονάτισεν ομπρός στο Κωστάκιν και τον επαρακαλούσεν να την χαρίσει το σαμαντανάκιν. «Πράμαν που δεν γίνεται», λέει, «αν θέλεις, βασιλοπούλα μου, να το έχεις, έπαρ' με άντραν να το 'χουμεν μαζίν». Από δω την είχεν, από κει την είχεν, εκατάφερέν την, εστεφανώθην την. Εκείνη είπεν εις τις δούλες της να μην το πούσιν και το ακούσει ο πατέρας της και την σκοτώσει. Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, γκαστρώνεται η βασιλοπούλα! Μια από τις δούλες, πιστή στον βασιλέαν, που είδεν την βασιλοπούλαν γκαστρωμένη, πηαίνει μιαν ημέραν εις το παλάτιν και λέει στον βασιλέα: «Βασιλέα μου πολλοχρονεμένε μου, το κεφάλι μου στα πόδια σου, δεν έχω πόδια να σταθώ και γλώσσα να μιλήσω». «Τι τρέχει;», λέει ο βασιλέας. «Τι να τρέχει», λέει, «πολλοχρονεμένε μου, η βασιλοπούλα είναι γκαστρωμένη!» «Γκαστρωμένη;» λέει. «Γκαστρωμένη, αφέντη βασιλέα μου». Τότες επήεν να σκάσει ο βασιλέας από τον θυμόν του. Φανάζει την δωδεκάδαν του και τους λέει: «Η κόρη μου η βασιλοπούλα μας επρόσβαλεν όλους, λοιπόν πρέπει να βγάλουμε το ιλάμιν της και να την αποκεφαλίσει ο τζελάτης. Τι λέγετε σεις;» Είπεν ο ένας και ο άλλος την γνώμην του και αποφάσισαν όλοι να σκοτωθεί η βασιλοπούλα. Ένα γεροντάκι λέει στο βασιλέα: «Βασιλέα μου πολλοχρονεμένε, γέννημάν σου είναι, μη έμπεις εις το κρίμαν της. Παρά να την σκοτώσεις, κάλια να την αφήσεις εις την κρίσην του Θεού. Κάμε ένα βαρέλι μεγάλο, βάλε μέσα φαγιά, νερό για πέντε έξι χρόνια, βάλε και αυτήν μέσα, ρίξε την εις την θάλασσαν και ό,τι θέλει ο Θεός ας την κάμει». Αυτή η γνώμη εφάνην πια καλή και αποφάσισαν να την βάλουν στο βαρέλι, να την ρίξουν στην θάλασσαν.
Ας αφήκουμεν αυτούς και ας έρτουμεν εις το Κωστάκιν. Έμαθεν το καημένον πως θά 'ρτει ο βασιλέας και θα τους σκοτώσει. Εφοήθην πολλά. Μια βραδιάν αφήνει τον πύργον της βασιλοπούλας της γυναίκας του, κατηβαίνει στο γιαλό, βρίσκει μια βάρκα, μπαίνει μέσα, ισσάρει τα πανιά και δω πάν' οι ξένοι. Το σαμαντανάκιν είχεν το η γυναίκα του. Ερμένιζεν ένα μήνα, δυο μήνες, ένα χρόνο, δυο χρόνια, έσωσεν κι απόσωσε σε μιαν ερημιάν, μήτε πουλίν πετάμενον δεν εβρίσκουταν. Σύρνει τη βάρκαν του όξω, χαλά την, κάμνει μια παράγκα, και πότε με τα χορταράκια, πότε με τα ψαράκια επερνούσεν τον μαύρον του τον καιρόν. Μέραν την ημέραν επήαινεν πια μακρά, έβρισκεν ζώα, έγδερέν τα, έκαμνεν τις προβιές φορέματα κι εντύνουνταν. Έσπειρεν ένα χωράφι, ημέρωσεν κάμποσα δέντρα, τι τα θέλεις, εφέντη μου είσαι, επερνούσεν ιμιά ζωή σαν ασκητής.
