Οι δύο γριές χωρικές.

(Πολίχνιτος Μυτιλήνης. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Οι δύο γριές και οι δώδεκα μήνες")

Μια φουρά τσι ένα τσίρο ήταν μια γριά πολύ φτουχή. Δεν είχ' κανένα στουν κόσμου να την δώσ' ούτε ένα κουμμάτ' ψουμί. Μια μέρα λοιπόν που ήταν χιμώνας τσι έκαν' πουλύ κρύου σηκώθτσι, πήρι ένα καλάθ' τσι πήγι να βγάλ' κανένα ραδίκ' τσι να μαζέψ κάνε ξύλου για φουτιά γιατί κρυουνι πάρα πουλί, ντουρντούρζι απ του κρύου γι καημέν'. Αφού πιρπατούσι κάμποσο, ηυρι μια σπηλιά τσι τρύπουσι μέσα γιατί όζου έπιασε δυνατή βροχή. Άμα ήμπι μέσα, είδι μια μεγάλ' φουτιά τσι γύρου-γύρου δώδικα παλκάρια που πυρούνονταν. Τότε τα παλκάρια την είπαν:
"Καλή μας γιαγιά, έλα κάτσι να ζεσταθείς κουμάτ'". Έκατσι λοιπόν η γριά κουντά τουν τσι ύστερα όπου λίγο άρχισαν την κουβέντα! "Δε μας λες γριούλα, ποιος μήνας σ' αρέσ' πιο πουλύ;" "Ούλ' καλοί ούλ' είνι", είπε η γριά. Τώρα τα παλκάρια κοιτάζ' να την παριν στα λόγια για να την δοκιμάσιν. Τσι γι ένας την ρουτά: "Α, σ' αρέσ' λοιπόν γι γινάρς (ο Γενάρης) που καν' τόσου πουλύ κρύου τσι μας ξιπαγιάζ';" "Καλός είνι τσι φτος έχει τσι τούτος τα καλά τ'. Γιατί με του κρύου ψουφούν οι μύγις, ψουφούν οι ψείρες που κατατρών τα γεννήματα", είπε γι γριά έτσειν (εκείνη). Κάθι ένας λοιπόν α' τα δώδικα παλκάρια που ήταν οι δώδικα μήνες τουν ρωτούσαν αλλά αυτή έλεγε ούλου καλά λόγια τσι του κρύου τσι την ζέστ' τα πίστιβι πους ήταν καλά αφού τα 'στελν' γι θιός. Τότι απουρήσαν αυτοί απ' την μεγάλ' καλουσύν' της γριάς τσι απ' τα γλυκά λόγια τ' τσι είπαν: "Δος μας, γιαγιά, του καλάθ' σ'". Αφού του γέμισαν μι φλουριά του σκέπασαν καλά καλά τσι είπαν: "Άντε τώρα, πάγινι στου σπίτ' σ' που λιγόστιψι γι βροχή". Μόλις πήγι γι γριά στου σπίτι τ' τσι ξισκέπασι του καλάθ' τι να δει! Παλαβώθτσι απ' τη χαρά τ'. Ετσείν την ώρα έφτασι στου καλύβι τ' μια αλλ' πουλύ αστόχαστ' τσι πουνηρή. Μόλις είδι τα φλουριά κόντεψι να τα χάσ' απ' του κακό τ'. "Πού τα 'βρις τούτα;" είπι. "Πάνου στο β'νο, μέσα σι μια σπηλιά ήταν κάτι παλκάρια τσι δώκαν τα". Χωρίς να σταθεί στιγμή γι στρίγκλα γριά άρπαξι τσι φτη ένα τρουβά για να πα τάχα στα ξύλα. Τσι μια τσι δύο στο σπήλιου έφτασι. Άμα ήμπι μέσα τσι είδι τσ' ανθρώπους άρχισι τα παράπουνα που 'ταν φτουχή τσι δεν είχ' τίπουτα να φα τσι άλλα πουλά. Όταν άρχισαν να ν'ρουτούν τα ίδια τότε φτη έλιγι'. "Ου να χαθεί γι παλιού χμώνας ετούτους· που καν' τα χέρια μας να τρέχιν αίμα τσι δεν μας αφίν στιγμή να ξεμυτίσουμ' να βγούμι για να βρούμι κάνε ξύλου ν' ανάψουμι φουτιά". Άμ' ρουτούσιν για του καλουτσαίρ' έλιγι: "Άμ τι σι λέγ' τσι γι θιρστής, μας χουρταίν' κούρασ' τσι ζέστ'". Τσι έλιγι τσι ένα σουρό βρισιές για τουν καθένα. Τόσου πουλύ, πιδιά μ, θ' μώσαν γι μήνες για την αχαριστία αφτνης ωστι πήραν του τρουβά τ' τσι τουν γέμισαν φίδια. Τριχάτ' τριχάτ' έφτασι στου σπίτι τ' γι κατσή (κακή) γριά τσι έφραξι πόρτες παραθύρια για να μη δη κανείς. Μόλις πήγι ν' ανοίξ' του τρουβά πεταγόντιν (πετάγονται, ορμούν) τα φίδια να την κατασπαράξιν. Βάζ' φη τσ' φωνές μα ποιος να την ακούσ . Έτσ' η κατσιά έτσειν γριά ηύρι κακό θανάτου απ' τα φίδια τσι πληρώθτσι (ετιμωρήθη) για τη αχαριστία τ' αυτήν. "Τσι' έτσ', παιδιά μ'", είπε τελειώνουσα η γιαγιά μας, "τιμωρεί γι θεός τουν άνθρουπου έτσεινουν που δεν τουν σέβιτι τσι που είνι αχάριστους τσι κακός.

(Πολίχνιτος Μυτιλήνης)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.