Το λιοντάρι, το καπλάνι κι ο αετός.

Ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις τσιούπρες και τρία παιδιά. Ήρθε καιρός να πεθάν' ο πατέρας τους κι είπε στα παιδιά του: «Εγώ, παιδιά μ', τώρα 'ποθνήσκω, μούν' εσείς να φροντίστε να παντρέψιτε τ'ς αδερφές σας κι ύστερα να παντρευτείτε και σεις. Και σένα», είπε του μικρότερου, «σου έχω μια ξωτική στον οντά τον κρουσταλλένιο κλεισμένη, κι όντας παντρευτούν οι αδερφές σου, να παντρευτείς και συ».
Αφού τους έδωκε κι άλλες κάμποσες συμβουλές, απέθανε. Υστερα από κάμποσες μέρες απέθανε κι η βασίλισσα, και τα παιδιά απόμειναν ορφανά.

Απέρασε κάμποσος καιρός, κι ήρθε και τσιουκάν'σε την πόρτα το λιοντάρι. «Ποιος είναι;» εφώναξαν τα βασ'λόπουλα. «Είμ' εγώ, το λιοντάρι,» είπε, «κι ήρθα να πάρω τη μεγάλη σας την αδερφή γυναίκα». «Πόσο μακριά είν' ο τόπος σου;» του είπαν. «Σα στ' εμένα πέντε μέρες,» είπε, «και σα στ' εσάς πέντε χρόνια». «Πέντε χρόνια!» είπαν. «Δεν τη δίνομε την αδερφή μας. Αν αρρωστήσει καμιά φορά, πώς να πάμε να την ιδούμε;»
Ο μικρότερος αδερφός την έπιασ' απ' το χέρι και την πήγε του λιονταριού. «Εδώ που βήκ' η τύχη σου, σύρε», τ'ς είπε. Κι αφού εφιλήθ'καν, την πήρε το λιοντάρι κι έφυγε.
Την άλλη τη μέρα ήρθε το καπλάν' και τσιουκάνισε την πόρτα. Το ρώτησαν: «Τι θέλεις;» Κι αυτό είπε: «θέλω τη μεσιά την αδερφή σας γυναίκα». «Πόσο είναι μακριά ο τόπος σου;» του είπαν. «Σα στ' εμένα δέκα μέρες,» είπε, «και σα στ' εσάς δέκα χρόνια».
«Δέκα χρόνια!» είπαν. Δεν την δίνομε την αδερφή μας». Την πήρε πάλι ο μικρότερος ο αδερφός και την έδωκε του καπλανιού, καθώς και του λιονταριού.
Την άλλη μέρα ήρθε και τσιουκάνισε την πόρτα ο αϊτός, και τον ρώτησαν ποιος είναι. Και τους είπε: «Εγώ είμ', ο αϊτός, κι ήρθα να πάρω τη μικρότερη σας την αδερφή γυναίκα». Τον ρώτησαν κι αυτόν αν είναι μακριά ο τόπος του. Κι αυτός τους είπε: «Σα στ' εμένα δεκαπέντε μέρες, και σα στ' εσάς δεκαπέντε χρόνια». «Δεν τη δίνομε», είπαν, «την αδερφή μας. Τη μια την εδώσαμε πέντε χρόνια, την άλλη δέκα, κι αυτή να τη δώκομε δεκαπέντε;» Πάλι ο μικρότερος την πήρε κι αυτήν απ' το χέρι και την έδωκε του αϊτού.
Αφού παντρεύτ'καν οι τσιούπρες, παντρεύτ'καν και τα παιδιά, πρώτα ο μεγαλύτερος, τότες ο μεσός, κι ύστερα ο μικρότερος άνοιξε τον οντά για να πάρει την εξωτική. Κι η ξωτική αμέσως έφ'γε και του είπε: «Αν θέλεις να με βρεις, να φκιάκεις σιδερένιο δεκανίκι και σιδερένια ποδήματα και να 'ρθεις στις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους». Έφκιακε το σιδερένιο δεκανίκι και τα σιδερένια ποδήματα και πήγε να την βρει. Κι αφού επερβάτησε πέντε χρόνια δρόμο, έφτακε στης αδερφής του το σπίτι κι έκατσ' όξου στο πεζούλι να ξαποστάσει.