Ας αφήκουμεν αυτόν εις τ' ασκηταριόν του κι ας έρτουμε εις την βασιλοπούλαν. Ο βασιλέας εδιάταξεν κι εκάμασιν ένα βαρέλιν πολύ μεγάλον, εβάλασιν μέσα παξουμάδια, νερά, ρύζια, κρέατα παστά, ψάρια παστά, λάδια, λογιών των λογιών προβεντζιά, ρούχα, στρώματα, εβάλαν και την βασιλοπούλαν κι ερίξαν τη στη θάλασσαν. Όλος ο κόσμος έκλαιε, γιατί την αγαπούσασιν πολύ. Εξεπελάγησεν το βαρέλιν. Εγέννησεν η καημένη μέσα ολομόναχη, έκαμεν έναν παιδί που έλαμπε σαν τον ήλιο. Επαρηβοριούταν με το παιδίν της. Επέρασεν ένας χρόνος, δυο χρόνια, η κόρη στο βαρέλι και το βαρέλι στη θάλασσα. Επέρασαν πέντε, έξι χρόνια, εκατάντησεν αγνώριστη. Μέσ' στα οχτώ χρόνια, μια βαθιάν αυγήν, εκεί που ψάρευγεν το Κωστάκιν εις την θάλασσαν, θωρά από μακρά ένα πράμα κι έρχεται. Όσον έρχουταν, τόσον εμεγάλωνεν, βρε καράβιν, καράβιν δεν είναι. Βρε χελώνα, χελώνα δεν είναι. Βρε τι είναι; Ανάμενε κι ανάμενε, ως το βράδυν εγιανάστισεν*, ήταν ένα βαρέλιν κι εκυλούσαν το τα κύματα. Βγάλλει τα ρούχα του, δίδει τα* στη θάλασσαν, πάει με τα κουλούμπου πάνω στο βαρέλι, τράβα, τράβα, έσυρέν το όξω. Μα είχεν ένα βάρος που δεν ημπορούσεν να το κυλήσει. Πάνω που δουμάκιαζε* να το κυλήσει, ακούει μια φωνήν από μέσα: «Για το Θεό, σιγά-σιγά, να μη με σακατέψεις εμένα και το παιδάκι μου». «Βρε ποιος είσαι μέσα, ο πειρασμός για ο δαίμονας;» λέει. «Όχι δεν είμαι ο πειρασμός μήτε ο δαίμονας, γυναίκα του Θεού είμαι». Τότες επήγεν εις την παράγκαν του, έφερεν τον μπαλτάν του, έσχισεν το βαρέλιν, τι να δει; Μια γυναίκα με το παιδάκιν της. Εκείνος δεν την εγνώρισεν, μα εκείνη εγνώρισέν τον χωρίς να τον δώσει γνωριμιάν. Πάει τους στην παράγκαν του, άφτει μια φωτιά, ψήνει τους φαΐν, δίδει τους κι ετρώγασιν κι ύστερα ερώτηξέν τους ποιοι ήταν. Η γυναίκα η καημένη δεν είπεν τίποτις, μόνον πως η τύχη της την έφερεν εκεί με το παιδίν της. Εκείνος είπεν την όλην την αλήθειαν, ποιος ήταν, πού ήταν και πού κατάντησεν. Εκείνην επήραν την τα κλάματα, μα δεν είπεν πάλε τίποτις. Ένα βράδυ που έλειπεν το Κωστάκιν εις το κυνήγι, πιάνει ένα κεράκιν η γυναίκα του, άφτει το, και πάλε αι τρεις κοπέλες που ξέρουμεν. Εκειδά να κι έρχεται το Κωστάκιν, τι να δει; Τις κοπέλες του! Ευτύς εκατάλαβεν ποια 'ταν η γυναίκα και το παιδίν που έβγαλε μέσα από το βαρέλιν. Αγκαλιάζεται την γυναίκαν του, αγκαλιάζεται, φιλά το παιδίν του, χαρές μαζί με τα κλάματα. «Γιατί δεν με το πες αμέσως πως είσαι συ η γυναίκα μου;» λέει. «Για να δω αν θα με γνωρίσεις». Τι τα θέλεις, εφέντη μου είσαι, να μην τα πολυλογούμεν, είχαν ένα δυο κεράκια, έκαμαν τα καμιάν εικοσιπενταριά και άψε-σβήσε, άψε-σβήσε, εκάμαν πάλε ένα σακούλι μαχμουτιέδες. «Τώρα», λέει, «γυναίκα, θα πάρω τον δρόμον να βρω καμιάν πολιτείαν, να πάρω έναν καράβι, να 'ρτω να σας πάρω». «Στην ευχήν του Θεού», λέει τον η γυναίκα του, «μα να μην αργέψεις». Έφυγεν το Κωστάκιν, επήρεν μαζίν του το σακούλιν με τους μαχμουτιέδες, ετράβηξεν το δρόμον τέρρα-τέρρα την θάλασσαν. Πάει, πάει κι ακόμα πάει, μιαν ημέρα, δυο μέρες, στις τρεις θωρεί μακρά μιαν πολιτείαν. «Δόξα σοι ο Θεός», λέει, «να μιαν πολιτεία». Εκειδά το βραδινόν ήμπε μέσ' στην πολιτείαν, ρωτά τι πολιτεία είναι, λέγουν τον πως είναιν η Αλεξάντρεια. Επήεν σ' ένα ξενοδοχείον, εγούρασεν κάμποσα κεριά, την νύχταν ήφτεν τα, ίσαμε την αυγήν εγέμισεν τον κόσμον μαχμουτιέδες. Κατηβαίνει στο γιαλό, θωρεί όλα τα καράβια, έρεσέν τον ιμιά σκούνα. Ρωτά, βρίσκει τον καπετάνιον, λέει τον: «Καπιτάνιο, πουλάς τη σκούνα σου;» «Αν βρω την τιμήν της, λέει ο καπιτάνιος, πουλώ την». «Πόσα σε κοστίζει;» «Χίλιες λίρες». «Έπαρ' τας». Πιάνει μετρά τις χίλιες λίρες, παίρνει την σκούνα. Το βράδυ επήε μέσα, όλην την νύχταν άφτε, σβήνε κεριά, άφτε σβήνε κεριά, έκαμεν τη σαβούραν από μαχμουτιέδες. Τα σχοινιά όλα, τα μπράτσα, τα ξάρτια, όλα από σύρμα, τ' αντενοκάταρτα αντίζια, αι κοπέλες των καταρτιών από μάλαμαν, η φιγούρα μαλαματένια, πίσω της πρύμνης τα στολίσματα χρυσά. Τι τα θέλεις, δεν εβρίσκουταν εις τον κόσμον τέτοια σκούνα. Έβαλε μέσα δυο κανόνια, επήρεν την πατέντα κι έφυγεν. Η σκούνα επετούσε. Σε δυο μέρες αριβάρισεν εκεί που 'ταν η γυναίκα του και το παιδίν του, βάζει τους μέσα κι ενοίξαν του πελάου.
«Τώρα», λέει η γυναίκα στον άντραν της, θα με κάμεις, Κώστα μου, μια χάρη». «Τι χάρη θέλεις, γυναίκα;» «Θέλω να πάμεν εις το βασίλειον του πατέρα μου». «Μετά χαράς». Φωνάζει το λοστρόμον, λέει του πού θα πάν'. Μα την αλήθεια, εξέχασα να σας πω πως είπεν εις τους ναύτες του πως είναιν ένα βασιλόπουλο με τη γυναίκαν του και το παιδίν του και σιργιανίζει τον κόσμο όλον. Δεν επέρασαν δεκαπέντε, είκοσι μέρες και αριβάρισεν εις το βασίλειον του πατέρα της. Άμα ήμπεν η σκούνα στο λιμιόνα, διατάσσει η βασιλοπούλα να ρίξουν εκατόν κανονιές. Οι άνθρωποι της χώρας βλέπουν ιμιά σκούνα ολόχρυσην να μπαίνει στον λιμιόναν και κανονάρει. Εκατήβαν όλος ο κόσμος να σουργιανίσει τη σκούναν που έστραφτεν από τα πολλά χρουσάφια. Ο βασιλέας να δει μιαν τέτοιαν σκούναν εκατάλαβεν πως ήταν βασιλική και ευτύς εδιάταξεν να κανονάρει το κάστρον εκατόν κανονιές, να σκουπίσουν τους δρόμους, να στρώσουν δάφνες, που θα περάσει ο ξένος βασιλέας. Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις, μεγάλες ετοιμασίες, ο κόσμος όλος ήταν στο πόδιν. Εκειδά να σου και βγαίνει μια βάρκα ολόχρυση από την σκούναν. Επήε, έδωκεν πατένταν ο λοστρόμος και είπεν πως το δείνα βασιλόπουλο με τη γυναίκαν του και με το παιδίν του ταξιδεύγουν για σουργιάνι. Τότες ο βασιλέας της χώρας ερμάτωσεν ιμιά βάρκαν, επήρεν τη δωδεκάδαν του και επήεν να προαπαντήσει το βασιλόπουλο μες στην σκούναν του. Άμα τους είδαν κι έρχουνταν, εκρύφτην η βασιλοπούλα. Ενήβην πάνω στην σκούναν ο βασιλέας, εξιπάστην από την πάστραν κι από το χρουσαφικό! Εχαιρετιστήκασιν, εμίλησαν καμιάν ώραν κι ήβγεν ο βασιλέας από τη σκούναν κι επήεν εις το παλάτιν. Ήβγεν και το Κωστάκι μουνάχον, εγήμισεν πέντε σακούλες μαχμουτιέδες, τις τρεις να της δώσει χάρισμαν εις τον βασιλέαν, τις άλλες τις δύο εράντιζέν τας εις το δρόμον από δω κι από κει κι εμάζευγεν ο κόσμος κι η φτωχολογιά. Δεν ήξεραν τι να πουν. «Να», έλεγεν ο ένας, «εδώ βασιλέας! που ραντίζει τους δησαυρούς του στη φτωχολογιά!» «Τι καλά 'ταν να 'χαμεν κι εμείς έναν τέτοιο βασιλέαν», έλεγεν ο άλλος. Επήγαν εις το παλάτιν, εδιεσκέδασαν, εγύρισεν πίσω το Κωστάκιν εις την σκούναν. Την άλλην ημέραν έκαμεν ο βασιλέας τραπέζιν εις το βασιλόπουλον. Υστερ' από το τραπέζιν, επαίξασιν το τάβλιν κι εκέρδισεν ο βασιλέας. Εγύρισεν πίσω στην σκούναν, είπεν εις τη γυναίκαν του όλα, πως επαίξασιν κι έχασεν εις το τάβλιν. «Αύριον», λέει η γυναίκα στο Κωστάκιν, «να πάεις και να παίξεις πάλε με τον πατέρα μου και θα χάσεις. Μα να τον πεις πως έχεις έναν αδελφό μικρότερο σου μέσ' στη σκούναν, που ξέρει και παίζει τάβλιν που δεν ευρέθην κανένας να τον νικήσει. Εκείνος θα σε πει: «Να τον φέρεις να παίξει μαζί μου να τον νικήσω». Επήεν πάλε την άλλην ημέραν το Κωστάκιν εις το παλάτιν, εδιασκεδάσασιν καλά καλά, επαίξασιν το τάβλιν, έχασεν πάλε το Κωστάκι. Τον βασιλέα κανένας δεν τον εκέρδιζεν παρά μόνον η κόρη του. Μα εξόρισέν την κι εκείνην κι επόμεινεν μονάχος ο βασιλέας μάστορις του ταβλιού. Απ' όταν επαίξασιν κι ύστερα λέει το Κωστάκιν εις τον βασιλέαν. «Έχω έναν αδελφόν μέσα στη σκούναν, που δεν ευρέθην καένας ίσαμε τα τώρα να τον νικήσει στο τάβλι». «Έχεις αδελφόν μαζί σου και δεν τον φέρνεις να τον δούμεν;» «Δεν θέλει να βγει όξω, γιατί