Τότες ήρθε κι η δούλα να γεμώσει το μαστραπά νερό. Αυτός της εζήτησε να πιει νερό με το μαστραπά. Πρώτα δεν του έδωκε, μόν' αφού την περικάλεσε, του έδωκε. Και πίνοντας νερό έρ'ξε το δαχτυλίδι του μέσα. Η δούλα το πήγε το νερό της κυράς.
Η κυρά εκατάλαβε απ' το δαχτυλίδι πως ήταν ο αδερφός της όξω. «Τίνος έδωκες νερό;» είπε της δούλας. «Δεν έδωκα κανενός», τ'ς είπ' η δούλα. «Μη σκιάζεσαι,» τ'ς είπ' η κυρά, «μαρτύρα τον άθρωπο». «Είναι διαβάτης. Κάθονταν όξου στο πεζούλ'», είπ' η δούλα, «και με περικάλεσε και του έδωξα». «Σύρε να του πεις», τα'ς είπε, «να 'ρθει μέσα». Κι αφού μπήκε μέσα αγκαλιάστ'καν, κι η αδερφή του τον ρώτησε: «πώς ήρθες εδώ;» Αυτός της μολόγησε όσα έπαθε. Εκεί που μιλούσαν, ακούουν και το λιοντάρι που έρχονταν. «Να σε κρύψω», του είπε του αδερφού της, «να μη σε φάει». Και τον εχτύπ'σε ένα φούσκο κι έγινε σκούπα, και τον έβαλε στη θύρα.
Σαν εμπήκε το λιοντάρι στη θύρα, λέει: «Βασιλικό αίμα μυρίζει». «Βασιλικές στράτες περβατείς», του είπε η βασ'λοπούλα, «βασιλικό αίμα σου μυρίζει». Καθώς έτρωγαν ψωμί, είπε του λιονταριού η βασ'λοπούλα: «Αν έρχονταν ο μεγάλος μου ο αδερφός, τι θα τον έκανες;» «Θα τον εξέσκιζα», τ'ς είπε. «Αν έρχονταν ο μεσιός;» «Θα τον έκανα λιανά κομμάτια». «Αν έρχονταν ο μικρότερος;» «Θα τον εφιλούσα στα μάτια». «Ήρθε», του είπε. «Και τον κρύβεις από τ' εμένα;» τ'ς είπε. Τότες αυτή πήρε τη σκούπα και την εχτύπησ' ένα φούσκο κι εγίν'κ' ο αδερφός της. Το λιοντάρι τον αγκάλιασε, τον εφίλ'σε και τον ρώτησε γιατί ήρθε. Τότες του μολόγησε όσα έπαθε και τον ρώτησε αν ξέρει τις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους. «Δεν ξέρω 'γω», του είπε, «μούν' αύριο να φωνάξω όλα τα ζώα, και μπορεί να τ'ς ξέρει κανένα».
Το πωρνό εφώναξ' όλα τα ζώα, και κανένα δεν τ'ς ήξερε. Εκίν'σε πάλι την άλλη μέρα για να βρει τις ίλινες μπίλινες, κι ύστερ' από πέντε χρόνια πήγε στην άλλη του την αδερφή. Κι έκατσε πάλι στο πεζούλ', κι ήρθε η δούλα να πάρει νερό, και τ'ς εχάλεψε να του δώκει ολίγο νερό με το μαστραπά να πιει και, σαν έπιε, έρ'ξε το δαχτυλίδι του μέσα στο μαστραπά. Και σαν είδ' η αδερφή του το δαχτυλίδι, κατάλαβε πως είναι του αδερφού της κι έστειλε και τον φώναξαν μέσα. Κι αφού πήγε μέσα, αγκαλιάστ'καν και φιλήθ'καν, και τον ρώτησ' η αδερφή του: «Πώς ήρθες;» Κι αφού της διηγήθ'κε όλα τα πάθια του, ήκουσαν το καπλάν' οπού έρχονταν. Και τον εχτύπησ' ένα φούσκο και τον έκανε φαρεσιά, για να μη τον φάει το καπλάν'.