παίζει τάβλι και διασκεδάζει με τα χαρέμια». «Αμάν», λέει ο βασιλέας, «κάμε με την χάρην, πε' τον να βγει να παίξει και μαζί μου το τάβλιν, να δω την τέχνην του». «Μετά χαράς, βασιλέα μου». Επήγεν πάλε το Κωστάκιν εις την σκούναν, είπεν εις τη γυναίκαν του πως ο βασιλέας τον είπεν να πάει το αδελφάκιν του όξω στο παλάτιν, να παίξει, να δει και ο βασιλέας την τέχνην του. «Άκουσε τώρα», λέει η γυναίκα στο Κωστάκιν, «εγώ θα φορέσω ρούχα αντρίσια και θα βγω στο παλάτι, σαν θα παίζουμεν με τον πατέρα μου το τάβλιν, εσύ να κάμεις πως νυστάζεις και θα σε βάλει να κοιμηθείς σε μιαν κάμαρη διπλανήν και να κοιτάζεις από την κλειδαρότρυπαν να δεις τι θα τον κάμω τον πατέρα μου». «Καλό», λέει το Κωστάκιν. Την άλλην ημέραν εντύθην η βασιλοπούλα ρούχα αντρίσια, έγινεν ένας νέος χιλιόμορφος. Βάλλει και το σαμαντανάκι στην τζέπην του και πάσιν εις το παλάτιν. Ο βασιλέας τον εδέχτην καλά, έστρωσεν τραπέζιν, εφάγασιν, ήπιασιν, εφουμάρασιν. Υστερα λέει ο βασιλέας: «Εσύ είσαι που δεν ευρέθην ακόμη καένας να σε νικήσει στο τάβλιν;» «Εγώ είμαι, βασιλέα μου, κι αν θέλεις 8ουμακιάζεις*». «Μπράβο», λέει ο βασιλέας. Έφεράν τους το τάβλιν, παίζουν ένα, χάνει η βασιλοπούλα, παίζουν άλλο, χάνει ο βασιλέας. «Από ένα», λέει η βασιλοπούλα. Παίζουν άλλο, χάνει η βασιλοπούλα, παίζουν άλλο, χάνει ο βασιλέας, ένα σου κι ένα μου, ένα σου κι ένα μου, πίσω πίσω κερδίζει δυο η βασιλοπούλα, νικά το βασιλέα.
Εξέχασα να σας πω πως, σαν επαίζασιν τούτοι, το Κωστάκιν έκαμεν πως ενύσταξεν κι εδιόρισεν ο βασιλέας κι εβάλαν τον σε μιαν πλαϊνήν κάμαραν κι εκοίταζεν από την κλειδαρότρυπαν. Σαν ενίκησεν η βασιλοπούλα, εχόλιασεν παρά πολύ ο βασιλέας. Τότες λέει τον η κόρη του: «Γιατί εχόλιασες τόσον πολύ, βασιλέα μου;» «Γιατί», λέει ο βασιλέας, «ίσαμε τα τώρα δεν ευρέθην καένας να με νικήσει εις το τάβλιν παρά μόνον η κόρη μου». «Και πού είναι η κόρη σου, να παίξει μαζί μου, να δω κι εγώ την τέχνην της;» «Δεν είν' εδώ», είπεν ο βασιλέας, «γιατί την επάντρεψα μ' ένα βασιλόπουλο και την επήρεν κι έφυγεν». Εντράπην να πει πως την εξόρισεν μέσ' στο βαρέλι. «Δεν πειράζει», λέει η βασιλοπούλα. «Μη χολιάς κι εγώ τώρα θα σε κάμω να διασκεδάσεις. Μόνον να πεις να μας φέρουν έναν κερίν και καένας να μην έμπει εδώ μέσα ίσαμ' εκεί που θα τους φανάξουμεν». Ευτύς εδιάταξεν ο βασιλέας, εφέραν έναν κερίν, έφκασιν όλοι κι επομείνασι μονάχοι. Ήψεν η κόρη το κερί και να σου ευτύς παρουσιάζονται αι τρεις κουπέλες που ξέρουμεν.
Εξιπάσθην ο βασιλέας και δεν έξερεν τι να πει, εθάρρευγεν κι ήταν όνειρον. Επήεν να χάσει τον νουν του. Σαν εγλίτωσε το κερίν κι εδώκασιν αι τρεις κουπέλες εις τη βασιλοπούλαν τρία μαντήλια μεταξωτά και σε κάθε κλόσσιν τους ήταν κρεμασμένοι μαχμουτιέδες, δεν έξερεν τι να πει ο βασιλέας, έχασεν το νουν του! «Αμάν», λέει, «βασιλόπουλο μου, δώσ' με αυτό το σαμαντανάκιν που έχει αυτό το τελεσίκιν κι ό,τι θέλεις να σε δώκω, αν θέλεις και το μισό μου βασίλειον, κι εκείνο δίω σε το». «Τι θα το κάμω», λέει η βασιλοπούλα, «εγώ το βασίλειο σου; Εγώ έχω κι άλλο σαμαντανάκιν τέτοιο μα δεν το δίω με γρόσα και με βασίλεια». «Τι θέλεις λοιπόν, βασιλόπουλο μου, να με δώσεις αυτό το σαμαντανάκι;» «Τι να σε πω, βασιλέα μου, εντρέπομαι να σε πω τι θέλω». «Τι ντρέπεσαι; Εμείς είμεθα μονάχοι και πες μου, κανένας δεν ακούει». «Για να σε δώσω, βασιλέα μου, αυτό το σαμαντανάκιν πρέπει να κάψω τη βούλα μου και να σε βουλώσω στον κώλο, να 'σαι υποταχτικός μου». «Πώς γίνεται αυτό, γέρος άνθρωπος και βασιλέας άνθρωπος να με βουλώσεις;» «Αν θέλεις», λέει η βασιλοπούλα. Βρε αμάν, βρε ζαμάν, τι να κάμει ο βασιλέας, επαραδέχτη να τον βουλώσει. Σου ετρούλωσε, μωρέ μάτια μου, κοτζά μου βασιλέας τον κώλον του, άσπρο χιονάτο. Τότες εκείνη βγάζει το κουρμπάκιν της και σε τον δίδει μιαν κουρμπατζιά. «Ωχ!» λέει ο βασιλέας. Τότες εκείνη βγάλλει τα ρούχα της τ' αντρίσια, φορώνει τα δικά της και λέει στον πατέραν της: «Δεν εντράπης κοτζά μου βασιλέας να τρουλώσεις τον κώλον σου για ένα σαμαντανάκιν; Εσύ που ήσουν γέρος και βασιλέας επαραδέχτης κι εγώ που είναι φυσικό μου δεν έμπρεπε να δεχτώ;» Τότες λέει εκείνος: «Εσύ 'σαι κόρη μου; Ήμαρτον, συγχώρεσέ με». «Εγώ είμαι», λέει, «κι εκείνος που 'ναιν στην διπλανήν κάμαρην είναιν ο άντρας μου». Τότες είπεν πώς ενταμωθήκασιν, πώς επαρθήκασιν, όλην την ιστορίαν κατά πως την ξέρουμεν. Ευτύς χαρές και αγαλλίασες, ταλάλιδες εφανάζασιν πως ήταν η βασιλοπούλα τους και ήλθεν. Γάμους, χαρές. Εφωνάξασιν και το γεροντάκιν που την εγλίτωσεν από τον θάνατον και εκάμασι σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες γάμον. 

Λεξιλόγιο
Αναφανταριά = αράχνη Γιαναστίζω = πλησιάζω
Δίδω τα = μπαίνω, ρίχνομαι Δουμακιάζω = δοκιμάζω Καργαλεύω = γαργαλώ Κατώδεια = κατώγια
Κειμιά = ή τζειμιά, μέρος που βρίσκεται πάνω από το τζάκι του σπιτιού Κλόσσιν = κρόσσι
Μαΐστρα = κεντρικό πανί ιστιοφόρου
Ματζάρικα = είδος νομίσματος (φλουρί)
Μαχμουτιές = χρυσό τουρκικό νόμισμα
Μουστερής = πελάτης
Πομπρέσο = πρόβολος
Ραγάνι = καταιγίδα, θύελλα
Ριμέντζο = άγκυρα
Σαμαντανάκι (σαμντάνι) = κηροπήγιο
Στειλίσκω = στέλνω
Τούμπλα (ντούμπλα) = διπλή λίρα

Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος Δ', 1892, σ. 707-721. Παραλλαγή από το Καστελλόριζο.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.