Σαν εμπήκε μέσα το καπλάν', «βασιλικό αίμα μυρίζει» λέει. «Βασιλικές στράτες περβατείς», του είπ' η γυναίκα του, «βασιλικό αίμα σου μυρίζει. Αν έρχονταν ο μεγάλος μου ο αδερφός, τι θα τον έκανες;» «Θα τον εξέσκιζα», τ'ς είπε. «Αν έρχονταν ο μεσιός;» «Θα τον έκανα λιανά κομμάτια». «Αν έρχονταν ο μικρότερος;» «Θα τον είχα αδερφό». «Ήρθε», του λέει, «κι εσκιάχτ'κα μη τον φας και τον έκρυψα». Τον εχτύπησε πάλι ένα φούσκο και τον έκανε άθρωπο. Τότες το καπλάν' τον αγκάλιασε, τον εφίλ'σε και τον ρώτησε: «γιατί ήρθες;» Του είπ' αν ήξερε τις ίλινες τις μπίλινες. «Εγώ δεν τις ξέρω», του είπε. «Αύριο να φωνάξω όλα τα ζώα, και μπορεί να τες ξέρει κανένα». Το πωρνό τα εφώναξε, και κανένα δεν τ'ς ήξερε.
Την άλλη τη μέρα κίν'σε και πήγε πάλι στην άλλη του την αδερφή, που ήταν άλλα πέντε χρόνια μακρυά. Και πάλι πήγε κι έκατσε στο πεζούλ' της αδερφής του, και βήκε η δούλα να πάρει νερό και τ'ς εχάλεψε να πιει, και μέσα στο μαστραπά έρ'ξε το δαχτυλίδι του. Σαν είδ' η βασ'λοπούλα το δαχτυλίδι, εκατάλαβε πως ήρθ' ο αδερφός της κι έστειλε τη δούλα να φωνάξει να μπει μέσα. Κι αφού μπήκε μέσα, αγκαλιάστ'καν, εφιλήθ'καν, και τον ρώτησε: «Γιατί ήρθες;» Και της μολόγησε τα πάθια του. Τότες ήρθε κι ο αϊτός και τον ρώτησε γιατί ήρθε. Και του είπε, και τον ρώτησε αν ξέρει τις ίλινες τις μπίλινες. «Εγώ δεν τις ξέρω», είπε, «μόν' αύριο να συνάξω όλα τα πετούμενα, κι ίσως κανένα τες ξέρει».
Το πωρνό συνάχτ'καν όλα τα πετούμενα, και τα ρώτησ' ο αϊτός αν ξέρουν τις ίλινες τις μπίλινες. «Εμείς δεν τις ξέρομε», είπαν, «μόν' λείπει μια κουτσογεράκινα κι ίσως αυτή θα τες ξέρει». Ήρθε κι η κουτσογεράκινα και τ'ς ήξερε. Τότες τα'ς είπε ο αϊτός: «Να πας τούτον τον άνθρωπο στις ίλινες τις μπίλινες». «Τον πάνω», είπ' η κουτσογεράκινα. Κι αφού εζύγωσαν στις ίλινες τις μπίλινες, ετρύπησαν τα σιδερένια παπούτσια. Πήγε στις ίλινες τις μπίλινες κι ηύρε τη γυναίκα του, οπού ήταν με άλλες εξωτ'κές, και την πήρε στο βασίλειο του και την εστεφανώθ'κε.

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.